Επίκαιρη ανάλυση της Πόλας Ρούπα, Μέρος Πρώτο: Ένας πολιτικός απολογισμός της περιόδου που πέρασε

ΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ

της Πόλας Ρούπα
Οι συστημικές κρίσεις είναι περίοδοι όπου παρουσιάζονται μεγάλες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές αλλαγές, όπου δημιουργούνται μοναδικές ευκαιρίες δράσης και αγώνα για τα ανατρεπτικά κινήματα. Ευκαιρίες που στον βαθμό που μπορούν να αξιοποιηθούν σωστά, μπορούν να κλονίσουν ανεπανόρθωτα ένα ασταθές και σαθρό σύστημα εξουσίας. Και που στον βαθμό που δεν αξιοποιηθούν, μπορούν από ευκαιρίες για ανατροπή και Επανάσταση, να μετατραπούν σε καταλύτες εσωτερικών διχασμών, πολεμικών και συγκρούσεων. Οι μορφές δράσης και αγώνα καλούνται εκ των πραγμάτων να μετεξελιχτούν για να ανταποκριθούν στα νέα ιστορικά δεδομένα, παλιές μορφές αγώνα δείχνουν ανεπαρκείς μπροστά στις προκλήσεις της εποχής, αυτονόητα καταρρέουν. Η ίδια η ιστορία είναι μια πρόκληση για τους αγωνιστές, κυρίως για τους επαναστάτες.
Απέναντι στην σημερινή ιστορική πρόκληση όλοι καλούμαστε να κάνουμε πολιτικά άλματα. Και αυτό όχι μόνο γιατί οφείλουμε ως επαναστάτες να αρπάζουμε τις μοναδικές ιστορικές ευκαιρίες που μας δίνονται για να βάλουμε σε εφαρμογή έναν επαναστατικό σχεδιασμό, αλλά γιατί αν δεν σταθούμε εμείς στο ύψος των περιστάσεων, αν δεν μπορέσουμε εμείς να εκπληρώσουμε την ίδια την ιστορική αποστολή μας, η ίδια η ιστορία είναι ικανή να μας ποδοπατήσει, ίσως και να μας αφανίσει. Πάντως όσο η κρίση βαθαίνει, τίποτα δεν πρόκειται να παραμείνει ίδιο.
Ολόκληρα τμήματα του πολιτικού καθεστωτικού μπλοκ απαξιώνονται, αποδυναμώνονται, διαλύονται και κάποια κινδυνεύουν με αφανισμό, η απόπειρα αριστερής παρέμβασης στο σύστημα κατέρρευσε με την διακυβέρνηση Σύριζα, νέες πολιτικές δυναμικές θα ξεπηδήσουν, τα πολιτικά άκρα ενισχύονται και αυτό που διακυβεύεται είναι ποιος θα καταλάβει το όποιο πολιτικό κενό αφήνει πίσω της η συστημική κρίση. Και είναι γνωστό στον καθένα, πως όπως στην φύση έτσι και στην πολιτική κενά δεν υπάρχουν.
Παρά το γεγονός ότι δεν μου είναι καθόλου ευχάριστο να ασχολούμαι με τις επιμέρους πολιτικές παθογένειες του χώρου, πιστεύω πως δεν έχω αυτή την στιγμή άλλη επιλογή, αφού εκτός από το να καταθέτεις τις δικές σου θέσεις, κάποιες στιγμές οριακές όπως πιστεύω πως είναι η τωρινή, χρειάζεται να καταπιάνεσαι και με αυτά τα ζητήματα που λειτουργούν αντιπαραγωγικά όσον αφορά την δημιουργία επαναστατικού κινήματος, εντείνουν και παγιώνουν διαχωρισμούς μεταξύ επαναστατών και που αν δεν βγούμε από αυτή την πολιτική κρίση μπορούμε να φτάσουμε σε συνθήκες γενικευμένου πολιτικού κανιβαλισμού, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις τέτοιοι κανιβαλισμοί έχουν ήδη εκδηλωθεί.
Και ένα σημαντικό ζήτημα για μένα, είναι να δούμε μέσα σε αυτή την συγκυρία το ζήτημα της σύμπλευσης από κάποιους ή της ανοχής από κάποιους άλλους, σε αριστερές απόπειρες μετασχηματισμού του συστήματος. Απόπειρες που είναι δεδομένο ότι συνιστούν σχέδια που όχι μόνο δεν προωθούν την Επανάσταση, αλλά μπορούν με μεγάλη αποτελεσματικότητα να την υπονομεύσουν.
Από το 2010 οπότε και η Ελλάδα μπήκε σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας με τα μνημόνια, δεν καταφέραμε να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που μας παρουσιάστηκαν ώστε να δημιουργήσουμε ένα κίνημα επαναστατικό, με την ποιότητα, την συνοχή, την δυναμική και το εύρος που απαιτείται ώστε αυτό να γίνει πολιτικός καταλύτης για την προώθηση της Επανάστασης σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού που πλήττονται βάναυσα από την κρίση. Αντί για αυτό, κάποιοι επένδυσαν σε αλλότριες με την Επανάσταση πολιτικές δυνάμεις όπως ο Σύριζα, ευελπιστώντας ότι μια αριστερή κυβέρνηση θα χαλαρώσει την πίεση που ασκούσαν μέχρι πρότινος οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις του καθεστώτος τόσο προς την κοινωνική βάση όσο και προς τους αντιστεκόμενους και θα συμβάλει στην βελτίωση των συνθηκών για την ανάπτυξη ενός κινήματος.
Στην πραγματικότητα αυτή η τάση -κάποιοι την καλλιεργούσαν πολύ πριν ο Σύριζα πάρει την εξουσία και πολλοί ανέκαθεν την αντικρούαμε- η οποία εκφράστηκε με διαφορετικούς τρόπους σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, ήταν αποτέλεσμα της συλλογικής και ατομικής μας ανικανότητας να φτιάξουμε ένα κίνημα επαναστατικό και να διαμορφώσουμε εμείς τους όρους ενός γνήσιου ανατρεπτικού αγώνα. Όπως η άνοδος του Σύριζα στην εξουσία ήταν αποτέλεσμα της ήττας των κοινωνικών αντιστάσεων στα πρώτα χρόνια της κρίσης, κατά έναν ανάλογο τρόπο η παραπάνω πολιτική τάση που προανέφερα ήταν και είναι αποτέλεσμα της πολιτικής ανεπάρκειας του χώρου το ίδιο διάστημα. Και επειδή το να βλέπω αδιέξοδα αντίκειται στην πολιτική μου φύση και θέση, πιστεύω πως η πλήρης μεταστροφή του Σύριζα σε νεοφιλελεύθερο κόμμα, η ταύτισή του με τους δανειστές και η πολιτική του χρεοκοπία η οποία ήρθε σε χρόνο ρεκόρ, μπορεί να βοηθήσει ώστε τελειώνουμε μια για πάντα με τις όποιες ψευδαισθήσεις που αφήνουν χώρο σε αριστερά πολιτικά μορφώματα να καθορίζουν ανασταλτικά τόσο την δημιουργία επαναστατικού κινήματος όσο και την δημιουργία υγιών επαναστατικών σχέσεων μεταξύ μας.
Μια ανασκόπηση των τελευταίων κυρίως μηνών είναι αναγκαία, στον βαθμό που από τις προηγούμενες εκλογές και σε όλο το διάστημα που ακολούθησε η ύπαρξη της εξουσίας του Σύριζα και οι διαφορετικές οπτικές και θέσεις στην αριστερή κυβέρνηση, λειτούργησαν ως το κύριο υπόβαθρο για σειρά αντιπαραθέσεων, συγκρούσεων, ακόμα και πολεμικών στο εσωτερικό του χώρου. Μια άλλη παράμετρος που κάνει ακόμα πιο αναγκαία αυτή την ανασκόπηση, είναι οι επικείμενες εκλογές, καθώς είναι βέβαιη για κάποιους και πιθανή για άλλους, η αναζήτηση «νέου» ευνοϊκού για τον χώρο πολιτικού εδάφους και σχεδίου σε νεοσύστατους πολιτικούς σχηματισμούς που προέκυψαν ως το περίσσεμα του μνημονιακού Σύριζα, αυτοπροβάλλονται ως ο «γνήσιος Σύριζα» χρησιμοποιώντας -για μια ακόμη φορά- διάφορες κορώνες αντίστασης στους δανειστές και διεκδικούν την εξουσία.
Αν θέλουμε να δούμε με πραγματικούς όρους την δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος, οφείλουμε να απεγκλωβιστούμε μια για πάντα με κάθε αριστερό πολιτικό μόρφωμα που προκύπτει να φλερτάρει με την εξουσία καθώς καταρρέουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, να φτιάξουμε το δικό μας σχέδιο και να βοηθήσουμε αυτό το σχέδιο να βρει τα αναγκαία κοινωνικά ερείσματα ώστε να δώσουμε πνοή στην επαναστατική προοπτική.
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Σύριζα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάδειξη διαχωρισμών και αντιθέσεων, οι οποίες εκφράστηκαν κυρίως μέσα από συγκεκριμένα γεγονότα και χωρίς να μπαίνουν στην βάση μιας ουσιαστικής συζήτησης. Και ενώ ο Σύριζα χρεοκόπησε πολιτικά φέρνοντας το 3ο μνημόνιο, γεγονός που ανέδειξε και την χρεοκοπία των όποιων επιχειρημάτων από μερίδα του χώρου σχετικά με την στάση ανοχής απέναντί του, την διαφοροποίησή του από την υπόλοιπη πολιτική ελίτ του τόπου και την σύμπλευση μερίδας του χώρους μαζί του σε ορισμένα γεγονότα και πολιτικές, κανένας απολογισμός της περιόδου που πέρασε δεν έγινε, ο οποίος είναι απαραίτητος για να μπούμε στην νέα περίοδο που χαρακτηρίζεται από την χρεοκοπία του ρεφορμισμού σε όλες του τις εκφάνσεις.
Καθώς ένα μέρος του χώρου ψήφιζαν σταθερά τα τελευταία χρόνια Σύριζα χωρίς να υπάρχει κανένας πολιτικός ενδοιασμός, είναι λογικό επακόλουθο ότι από την στιγμή που ο Σύριζα θα ερχόταν στην εξουσία, διχασμοί και πολεμικές θα συνόδευαν πολλές δράσεις και θα υπονόμευαν κάθε απόπειρα κοινής δραστηριότητας. Μια μικρή κορύφωση αυτού του διχασμού ήρθε με αφορμή το δημοψήφισμα. Μόνο που η κορύφωση ενός εσωτερικού πολέμου θα ερχόταν σε περίπτωση grexit, γεγονός που απομακρύνθηκε προς το παρόν τουλάχιστο. Και είναι σημαντικό να υπάρχουν κάποιες σαφείς θέσεις ως προς αυτό που πρεσβεύει ο καθένας και κυρίως ξεκάθαρες πολιτικές κατευθύνσεις, γιατί μια στιγμή-καταλύτης που μπορεί να τινάξει στον αέρα πρώτα απ’ όλα τον ίδιο τον ανατρεπτικό αγώνα δεν έχει εξαφανιστεί από τον ορίζοντα. Και σε μια τέτοια πιθανή κατά την άποψή μου εξέλιξη, καμία ευθύνη δεν θα φέρει ούτε η εξουσία ούτε βεβαίως η «παθητικοποιημένη» κοινωνία. Οι μόνοι υπεύθυνοι θα είμαστε εμείς και κυρίως αυτοί που την όποια πολιτική τους την βασίζουν σε αλλότριους εξουσιαστικούς σχεδιασμούς και στοχεύσεις.
Για να φτάσουμε όμως στο grexit και τι αυτό θα σήμαινε κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και στο εσωτερικό του χώρου, οφείλω να αναφερθώ πρώτα στην περίοδο που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος και σε αυτά που ακολούθησαν. Αν κάποιοι αναλογίζονται γιατί δίνω τέτοια βαρύτητα στο ενδεχόμενο ενός grexit και τις επιπτώσεις του, μάλλον δεν αντιλαμβάνονται την ιστορική βαρύτητα που θα έχει μια τέτοια εξέλιξη τόσο για την κοινωνία όσο και για τις ανατρεπτικές δυνάμεις. Και κυρίως, δεν βλέπουν την αφομοιωτική δυναμική που υποβόσκει σε μια τέτοια εξέλιξη. Δυναμική που μπορεί να μετατρέψει μεγάλη μερίδα του χώρου, ερήμην ενός επαναστατικού σχεδίου, σε τιμητές και αντιδραστικούς υπερασπιστές αντεπαναστατικών πολιτικών που στοχεύουν στην επανόρθωση του συστήματος σε άλλες βάσεις.
Πολύ πριν έρθει ο Σύριζα στην εξουσία, ένα μέρος του χώρου έβλεπε στην προοπτική μιας κυβέρνησης της αριστεράς μια ευκαιρία για την ευνοϊκότερη μεταχείριση από μεριάς της σε μια σειρά ζητήματα που άπτονται των άμεσων ενδιαφερόντων του χώρου, κυρίως αυτών που αφορούν ζητήματα καταστολής: Η λιγότερο σκληρή αντιμετώπιση από τα σώματα ασφαλείας στους δρόμους, η καλύτερη αντιμετώπιση των πολιτικών κρατουμένων, η πιο ήπια αντιμετώπιση συντρόφων στα δικαστήρια ήταν μερικές από τις «προσδοκίες» μερίδας του χώρου για την κυβέρνηση Σύριζα.
Με βάση τα παραπάνω έγινε σταθερή και πάγια πολιτική επιλογή κάποιων η αποφυγή μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση. Και οι διαμαρτυρίες, αλλά και οι καταγγελίες που καταγράφονται στον δημόσιο λόγο ή οι δράσεις ήπιας πίεσης στην κυβέρνηση να κάνει μια πιο… αριστερή στροφή, καθόλου δεν είναι αυτονόητο ότι εμπεριέχουν ανατρεπτική λογική και κατεύθυνση, ακόμα και αν οι φορείς τους πιστεύουν κάτι τέτοιο. Ακόμα και μετά την συμφωνία με τους δανειστές και ενώ η κυβέρνηση απέβαλε κάθε πρόσχημα αντιμνημονιακής πολιτικής και απέκτησε την απόλυτα νεοφιλελεύθερη όψη, ο Σύριζα εξακολουθούσε να απολαμβάνει μια ιδιότυπη πολιτική ασυλία. Γιατί τελικά, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ό,τι και να κάνει αυτή η κυβέρνηση, κάποιοι επιμένουν ότι «είναι προς το συμφέρον μας να μην πέσει».
Αυτές οι «προσδοκίες» ήρθαν και μπολιάστηκαν τους προηγούμενους μήνες από αρκετούς με θεωρίες περί «όξυνσης των ενδοεξουσιατικών ανταγωνισμών» στην περίπτωση που σχηματιστεί μια κυβέρνηση Σύριζα, γεγονός που αυτομάτως θα «ευνοούσε την ανάπτυξη του κινήματος». Σε αυτές τις περιπτώσεις η προσδοκία μιας ενδεχόμενης ρήξης με τους δανειστές στην τελευταία σύνοδο κορυφής και εν μέσω δημοψηφίσματος, και με την προοπτική εξόδου από την ευρωζώνη υποκατέστησε σε τέτοιο βαθμό την παντελή έλλειψη επαναστατικού σχεδιασμού, που έκανε κάποιους οι οποίοι είχαν επενδύσει στην πιθανότητα της ρήξης, να παραληρούν για την απόφαση της κυβέρνησης να κάνει το δημοψήφισμα. Μέχρι που η σκληρή πραγματικότητα ήρθε να τους προσγειώσει.
Την πλήρη ενσωμάτωση του Σύριζα στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο και το κενό που άφησε πίσω του ως αντιμνημονιακό κόμμα θα επιχειρήσει να καλύψει το νέο μόρφωμα της ΛΑΕ, επιχειρώντας να επαναφέρει τις ψευδαισθήσεις για «κατάργηση των μνημονίων», για «σκληρές διαπραγματεύσεις» και «συγκρούσεις με τους δανειστές» και με «σημαία» πλέον την έξοδο από το ευρώ. Πίσω από αυτό το νέο μόρφωμα -με την άτοπη και ανεφάρμοστη πολιτική του οποίου θα ασχοληθώ πιο κάτω- είναι απόλυτα βέβαιο πως θα συρθεί μια μερίδα του χώρου, αναπαράγοντας σε νέα βάση την θέση περί «ενίσχυσης των ενδοεξουσιαστικών ανταγωνισμών προς όφελος του κινήματος», η οποία θέση ορφάνεψε κατόπιν της ταύτισης Σύριζα-δανειστών.
Αυτό που οφείλουν να επανεξετάσουν κάποιοι, πέρα από την ματαιότητα να επενδύεις για μικροπολιτικά συμφέροντα -όπως η καταστολή- σε μια τάση της καθεστωτικής πολιτικής που έρχεται στην εξουσία, είναι ότι επίσης είναι μάταιο να ευελπιστείς ότι οι όποιες διαφορές στο εσωτερικό της κυριαρχίας λειτουργούν ντε φάκτο υπέρ του ανατρεπτικού αγώνα, υποκαθιστώντας την απουσία ενός επαναστατικού κινήματος. Με αυτό το σκεπτικό, για κάποιους, η έξοδος από την ευρωζώνη και την ΕΕ συνιστά από μόνη της μια εξέλιξη που μας φέρνει πιο κοντά στην επανάσταση(!). Χωρίς καμία προσέγγιση του είδους της ρήξης, του ποιος την προκαλεί και για ποιον λόγο, χωρίς προσέγγιση του κοινωνικού πεδίου που θα διαμορφωθεί μετά από αυτήν, χωρίς ανάλυση ή με ετεροχρονισμένες αναλύσεις για τα νέα δεδομένα που ωθούν σε αυτήν την ρήξη και για τις συνθήκες που θα προκύψουν, και κυρίως χωρίς στοιχειώδες επαναστατικό σχέδιο για την αξιοποίηση των όποιων νέων δεδομένων προκύπτουν, η όποια ρήξη στο εσωτερικό της κυριαρχίας αντί να γίνει η τάφρος που θα καταπιεί το σύστημα, μπορεί κάλλιστα να γίνει αυτή που θα καταπιεί το επαναστατικό πρόταγμα. Και αυτό θα συμβεί γιατί μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργήσει ως το απόλυτο πεδίο αφομοίωσης μερίδας του χώρου, που από αντικαθεστωτικές τάσεις θα μετουσιωθούν σε καθεστωτικές ουρές στην προοπτική μιας νεφελώδους πολιτικής «αξιοποίησης των ενδοεξουσιαστικών τριγμών και συγκρούσεων».
Είναι πάντα δουλειά μας ως επαναστάτες να λειτουργούμε με την δράση και τον λόγο μας υπονομευτικά στην συστημική σταθερότητα με κάθε μέσο. Όμως όταν αυτή η προσπάθεια δεν συνοδεύεται από έναν επαναστατικό λόγο για τις στοχεύσεις και τις προοπτικές μας, μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλεί τόσο στο εσωτερικό του χώρου όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. Και η διασφάλιση ότι τα οφέλη μιας συστημικής αποσταθεροποίησης μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε προς μια κατεύθυνση επαναστατική, συνδυάζεται από την συνεχή προσπάθεια ανάπτυξης ενός επαναστατικού κινήματος, με σαφή σχεδιασμό, με ειλικρινείς θέσεις και προτάσεις προς την κοινωνική βάση.
Κάποιοι με το «καλημέρα» της συγκυβέρνησης Σύριζα-ΑΝΕΛ, φρόντισαν να κάνουν σαφή την θέση τους για την «νέα εποχή», δημοσιοποιώντας την βούλησή τους να την βγάλουν έξω από το κάδρο της πολιτικής σύγκρουσης με την κυριαρχία. Διαβάσαμε για «το βαθύ κράτος» που θα αξιοποιήσει την συγκυρία, είτε συμφωνίας είτε ρήξης με τους δανειστές για να κάνει «προβοκάτσιες», προκαταβάλλοντας την πάγια και για κάθε πολιτική συγκυρία επιλογή κάποιων όχι μόνο να μην συμμετέχουν σε πολιτικές δράσεις με στόχο την κυβέρνηση, αλλά και να την καταγγείλουν ή και να την πολεμήσουν ως προβοκατόρικη, ιδίως όταν αυτή αποκτούσε βίαια χαρακτηριστικά. Η πολιτική κινδυνολογία για την «ενίσχυση παρακρατικών κύκλων», για την «ενίσχυση των φασιστών», για την δράση του «βαθέως κράτους», πέρα από επιφανειακή, είναι ντε φάκτο εχθρική προς μεγάλο αριθμό συντρόφων και κυρίως για όσους επέλεξαν να μην κάνουν καμία ανακωχή στην σύγκρουση με την κεντρική πολιτική εξουσία λόγω Σύριζα.
Το σοβαρότερο όμως ζήτημα που προκύπτει από αυτή την οπτική είναι η πάγια και σταθερή για κάθε πολιτική εξέλιξη θέση -είτε αυτή η εξέλιξη αφορά έναν συμβιβασμό με τους δανειστές είτε αφορά την ρήξη με αυτούς- που κάθε επιλογή βίαιης κοινωνικής αντίδρασης στις κυβερνητικές επιλογές εξυπηρετεί το «βαθύ κράτος» των κατασταλτικών μηχανισμών και τους φασίστες. Έτσι, τόσο ο χώρος όσο και η κοινωνία αν εξεγερθούν ενάντια στην κυβέρνηση, το παιχνίδι του «βαθέως κράτους» θα παίξουν, το οποίο θα βρει «πεδίον δόξης λαμπρό» σε κάθε περίπτωση. Και για να μην έχουμε τέτοια, όπως και για να «αποφύγουμε τα χειρότερα» (π.χ. την επάνοδο της ΝΔ στην εξουσία), είναι αναγκαίο να παρέχει ο χώρος πάγια και σταθερή πολιτική ασυλία προς τον Σύριζα σε κάθε περίπτωση. Και αν ένα τμήμα της κοινωνίας προχωρούσε σε εξέγερση ενάντια στην κυβέρνηση, τι θα έκαναν; Θα στέκονταν απέναντί του;
Όσον αφορά την «αλλαγή» στην οικονομική πολιτική από τον Σύριζα, για κάποιους θα γινόταν στο «πεδίο του ουσιαστικού και όχι του συμβολικού», αναμενόταν να «προσκρούσει στον ευρωπαϊκό φασισμό» και τελικά, «να προσκυνήσει το ευρωπαϊκό κεφάλαιο». Προφανώς και αυτή η προσέγγιση δεν λαμβάνει υπόψιν της -ή δεν γνωρίζει- αρχικές και πάγιες θέσεις του Σύριζα για το κεφάλαιο -και το ευρωπαϊκό- και για το σύστημα εν γένει, θέσεις οι οποίες είναι καταγεγραμμένες σε αναλύσεις στελεχών της κυβέρνησης πολύ πριν ο Σύριζα ανέβει στην εξουσία -τις οποίες ενσωμάτωσε στην στρατηγική της η κυβέρνηση επί ημερών Βαρουφάκη- και που στο επίπεδο των αναγκαίων συστημικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για την έξοδο από την ευρωπαϊκή κρίση, υπάρχει μεγάλη σύμπνοια απόψεων με τμήμα της οικονομικής υπερεθνικής ελίτ. Και όσον αφορά τις προεκλογικές της εξαγγελίες, ναι, ήταν καθαρά στο επίπεδο του συμβολικού. Για αυτά αναφέρομαι πιο κάτω στο κείμενο αναλυτικότερα.
Όσον αφορά στην στάση των μπάτσων απέναντι σε δράσεις του χώρου, εγώ τουλάχιστον, όπως και πολλοί άλλοι σύντροφοι, θα έχουν να απαριθμήσουν πολλές περιπτώσεις επί προηγούμενων κυβερνήσεων όπου είτε επικεφαλείς διμοιριών ζητούσαν απεγνωσμένα από τα κέντρα επιχειρήσεων να τους αφήσουν να μας «λιώσουν» και χωρίς να έχει πέσει ούτε μια πέτρα είτε μας έλιωναν χωρίς διαταγή -αυτό συνέβαινε και σε μαζικότερες κοινωνικές κινητοποιήσεις και συγκρούσεις- είτε ένας μόνο μπάτσος έβρισκε την ευκαιρία π.χ. με ένα μόνο σύνθημα να επιτεθεί προκαλώντας γενικευμένη αστυνομική επίθεση, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία τέτοια εντολή. Και ποτέ δεν υπήρχε κάποια θέση από τον χώρο, πως αποφεύγουμε δράσεις που προκαλούν την καταστολή.
Αυτή η θέση μόνο γέλια προκαλούσε μέχρι πρότινος και καταλογιζόταν ως επίσημη γραμμή μόνο στην καθεστωτική αριστερά. Τελικά, για κάποιους έγινε «γραμμή» και στον χώρο.  Για να προστατέψουμε τι; Εμάς -δεδομένου ότι πάντα είχαμε τέτοια φαινόμενα από τους μπάτσους, όπως είπα- ή τον Σύριζα; Όμως ποτέ δεν μπήκαμε στον κόπο να διαχωρίσουμε την όποια κυβέρνηση από τις τακτικές κατασταλτικές κινήσεις των σωμάτων ασφαλείας και ούτε κρίναμε την όποια κατασταλτική πολιτική με βάση την δεξιά ή ακροδεξιά ψήφο των μπάτσων. Γιατί να το κάνουμε επί Σύριζα; Και πώς είναι δυνατό να διατυπώνεται με τόσο κατηγορηματική τρόπο η δεδομένη απόφαση κάποιων να μην κάνουν ούτε καν πορεία ενάντια στην κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση;
Για να επανέλθουμε στα περί «βαθέως κράτους» σε περίπτωση ρήξης με τους δανειστές -ρήξης που θα μπορούσε να είναι μόνο αποτέλεσμα αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις και θα προερχόταν από τους ίδιους τους δανειστές- όπου «θα βρει πεδίον δόξης λαμπρό», να αναφέρω εν συντομία -μιας και θα επανέλθω αναλυτικότερα πιο κάτω-, ότι σε μια τέτοια περίπτωση το μόνο «βαθύ κράτος» θα ήταν του Σύριζα και των ακροδεξιών ΑΝΕΛ που θα επέβαλε την πιο βίαιη καταστολή για να διατηρηθεί η κοινωνική ειρήνη σε περίπτωση μεγάλης κρίσης στις σχέσεις ελληνικού κράτους και «θεσμών» η οποία κρίση θα οδηγούσε σε grexit. Και κάπου εδώ θα πρέπει να αναζητήσουμε την σημασία της τοποθέτησης Καμμένου για την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και την διαβεβαίωσή του ότι «οι ένοπλες δυνάμεις θα διαφυλάξουν την τάξη στο εσωτερικό της χώρας».
Από μια τέτοια θέση, καθώς και από κάποιες παραλλαγές αυτής, δεν δίνεται άλλο έναυσμα από αυτό της πολεμικής στο εσωτερικό μας. Παραδείγματα και αφορμές πολλές, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Και με βάση την οπτική του «βαθέως κράτους» ο Σύριζα και η συγκυβέρνηση έβγαιναν «λάδι» σε κάθε κατασταλτική επίθεση εναντίον αγωνιστών, αφού κάποιοι είχαν φροντίσει να απαλλάξουν εξ’ αρχής την κυβέρνηση από τις ευθύνες της, τις οποίες «έφεραν τα αυτονομημένα τμήματα της ελληνικής αστυνομίας». Μέχρι που ήρθε η απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων για να ακυρώσει αυτόν τον ισχυρισμό, καθώς εκεί ξεδιπλώθηκε όλη η κατασταλτική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός της με την στάση της στα αιτήματα των απεργών.
Η απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων
Πριν αναφερθώ στην απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων, την οποία πιστεύω ότι αποτέλεσε σημαντική πολιτική σελίδα, με πλούσια διδάγματα και χρήσιμα συμπεράσματα για τον αγώνα, να επισημάνω πως ό,τι γράφω τόσο σε αυτή την ενότητα όσο και σε όλο το κείμενο, βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε κείμενα και γεγονότα που έχουν δημοσιευτεί.
Είναι καταγεγραμμένο ιστορικά πως αυτή η απεργία τελείωσε με σοβαρές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του χώρου. Όπως όμως και αν εκφράστηκαν σε επιμέρους ζητήματα, στάσεις και επιλογές, οι βασικές αιτίες των προβλημάτων ήταν δυο: η διαφορετική πολιτική θέση απέναντι στον Σύριζα και οι αρνητικές στάσεις και θέσεις κάποιων απέναντι στην ένοπλη δράση. Όσον αφορά στην δεύτερη, έχει καταγραφεί και δημοσίως σε απολογιστικό της απεργίας κείμενο πως το γεγονός ότι την συγκεκριμένη απεργία την διεξήγαγε «υποκείμενο που διώκεται για ένοπλες πρακτικές», συνιστούσε έναν «παράγοντα δυσκολίας για αρκετά κομμάτια του χώρου να εμπλακούν» σε αυτήν. Και αυτό «γίνεται κατανοητό» και ως ένα μεγάλο βαθμό αποδεκτό από μερίδα του χώρου, ιδίως, όπως καταγράφηκε, σε περιπτώσεις που δίνεται στον ένοπλο αγώνα «κεντρική πολιτική σημασία». Τώρα ποιος ή ποια οργάνωση βάζει στο κέντρο του αγώνα ή ιεραρχεί ως σημαντικότερη δράση την ένοπλη, αυτό είναι ένα ερώτημα προς απάντηση.
Τουλάχιστον όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα, έχουμε τοποθετηθεί τόσο εγώ όσο και ο σύντροφος Μαζιώτης γραπτά και προφορικά σε κεντρικές εκδηλώσεις και συνελεύσεις για το τι θεωρούμε κεντρικής σημασίας ζήτημα και τι όχι στον αγώνα για την κοινωνική Επανάσταση, ότι δεν θεωρούμε καμία μορφή αγώνα ως την σημαντικότερη και δεν είμαστε εμείς αυτοί που μιλούν για «πρωτοπορίες» οποιασδήποτε μορφής στον αγώνα. Και επειδή επαναλαμβάνεται συχνά -μέχρι τώρα παρασκηνιακά- αυτή η παραφιλολογία από κάποιους, να επισημάνω πως η όποια αγωνία για την ιεράρχηση πρακτικών και μεθόδων στον αγώνα από τον Επαναστατικό Αγώνα, μάλλον υποκινείται από κάποιου είδους πολιτικό κόμπλεξ δικό τους, αφού τον Επαναστατικό Αγώνα ούτε τον απασχόλησαν ούτε έβαλε ο ίδιος τέτοια ζητήματα. Όπως επίσης, επανειλημμένως έχουμε πει, ότι ένας ένοπλος επαναστατικός αγώνας δεν αφορά το εργαλείο -όπλο, δυναμίτη κλπ-, αλλά την πολιτική στόχευση και στρατηγική που αυτός έχει. Και το ίδιο ισχύει για κάθε μορφή αγώνα.
Από αυτές τις δυο αιτίες εκπορεύονταν όλες οι υπόλοιπες αντιπαραθέσεις, με όποιον τρόπο ή πρόσχημα κι αν αυτές εκφράστηκαν. Εξαιρούνται κάποιες ανώνυμες επιθέσεις που στις διαφορές και αντιπαραθέσεις κατά την απεργία βρήκαν την αφορμή -ή καλύτερα το πρόσχημα- για μια συντονισμένη απόπειρα πολιτικής απομόνωσης του συντρόφου Νίκου Μαζιώτη. Και κάποιοι θεώρησαν ότι τους δίνεται η ευκαιρία να επιχειρήσουν το αδιανόητο: να τον απομονώσουν και από την ίδια την οργάνωσή του, διαχωρίζοντας τον σύντροφο από τον Επαναστατικό Αγώνα. Από αυτήν την απόπειρα μπορεί να απουσιάζει η πολιτική αφετηρία -ή τουλάχιστον να μην αναφέρεται-, να επικεντρώνει στο πρόσωπο, αλλά παραμένει πολιτική η στόχευσή της. Γιατί οι απόπειρες απομόνωσης του συντρόφου μέσω της σπίλωσης και της λάσπης, είναι στην τελική απόπειρες απομόνωσης του ίδιου του Επαναστατικού Αγώνα.
Και τέτοιες απόπειρες απομόνωσης, πολιτικής υπονόμευσης του Επαναστατικού Αγώνα δεν επιχείρησε ποτέ ούτε το κράτος, αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες μέρες των συλλήψεων το 2010 και της αποτυχημένης απόπειρας υπουργείου και κατασταλτικών μηχανισμών -απόπειρα που τελικά ακυρώθηκε από τους ίδιους- να σπιλώσουν την οργάνωση και εμάς ως αγωνιστές, δεδομένου ότι είναι αναγνωρισμένο ακόμα και από τους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς μετά από τόσα χρόνια αγωνιστικής παρουσίας και σοβαρών κατασταλτικών δοκιμασιών ότι ο Επαναστατικός Αγώνας δεν είναι για «τα δόντια τους». Όμως, κάποιοι «δικοί μας» είχαν το θράσος να το επιχειρήσουν «από τα μέσα». Και οι χειρότεροι από αυτούς το έκαναν ανώνυμα, έτσι όπως αρμόζει σε χυδαίους λασπολόγους. Ματαιοπονούν όμως όσοι νομίζουν ότι βλάπτουν έτσι τον Επαναστατικό Αγώνα, γιατί προπάντων δεν είναι για τα δικά τους ανύπαρκτα «δόντια».
Γνωρίζω πως στην διάρκεια της απεργίας πείνας τα πληκτρολόγια ορισμένων είχαν «πάρει φωτιά» από την πρεμούρα τους να «χτυπήσουν» τον Μαζιώτη. Όμως πραγματικά θα υποτιμούσα και τον εαυτό μου και τον ίδιο αν αναφερόμουν εκτενώς σε αυτό το φαιδρό παραλήρημα που τους μόνους που τελικά απαξιώνει είναι οι εκφραστές του. Εκτός από κάποια γεγονότα που αξίζει ν αναφερθούν, για τα υπόλοιπα αυτό που έχω να πω είναι ότι για όσους παρακολούθησαν αυτή την ιστορία, καλό είναι να εστιάζουν σε πολιτικές θέσεις και στην ουσία των γεγονότων, να κοιτούν συνολικά την πολιτική πορεία του καθένα και της καθεμιάς και να αποφεύγουν να μπαίνουν στην παγίδα της κριτικής με βάση το ύφος ή τους καλούς τρόπους. Και όπου βλέπουν συντονισμένες επιθέσεις απέναντι σε κάποιον σύντροφο, ας είναι λίγο καχύποπτοι. Γιατί αν μη τι άλλο ήταν απορίας άξιο πώς το έλλειμμα στην ενότητα κατά την απεργία, υπερκεράστηκε από κάποιους με την επίθεση στον Μαζιώτη.
Στην απεργία πείνας οι πολιτικές θέσεις που εκφράστηκαν ήταν δυο. Η μια πολιτική θέση ήταν η μετωπική πολιτική σύγκρουση με τον Σύριζα, όπως αυτή εκφραζόταν τουλάχιστον από τον σύντροφο και μέλος του Επαναστατικού Αγώνα, Νίκο Μαζιώτη. Αυτή την διάθεσή του να πραγματοποιηθεί ένας κοινός αγώνας ενάντια στην συγκυβέρνηση με αιχμή την απεργία πείνας, την είχε καταγράψει και στο πρώτο κείμενο με την έναρξή της, ενώ είχε πολύ καιρό πριν δηλώσει την διάθεσή του να συγκρουστεί με κάθε τάση που έβαζε ζητήματα ανακωχής στον πόλεμο με την πολιτική εξουσία λόγω Σύριζα. Προφανώς και ο σύντροφος είχε την ελπίδα πως μπορεί μέσω της συγκεκριμένης απεργίας πείνας να διεξαχθεί ένας κοινός αντικυβερνητικός αγώνας από όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, δημιουργώντας το έδαφος για μια ευρύτερη συσπείρωση του χώρου και κοινή δράση ενάντια στην κυβερνητική συμμαχία, που θα αντέκρουε τις όποιες θέσεις ανοχής προς την κυβέρνηση που εκπορεύονταν από μερίδα του χώρου. Και ευελπιστώντας πως η επιτυχία μιας τέτοιας ευρείας συσπείρωσης, θα συνεισέφερε στην προοπτική ανάπτυξης ενός επαναστατικού κινήματος.
Όσον αφορά τα κείμενα των υπόλοιπων απεργών κατά την έναρξη της απεργίας, τα οποία και έδιναν τον πολιτικό τόνο και για τις δράσεις αλληλεγγύης που θα ξεκινούσαν, δεν εμπεριείχαν το ζήτημα της σύγκρουσης με την κυβέρνησης. Σε δεύτερο χρόνο αυτό το ζήτημα μπήκε από την συντριπτική πλειοψηφία των απεργών, όπως και το ζήτημα της δημιουργίας ενός ριζοσπαστικού κινήματος. Τέλος, κατατέθηκε τόσο με τον λόγο όσο και με την στάση των απεργών, η αναγκαιότητα ενός κινήματος αλληλεγγύης με όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και το λάθος να εγκαταλείπονται για οποιοδήποτε λόγο στα χέρια του κράτους. Με δυο λόγια η λογική αυτής της απεργίας να επιχειρήσει μια συντονισμένη πολιτική σύγκρουση με την κυβέρνηση του Σύριζα με αιχμή το κατασταλτικό οπλοστάσιο του κράτους και να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός κινήματος αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους, το οποίο θα θέτει και το ζήτημα της δημιουργίας ενός επαναστατικού κινήματος, ήταν ορθή. Όμως σε αυτή την προοπτική δεν συμφωνούσαν όλοι.
Απέναντι στα παραπάνω ζητήματα που έθεταν στην πλειοψηφία τους με τον άλφα ή βήτα τρόπο οι απεργοί, κάποιοι εκτός των «τειχών» διαφωνούσαν και τα υπονόμευσαν με την ίδια τους την στάση κατά την απεργία. Το κίνημα αλληλεγγύης υπονομεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από την αναπαραγωγή διαχωρισμών, με κύρια αιτία την διάθεση αποστασιοποίησης από «το υποκείμενο» που έκανε την απεργία και που βρισκόταν στην φυλακή για ένοπλη δράση. Πιστεύω, και ενώ έχει περάσει αρκετός καιρός από εκείνη την απεργία ώστε να μπορούμε να αποκρυσταλλώσουμε τα κυριότερα προβλήματα, πως η βάση των προβλημάτων ήταν η αδυναμία δημιουργίας ενός διευρυμένου κινήματος αλληλεγγύης, με αυξανόμενη δυναμική, το οποίο θα στήριζε τους απεργούς, θα ενδυνάμωνε την αλληλεγγύη μεταξύ τους και θα απέτρεπε σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, την όποια σύγκρουση ακολούθησε. Όμως το κίνημα αλληλεγγύης έπαιρνε την κατιούσα όσο προχωρούσε η απεργία, αντί να ενδυναμώνει και να αυξάνεται η συμμετοχή, γεγονός που στον βαθμό που εκδηλώθηκε, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.
Μόνο και μόνο από την αρνητικότητα έως την καλυμμένη πολεμική προς την ένοπλη δράση που κάποιοι έχουν, καθιστούσε δεδομένη την αποστασιοποίηση ή την επιλεκτική «αλληλεγγύη» από ορισμένους, οι οποίοι καθορίζουν πάγια την στάση τους σε ζητήματα αλληλεγγύης από τον λόγο που κάποιος φυλακίζεται, κινούμενοι από κάποιου είδους πολιτικής ανασφάλειας μην τυχόν και τους καταλογιστεί συμπάθεια προς την επιλογή της ένοπλης δράσης ή μην τυχόν και υποστούν κάποιο είδος πολιτικού καπελώματος. Ή μην τυχόν και τους καταλογιστεί ότι αναπαράγουν την πολιτική των ένοπλων οργανώσεων με το να δίνουν τον λόγο να μιλούν οι φυλακισμένοι σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης.
Δηλαδή, αυτό που θεωρούν αυτοί ως αλληλεγγύη, είναι η προβολή αποκλειστικά του δικού τους λόγου και η φίμωση αυτών που βάζει στο στόχαστρό του το κράτος, των πρωταγωνιστών της καταστολής και στην συγκεκριμένη περίπτωση των απεργών. Και αυτό στο όνομα της «διατήρησης της πολιτικής ιδιαιτερότητάς τους» κάνοντας το «λογικό» άλμα να ταυτίσουν τις κινήσεις αλληλεγγύης με την πολιτική των φυλακισμένων και των οργανώσεων που κάποιοι από αυτούς ανήκουν, υποτιμώντας παράλληλα -και ύπουλα θα έλεγα- τους συντρόφους που τις πλαισίωσαν. Αυτό δεν σημαίνει υποβάθμιση της αλληλεγγύης σε ζήτημα μικροπολιτικής σκοπιμότητας; Δεν μετατρέπει τους απεργούς ή τους φυλακισμένους αγωνιστές σε αξίες χρήσης για την προώθηση του λόγου «της ομάδας μας»; Και που είναι η «αμφίδρομη σχέση αλληλεγγύης», αφού έχει εκ των προτέρων εξαιρεθεί ο λόγος των άμεσα ενδιαφερόμενων; Και που κατατείνει αυτού του είδους η «αλληλεγγύη»;
Στην περίπτωση της απεργίας πείνας και ενώ όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι, παρά τις διαφορές τους ως προς το ζήτημα της απεργίας και των αιτημάτων, αλλά και διαφορές που προϋπήρχαν, είχαν καταφέρει να βγάλουν προς τα έξω μια εικόνα ενότητας, τακτικισμοί όπως αυτοί που προανέφερα λειτούργησαν υπονομευτικά και για την ενότητα και για το κίνημα αλληλεγγύης. Γεγονός που όχι μόνο δεν ακυρώνεται, αλλά ενισχύεται από το γεγονός της συμμετοχής σε κεντρικές κινητοποιήσεις ενώ έχει προηγηθεί το απαραίτητο «ξεκαθάρισμα» στην απεργία, με ένα μέρος των απεργών -αυτών με τους οποίους είχαν το μεγαλύτερο πρόβλημα- να έχουν σταματήσει. Και αντί να βροντοφωνάζουν τις πολιτικές τους ανασφάλειες κάποιοι, επειδή ο Μαζιώτης χρησιμοποίησε σε μια περίπτωση κάποιον χαρακτηρισμό χωρίς να τους κατονομάζει, βγάζοντας μακροσκελή μανιφέστα αποκλειστικά και μόνο για να του «απαντήσουν», ας καθίσουν να σκεφτούν για το ποιον τελικά αφορούν οι χαρακτηρισμοί και οι σκοπιμότητες που χρεώνουν αυτοί τον σύντροφο.
Στο εσωτερικό κάποιων από τους απεργούς κυοφορούνταν μια αντίφαση. Ενώ από την μια ήταν δηλωμένη η διάθεση δημιουργίας ενός αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση Σύριζα, και ενώ όπως έχει γραφεί και σε απολογιστικό κείμενο κάποιων από τους απεργούς, «ένα μέρος του αα χώρου, είτε από πολιτική αφέλεια είτε θεωρώντας τον Σύριζα ως μια στρατηγική σημασία για εξαγορά χρόνου, θεωρούσε πως η σύγκρουση μαζί του θα έπρεπε να καθυστερήσει ως και να αναβληθεί», για την οποία θέση, αν κατάλαβα καλά, διαφωνούσαν, υπήρχε σε τακτικό τουλάχιστον επίπεδο μια διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο προσέγγισης και χειρισμού της κυβέρνησης. Παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των απεργών είχε την θέση ότι «ο Σύριζα είναι ο διαχειριστής της κρατικής εξουσίας προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας» και «δεν έτρεφαν αυταπάτες για την στάση του στην απεργία», κάποιοι απεργοί θεώρησαν καλό να προβούν σε μια τακτική κατά την διάρκεια της απεργίας που βασιζόταν στην σκέψη της «αξιοποίησης» των διαφοροποιήσεων στην πολιτική εξουσία. Γεγονός που έβαλε από την αρχή διαχωρισμούς ως προς την ίδια την απεργία, τον τρόπο που θα πρέπει να διεξαχθεί, την έντασή της και την σχέση των απεργών με το αρμόδιο υπουργείο.
Κάποιοι απεργοί μετά το πέρας της απεργίας μίλησαν για «υποεκτίμηση της απειρίας του Σύριζα στην διαχείριση τέτοιων καταστάσεων από κυβερνητική θέση», ενώ δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα για την έκβαση της απεργίας «στο ακροδεξιό λόμπι που ζητάει αίμα στην αρένα», αλλά και «στην απειρία και ατολμία» της κυβέρνησης. Ήταν στα αλήθεια ζήτημα ατολμίας του Σύριζα να ικανοποιήσει το σύνολο των αιτημάτων των απεργών; Ήταν η «απειρία και η ατολμία που μπορούν να γίνουν δολοφονικές υπό συνθήκες πίεσης», όπως αυτής της απεργίας; Ή ήταν η θεμελιώδης άρνηση ακόμα και μιας αριστερής κυβέρνησης να ξηλώσει το κατασταλτικό οπλοστάσιο του συστήματος, ιδίως όσον αφορά κεντρικές επιλογές του, που είναι η αντιμετώπιση της απειλής της συστημικής αποσταθεροποίησης. Και ως προς αυτό το ζητούμενο η ένοπλη δράση κατέχει κεντρική θέση στις κατασταλτικές στοχεύσεις του συστήματος, όποιος κι αν βρίσκεται στην εξουσία.
Αν μπορούμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα από αυτή την ιστορία -όπως, τηρουμένων των αναλογιών, έγινε και με το δημοψήφισμα, με το οποίο ασχολούμαι πιο κάτω- είναι το γεγονός ότι την εξουσία, όποια μορφή και αν έχει, είναι αδύνατον να την χειριστείς και να την διαχειριστείς, δεδομένου ότι σε κάθε συστημικό κόμμα είναι αυτονόητο ότι η αντιπολιτευτική ρητορική δεν αφορά την πολιτική που θα εφαρμόσει και κυρίως, ότι το ίδιο το ζητούμενο στην εξουσία, όποια απόχρωση και αν έχει, είναι η ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι δεδομένη η εχθρική στάση της κυβέρνησης απέναντι στους απεργούς και το κίνημα αλληλεγγύης, ανεξάρτητα από την ρητορική και τις σκοπιμότητες στην κίνησή της και στις τακτικές της. Και για την οποία εχθρότητα δεν ευθύνεται κανένα «ακροδεξιό λόμπι», παρά το γεγονός ότι τουλάχιστον σε αυτή την απεργία το υποκείμενο που την διεξάγει είναι ή τουλάχιστον αντιμετωπίζεται -άλλος σε μεγαλύτερο, άλλος σε μικρότερο βαθμό- ως δηλωμένος εχθρός του συστήματος. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν αναγνωρίζουμε διαφορές και αντιφάσεις στο εσωτερικό της κυριαρχίας, αλλά από το να τις προσεγγίζει κάποιος επιδερμικά και με βάση λάθος συμπεράσματα να χτίζει την στρατηγική του, είναι προτιμότερο να τις αγνοεί.
Η διαφορετική οπτική των απεργών για την κυβέρνηση Σύριζα και τον τρόπο αντιμετώπισής της επηρεάστηκε είτε άμεσα είτε έμμεσα, από μια ευρύτερη λογική στον χώρο σχετικά με την συγκεκριμένη κυβέρνηση που προϋπήρχε. Αυτή η λογική έπαιξε ρόλο και στην αλληλεγγύη προς τους απεργούς, ιδίως όσον αφορά την ένταση της πολιτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, την απόπειρα ματαίωσης της μαχητικότητας σε κάποιες στιγμές, την εισαγωγή ενός είδους «πολιτικού καθωσπρεπισμού» που όφειλε να συνοδεύει τις δράσεις αλληλεγγύης και ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις τουλάχιστον, εγγυόταν την αδράνεια ή την απονεύρωση ορισμένων τουλάχιστον κινητοποιήσεων.
Από αυτήν την οπτική για την κυβέρνηση εκπορεύτηκαν ως ένα βαθμό και «στρατηγικές που δεν δοκιμάστηκαν λόγω του εκβιασμού» από άλλους απεργούς για άμεση έναρξη της απεργίας και που για κάποιους στον χώρο θα ήταν πολύ προτιμότερο να είχαν εκείνες οι «στρατηγικές» επιλεγεί. Μια τέτοια «στρατηγική» ήταν η προηγούμενη βολιδοσκόπηση των διαθέσεων της κυβέρνησης «για να ξεδιπλώσει την πολιτική της» και η «προετοιμασία του χώρου» με άλλες δράσεις -αποχή συσσιτίου, στάσεις- με κορύφωση την απεργία. Μόνο που η στάση του χώρου, όπως απέδειξε και η εξέλιξη του κινήματος αλληλεγγύης, δεν αφορούσε τον χρόνο.
Το ζήτημα της βολιδοσκόπησης των διαθέσεων της κυβέρνησης παρέμενε από την αρχή ένα ζητούμενο για κάποιους απεργούς, με βάση το οποίο όρισαν και την ένταση της ίδιας της απεργίας. Ξεκινώντας με μια «χαλαρή» απεργία, παρακολουθώντας κυβερνητικές αντιδράσεις, προχωρώντας οι ίδιοι προσωπικά, όπως διαβεβαίωσαν μετά την απεργία, σε διαπραγματεύσεις με εκπρόσωπο του υπουργείου και προσπαθώντας να προσαρμόσουν την ίδια την απεργία στο κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα. Και όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις αυτές που έκαναν κάποιοι απεργοί ερήμην των υπολοίπων, περιέργως, κανένας στον χώρο δεν εξέφρασε ποτέ όχι μόνο δυσαρέσκεια, αλλά ούτε καν την απορία για το τι συζητιόταν κατά την διάρκειά τους. Γιατί αν μη τι άλλο, το λιγότερο που είχαν υποχρέωση να κάνουν οι συγκεκριμένοι πολιτικοί κρατούμενοι, αφού έτσι κι αλλιώς αποφάσισαν ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό πολιτικά σε αυτή την επιλογή, θα όφειλαν να ενημερώνουν για αυτές τους πάντες με δημόσια κείμενα.
Όπως θα όφειλαν να ενημερώνουν οι ίδιοι για το είδος της απεργίας που διεξάγουν. Γιατί σε άλλη περίπτωση, μάλλον είναι αυτοί που θεώρησαν ατομικό τους ζήτημα την συγκεκριμένη απεργία και δική τους υπόθεση τον τρόπο χειρισμού της, αφήνοντας ένα κίνημα αλληλεγγύης στην σκόπιμη άγνοια προθέσεων, κινήσεων και «στρατηγικών». Και στην τελική, πού αφορά το ζητούμενο της «ζύμωσης και της συνδιαμόρφωσης με τον χώρο» που αναφερόταν ουκ ολίγες φορές, το οποίο αναδείχτηκε σε κεντρικής σημασίας έλλειμμα σε προηγούμενες απεργίες και που δεν έγινε δυνατό να ξεπεραστεί ούτε σε αυτήν; Και πώς είναι δυνατόν να αναφέρεται ως βασική αιτία ο χρόνος έναρξης της απεργίας «λόγω των εκβιασμών», αλλά όχι η σιωπή γύρω από τέτοιες σημαντικές επιλογές και κινήσεις κάποιων απεργών; Πού αναφέρονται οι δηλώσεις περί εργαλειοποίησης των συντρόφων και πώς κάτι τέτοιο αποφεύγεται, αν όχι με το να αποκτούν οι αλληλέγγυοι τουλάχιστον γνώση των όποιων επιλογών των κρατουμένων;
Όσον αφορά το ζήτημα του τρόπου που μια απεργία πείνας διεξάγεται (αν κάποιος πίνει μόνο νερό ή χυμούς ή οτιδήποτε άλλο), για τον οποίο τόσος ντόρος έγινε, δεν είναι βασικά ζήτημα ηθικής, αλλά πρωτίστως είναι ζήτημα πολιτικής. Και το πολιτικό ζήτημα σε αυτό τον αγώνα, είναι ότι τελικά, η κυβέρνηση «έσερνε τον χορό», αφού περίμεναν να μάθουν πρώτα πότε είχε σκοπό να περάσει τις αλλαγές και αναλόγως να πορευτούν, σκληραίνοντας ή χαλαρώνοντας αναλόγως την απεργία. Αυτό μπορεί να αντιστοιχεί σε κάποιους που έχουν προσδοκίες από μια κυβέρνηση, όμως δεν αντιστοιχεί σε μια πολιτική κεντρικής πολιτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, για την οποία υπήρχε τουλάχιστον σε προφορικό επίπεδο μια κοινότητα από την πλειοψηφία των απεργών. Και εν τέλει με αυτούς τους όρους δεν υφίσταται ουσιαστικός εκβιασμός της κυβέρνησης, η οποία θα έπρεπε να είναι αυτή που θα σέρνεται πίσω από τους απεργούς, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση υποθηκεύουν την υγεία, ακόμα και την ζωή τους και θα έπρεπε να είναι αυτοί που θα έβαζαν τα χρονοδιαγράμματα κάνοντας την κυβέρνηση να τρέχει να προλάβει, καθιστώντας την απεργία πείνας αυτό που της αρμόζει να είναι: ένας ωμός εκβιασμός της πολιτικής εξουσίας. Αντ’ αυτού το υπουργείο εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο που του δόθηκε και επιδόθηκε σε μια τακτική καθυστερήσεων για να εκφυλίσει την απεργία και να φθείρει τους ίδιους τους απεργούς. Και αυτό δεν ήταν μια απόφαση που της υπαγορεύτηκε από κανένα «ακροδεξιό λόμπι» ούτε οφείλεται στην «απειρία και ατολμία της».
Από τα παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει ότι η απεργία πείνας δεν προκαλεί φθορές σε οποιονδήποτε άνθρωπο, καθώς υπό οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν διεξάγεται, συνιστά ένα πολύ άγριο για τον ανθρώπινο οργανισμό μέσο αγώνα. Και επειδή επιμένω, πως τελικά είναι στην διάθεση του κάθε αγωνιστή που διεξάγει μια απεργία πείνας να την χειριστεί όπως θέλει, αυτό όμως που είναι αναγκαίο είναι τουλάχιστον να κοινοποιεί τις αποφάσεις του. Αυτό δεν αφορά μόνο σε ζητήματα ειλικρίνειας και καλών συντροφικών σχέσεων. Αφορά και την κλιμάκωση ενός κινήματος αλληλεγγύης. Και όσον αφορά την συγκεκριμένη απεργία πείνας, είναι αυτονόητο ότι γινόταν με διαφορετικές ταχύτητες από τους απεργούς.
Αντί λοιπόν, να θεωρηθεί προβληματικό το γεγονός της αποσιώπησης των παραπάνω επιλογών κατά την διάρκεια διεξαγωγής της απεργίας, θεωρήθηκε «κορυφαίο πρόβλημα του κινήματος» από κάποιους, το γεγονός ότι ένας πολιτικός κρατούμενος, ο Μαζιώτης, αποφάσισε μετά την λήξη της απεργίας να μιλήσει για κάποιες από αυτές. Γεγονός που έγινε το πρόσχημα για την επίθεση εναντίον του που προανέφερα, επίθεση για την οποία κάποιοι ολοφάνερα ήταν έτοιμοι από καιρό. Και σε αυτήν την επίθεση ήταν ολοφάνερο ότι οι άλλοι απεργοί αξιοποιήθηκαν ως εργαλείο. Το αξιοσημείωτο ήταν πώς γίνεται κάποιους να τους «βγάζει από τα ρούχα τους» το γεγονός ότι λέγονται δημοσίως γεγονότα, τα οποία όμως έχουν ήδη γίνει γνωστά στα κέντρα εξουσίας -μηχανισμούς καταστολής, υπουργείο-, συμβάλλοντας έτσι ώστε και η ίδια η κυβέρνηση να χαράξει την δική της στρατηγική για την απεργία. Δεν υπάρχει άραγε, ηθικό πρόβλημα να κοινοποιούνται τακτικές και γεγονότα στον ίδιο τον εχθρό -για όσους δεν κατάλαβαν, μιλώ για το γεγονός των τηλεφωνικών επικοινωνιών μέσω των οποίων κοινοποιούνταν κάποιες τουλάχιστον αποφάσεις μεταξύ των απεργών-, αλλά υπάρχει όταν αυτά δημοσιοποιούνται; Δεν μας ενδιαφέρουν, δεν τα θεωρούμε άξια λόγου να τα γνωρίζουμε, είναι δικαίωμα του κάθε απεργού να κάνει ερήμην των αλληλέγγυων ό,τι θέλει; Ή μήπως τελικά, αφορά το ποιος τα δημοσιοποιεί;
Όσον αφορά το ζήτημα των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση που κάποιοι απεργοί κοινοποίησαν μετά την λήξη της απεργίας ότι έκαναν οι ίδιοι, γι’ αυτό αν μη τι άλλο θα μπορούσαν να μιλήσουν αναλυτικότερα έστω και εν των υστέρων. Ειδικά αφού η λέξη διαπραγμάτευση έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα, αφορά σε αλληλεπίδραση και προσπάθεια να βρεθεί κοινός τόπος με αυτόν που γίνεται η διαπραγμάτευση και υπερβαίνει κατά πολύ την έννοια της κοινοποίησης αποφάσεων προς το κυβερνητικό στρατόπεδο, η οποία εξάλλου, θα μπορούσε και να γίνει μόνο με δημόσια κείμενα. Με αυτή την έννοια το τι συζητήθηκε σε αυτές τις διαπραγματεύσεις και από τις δυο πλευρές, είναι απαραίτητο -και όχι μόνο για λόγους ιστορικούς- να μιλήσουν όσοι τις διεξήγαγαν αναλυτικά, ώστε να γνωρίζουν όλοι αν και σε ποιο βαθμό αυτές επηρέασαν την απεργία και την έκβασή της.
Να σημειώσω ότι οι εκτός των «τειχών» δεν μπορούν φυσικά να υποχρεώσουν τους μέσα ούτε τι απεργία πρέπει να κάνουν ούτε αν θα διαπραγματεύονται ή όχι με κυβερνήσεις, όμως αυτό το ζήτημα είναι σημαντικό να μην γίνεται παρασκηνιακά και να μην αποσιωπάται. Και όσον αφορά σε ζητήματα πολιτικών αξιών, ο καθένας κάθε φορά κρίνεται, ενώ σε ένα κίνημα αλληλεγγύης ο καθένας μπορεί να κινηθεί με βάση αυτά που γνωρίζει, να καθορίζει και την στάση του και την δράση του.
Το βαθύτερο πρόβλημα για εμένα σε αυτή την απεργία ήταν η διαρκής συρρίκνωση και αποδυνάμωση των δράσεων αλληλεγγύης όσο προχωρούσε η απεργία και που συμπυκνώνει σειρά πολιτικών προβλημάτων στον χώρο. Και αυτή η φθίνουσα πορεία δεν αντιστράφηκε στο ελάχιστο από το γεγονός ότι ένας απεργός πείνας, ο Νικολόπουλος από την ΣΠΦ έφτασε να πάθει σειρά ανακοπών, κινδυνεύοντας να πεθάνει. Ενώ προχωρούσε η απεργία πείνας και ενώ συνέβη αυτό το γεγονός που θα έπρεπε να εντείνει την κινητικότητα του χώρου, να πλαισιωθεί το κίνημα αλληλεγγύης από περισσότερους, να αποκτήσει επιπλέον μαχητικότητα και δυναμική, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Αν μη τι άλλο, αυτό δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στον χώρο και συνιστά μια μελανή σελίδα για αυτόν. Και όποια διαφωνία ή κριτική να προβάλλει κανείς ενάντια στις επιλογές ενός απεργού πείνας ή της ομάδας που ανήκει, το γεγονός ότι αυτός φτάνει το κατώφλι του θανάτου και δεν συγκινεί αυτούς οι οποίοι θεωρούν εαυτούς ότι διαθέτουν «τα υγιή αντανακλαστικά που οφείλει να έχει η κοινωνία» και ισχυρίζονται ότι είναι οι «τιμητές της υγιούς, αμφίδρομης αλληλεγγύης», δείχνει τουλάχιστον υποκρισία.
Ο κύριος παράγοντας που λειτούργησε υπονομευτικά ως προς την απεργία και το κίνημα αλληλεγγύης ήταν οι διαχωρισμοί, η επιλεκτικότητα στην αλληλεγγύη, η αρνητική στάση απέναντι στην επιλογή της ένοπλης δράσης, η «ειδική» αντιμετώπιση της κυβέρνησης από κάποιους και όχι η διαπίστωση ενός απεργού ότι το κίνημα αλληλεγγύης έφτασε στα όριά του. Γιατί όταν μπήκε το ζήτημα των ορίων του κινήματος αλληλεγγύης, αυτό είχε ήδη φτάσει στο ναδίρ πολύ πριν τερματίσουν κάποιοι κρατούμενοι την απεργία πείνας, συμπεριλαμβανομένου και του Μαζιώτη, ενώ η έκπτωση της αλληλεγγύης είχε φανεί σε όλο της το μεγαλείο από την αδράνεια μπροστά στην οριακή κατάσταση του Νικολόπουλου. Όσο δε αφορά στο ζήτημα των καθυστερήσεων από την κυβέρνηση και την αναγκαιότητα ή μη να συνεχιστεί η απεργία μέσα στο Πάσχα, γι’ αυτό όπως είπα και παραπάνω, οι αιτίες αυτής της εξέλιξης αφορούν το ζήτημα της «στρατηγικής» μέρους των απεργών να προσπαθούν να ακολουθούν τις κινήσεις και τα χρονοδιαγράμματα της κυβέρνησης, «στρατηγική» που σίγουρα εκ των πραγμάτων δεν τους χωρούσε όλους, λόγω και των διαφορετικών ταχυτήτων που είχε η απεργία.
Για το γεγονός ότι αφέθηκε ο Νικολόπουλος να πάθει τρεις φορές ανακοπή, δεν αφορά καθόλου το κίνημα αλληλεγγύης, την φθίνουσα δυναμική του, την εισαγωγή και προώθηση διαχωρισμών, την προσπάθεια απομόνωσης κάποιων απεργών; Αυτά είναι μηνύματα που δεν λαμβάνει υπόψιν της η πολιτική και δικαστική εξουσία; Σε άλλη περίπτωση, δηλαδή, της τραγικής κατάληξης αυτής της υπόθεσης το μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα θα ήταν να μπει η οριστική ταφλόπακα στην αλληλεγγύη, να ολοκληρώσουν κάποιοι τον πολιτικό εκφυλισμό και να ρίξουν τους τίτλους τέλους στην ίδια την προοπτική δημιουργίας ενός πραγματικού κινήματος. Και όχι μόνο δεν υπήρξε κανενός είδους αυτοκριτικής για όλα αυτά, αλλά προσπεράστηκαν ως «αυτονόητο πολιτικό δικαίωμα του καθένα» να υποβάλει, να στηρίξει δημόσια και κατά αυτό τον τρόπο να προωθήσει διαχωρισμούς στην αλληλεγγύη. Για όσους έχουν παρακολουθήσει την διαδρομή του Επαναστατικού Αγώνα, τόσο θεωρητική όσο και πρακτική, είναι αναγνωρισμένο πως φέρει σημαντικές πολιτικές διαφοροποιήσεις τόσο ως προς άλλες ένοπλες οργανώσεις όσο και ως προς μη ένοπλες οργανώσεις και ομάδες του χώρου. Παρόλα αυτά ποτέ δεν θα μπορούσε για τον Επαναστατικό Αγώνα να είναι κριτήριο αλληλεγγύης η όποια πολιτική διαφορά, όσο βαθιά και αν είναι, σε περιπτώσεις καταστολής και ιδίως, απεργιών πείνας.
Παρά τα όποια προβλήματα σε αυτήν την κινητοποίηση, αυτή η απεργία ήταν πολύ σημαντική γιατί, πέρα από τις όποιες αλλαγές έφερε στο κατασταλτικό οπλοστάσιο και πέρα από το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος συλλογικός αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση του Σύριζα, ήταν ο πρώτος αγώνας των πολιτικών κρατουμένων μέσα από τον οποίο επιχειρήθηκε η ενοποίηση του χώρου στο ζήτημα της αλληλεγγύης και με επέκταση στον ευρύτερο απελευθερωτικό αγώνα. Και σε αυτόν τον αγώνα δεν μπορούμε να προσπεράσουμε το γεγονός ότι τον διεξήγαγε «ένα υποκείμενο» που βρίσκεται στην φυλακή με την κατηγορία της ένοπλης δράσης. Το κεντρικό ζητούμενο που μένει να δοκιμαστεί ξανά και αφού έχουμε κάνει έναν απολογισμό αυτής της πρώτης απόπειρας, είναι ότι η δημιουργία ενός κινήματος αλληλεγγύης για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους οφείλει να παραμένει ένα επιθυμητός και αναγκαίος στόχος για να ξεπεραστούν διαχωρισμοί, να δομηθεί μια βάση ενωτική στον χώρο που κατά την άποψή μου είναι αναγκαία για να δημιουργήσουμε ένα επαναστατικό κίνημα. Γιατί αν θέλουμε επαναστατικό κίνημα και θεωρούμε ότι αυτό μπορούμε να το προωθήσουμε με διαχωρισμούς και εξαιρέσεις στην αλληλεγγύη, κάνουμε μεγάλο λάθος.
Αφού αυτό το κείμενο δημοσιεύεται ενώ η Εύη Σατήρη έχει ξεκινήσει απεργία πείνας διεκδικώντας την απελευθέρωσή της, οφείλω να εκφράσω την αλληλεγγύη μου σε αυτήν και να της ευχηθώ καλή δύναμη και καλή λευτεριά, ελπίζοντας παράλληλα ότι η υπόθεσή της και ο αγώνας της θα βρει καλύτερη και μεγαλύτερη ανταπόκριση. Η απεργία πείνας δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία κίνηση που καθορίστηκε από την στάση του χώρου απέναντι στον Σύριζα. Όλες οι αντιπαραθέσεις από τις εκλογές έως το δημοψήφισμα και την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, είχαν το ίδιο πολιτικό υπόβαθρο. Και έπεται συνέχεια…
Οι αυταπάτες της «αριστερής σύγκρουσης με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα» και το δημοψήφισμα
Το δημοψήφισμα χρίζει μιας ιδιαίτερης αναφοράς, καθώς εμπεριείχε συμπυκνωμένες τις πολιτικές θέσεις απέναντι στην κυβέρνηση και σε σειρά ζητημάτων, αλλά κυρίως γιατί έφερε στον αφρό την σύγχυση που προκαλεί η απουσία επαναστατικού σχεδίου και προοπτικής. Στην σύγχυση αυτή δεν είναι αμελητέα παράμετρος η θολούρα στην πολιτική ανάλυση, η οποία συχνά εκδηλώνεται με διάφορες «περισπούδαστες» προσεγγίσεις για την «αναπόφευκτη» σύγκρουση στο εσωτερικό της οργανωμένης εξουσίας και τα οφέλη που νομοτελειακά θα αφήσει για τον αγώνα η όξυνση αυτής της σύγκρουσης.
Το δημοψήφισμα και τις ψήφους τις αναλύω με βάση δυο παραμέτρους. Πρώτα την παράμετρο κοινωνία. Όσον αφορά το «ναι» στο δημοψήφισμα πιστεύω πως τα πράγματα είναι αρκετά καθαρά. Εκεί που υπάρχει το μπέρδεμα για τον χώρο είναι στο «όχι» και στην αποχή και κατά πόσο ή μια ή η άλλη επιλογή εξυπηρετεί την όξυνση του αγώνα ή δεν την εξυπηρετεί. Για να επαναλάβω κάποιες θέσεις μου για το δημοψήφισμα -ή να αποσαφηνίσω για όποιους δεν κατάλαβαν ή έκαναν ότι δεν κατάλαβαν-, εγώ στο κείμενο που δημοσίευσα πριν την σύνοδο κορυφής του Ιουλίου, δεν μίλησα για ένα «όχι», αλλά για πολλά. Στην κοινωνική βάση μεγάλο μέρος από τα «όχι» που έπεσαν στις κάλπες, είχαν κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο και ήταν άμεσο αποτέλεσμα της πίεσης που έχουν επιφέρει σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας τα μέτρα και τα μνημόνια. Για ένα μέρος αυτών που ψήφισαν «όχι» ήταν το απλό «δεν αντέχω άλλα μέτρα», χωρίς πολιτική στόχευση, χωρίς στρατηγικές. Και ένα μέρος αυτών των «όχι» καθόρισαν και οι σχετικές ψευδαισθήσεις ότι ίσως το δημοψήφισμα χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση για την αποφυγή νέων σκληρών μέτρων.
Όμως, απέναντι στα κοινωνικά «όχι», χωρίς σχέδιο και στρατηγική, δεν μπορούμε να σταθούμε με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στα «όχι» του χώρου και των διάφορων αριστερών κομμάτων και παρατάξεων, τα οποία υποστηρίζονται από ανάλυση και εντάσσονται σε κάποια «στρατηγική» για τον αγώνα. Εδώ η προσέγγιση δεν μπορεί να είναι ίδια. Για χάρη οικονομίας, βγάζουμε από την συζήτηση το «όχι» των χρυσαυγιτών, μιας και πρόκειται για απροκάλυπτα εχθρικό προς την επανάσταση «όχι». Εκεί που έχει σημασία, είναι να μείνουμε τουλάχιστον σε κάποια από τα «συγκροτημένα πολιτικά» «όχι» του χώρου. Ποια ή ποιες είναι οι στρατηγικές και οι πολιτικές στοχεύσεις αυτών των «όχι»; Και το σημαντικότερο, ερήμην οποιασδήποτε στρατηγικής από την μεριά τους σε περίπτωση grexit -συνθήκη που θα πυροδοτούσε την έκρηξη νέων πολιτικών αντιπαραθέσεων-, ποια θα ήταν η στάση τους, όχι μόνο στο εσωτερικό του χώρου, αλλά και απέναντι στην κοινωνία;
Εδώ να κάνω μια παρένθεση για να επισημάνω πως ό,τι λέω σε αυτό το κείμενο δεν αφορά πρόσωπα, αλλά πολιτικές θέσεις και τάσεις όπως αυτές τις βλέπω να εκφράζονται μέσα από τον δημόσιο λόγο και διάλογο. Λόγω της θέσης μου στην «παρανομία» ούτε ξέρω ούτε θέλω να μάθω -δεν με ενδιαφέρει άλλωστε- ποιοι είναι οι φυσικοί φορείς αυτών των θέσεων.
Ένα γενικό «πλάνο» για αρκετούς στον χώρο, ήταν ότι το δημοψήφισμα ήταν ευκαιρία για την «όξυνση των ταξικών αντιθέσεων». Αυτή η οπτική βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η κυβέρνηση θα ερχόταν σε ρήξη με τους δανειστές δεσμευμένη από ένα πλειοψηφικό «όχι»; Γιατί πρέπει κάποιος υποτίθεται συγκροτημένος πολιτικά να εθελοτυφλεί συνειδητά ή ασυνείδητα μπροστά στην δεδομένη απόφαση της κυβέρνησης να έρθει σε συμφωνία και όχι σε ρήξη και να κρατηθεί η χώρα στο ευρώ, απόφαση που εκφραζόταν συνεχώς σε κάθε ευκαιρία από τον Τσίπρα; Γιατί ενώ είναι λάθος κατά την άποψή μου να συμψηφίζεις όλα τα κοινωνικά «όχι» με το ψευτοδίλημμα που έβαζε η κυβέρνηση με το δημοψήφισμα, από την άλλη, είναι τραγικό να επενδύεις πολιτικά στην κυβέρνηση ότι θα κινηθεί προς την κατεύθυνση της όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων, ερχόμενη σε ρήξη με τους δανειστές με δική της βούληση και στηρίζοντας τα συμφέροντα των φτωχών. Είναι τραγικό να περιμένεις την κυβέρνηση να μπει μπροστά στην σύγκρουση με την ΕΕ και τους δανειστές εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των ταξικά και κοινωνικά αδύναμων. Είναι επίσης αυταπάτη που μπορεί να έχει τραγικά αποτελέσματα, να πιστεύεις ότι η όποια αντίθεση στο εσωτερικό της κυριαρχίας μπορεί αυτοτελώς να δώσει ώθηση σε ένα κίνημα ανατροπής.
Και ας υποθέσουμε ότι δεν κατάλαβαν καλά και πίστεψαν ότι τελικά δεν θα υπογραφεί καμία συμφωνία. Δηλαδή, επενδύουν στον Τσίπρα ότι θα «υπηρετήσει την λαϊκή ετυμηγορία» από λάθος εκτίμηση. Τι κάνουν όμως, όταν υπογράφεται η συμφωνία; Που είναι το «ανένδοτο» που κηρύττουν με το «όχι σημαίνει όχι»; Και αν πραγματικά πίστευαν στην μεγάλη σημασία για την επανάσταση που είχε αυτό το δημοψήφισμα, τότε αυτοί θα έπρεπε να θέτουν το ζήτημα της υπεράσπισης του «όχι» με την ένοπλη προλεταριακή βία ενάντια κατ’ αρχήν στην συγκεκριμένη κυβέρνηση. Και τελικά, πώς το υπερασπίζονται;
Η νέα ρητορική του «όχι μέχρι τέλους» που προωθούν, συνιστά την συνέχεια του εγκλωβισμού σε ρεφορμιστικές κατευθύνσεις και σε νέα αδιέξοδα. Η ίδια ρητορική υιοθετείται από την αριστερή τάση του Σύριζα που γέννησε το ΛΑΕ το οποίο και διεκδικεί το πλειοψηφικό «όχι» για τις ερχόμενες εκλογές, διάφορα κόμματα και παρατάξεις της αριστεράς και ένα τμήμα του χώρου και δείχνει τη νέα «συμμαχία» που πιθανό να διαμορφωθεί, με κάποιους από τον χώρο να ακολουθούν αυτή την φορά τους «δραχμιστές» ως την πολλά υποσχόμενη αυτή τάση της αριστεράς που θα «εγγυηθεί» την προώθηση σύγκρουσης με την ΕΕ.
Το μούδιασμα που ακολούθησε την συμφωνία Σύριζα-δανειστών στο τμήμα αυτό του χώρου που προώθησε το «όχι», ήταν αποτέλεσμα της μη κατανόησης των στόχων της κυβέρνησης, των στόχων της ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής ελίτ και της απουσίας οποιουδήποτε επαναστατικού σχεδιασμού για την αξιοποίηση της συγκυρίας. Αυτό το μούδιασμα καταγράφηκε από την απουσία οποιασδήποτε αντίδρασης στην συμφωνία. Σχετικά με αυτό η σύγκρουση μπροστά στην βουλή ήταν ένα σοβαρό πολιτικό βαρόμετρο. Όχι για την κοινωνία, αφού η απουσία της δείχνει ότι το δημοψήφισμα από μόνο του δεν ήταν δυνατό να ανατρέψει τις κοινωνικές διαθέσεις για μια πολιτική σύγκρουση με την κυβέρνηση, αλλά για τον χώρο. Και αν μη τι άλλο οφείλουμε να παραδεχτούμε όλοι, ότι οι λίγοι σύντροφοι που οργάνωσαν την σύγκρουση μπροστά στην βουλή, έσωσαν τα προσχήματα για λογαριασμό όλων. Και για τα στρατευμένα πολιτικά «όχι» του χώρου.
Όπως είπα και πιο πάνω στο κείμενο, η περίπτωση ενός grexit, την οποία θα προκαλούσαν οι δανειστές φυσικά, και όχι η κυβέρνηση, θα ήταν αυτή που θα πυροδοτούσε την κορύφωση των συγκρούσεων στο εσωτερικό του χώρου. Και αυτό γιατί ενώ πρόκειται για μια εξέλιξη που διόλου δεν υπόσχεται την προώθηση του επαναστατικού προτάγματος, ούτε καν μιας ειλικρινούς σύγκρουσης με την ελίτ, πολλοί από τον χώρο βλέπουν την έξοδο από το ευρώ νομοτελειακά ως «ένα βήμα που μας φέρνει πιο κοντά στο επαναστατικό ζητούμενο», αφού «θα μας απαλλάξει από τον ζυγό των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων» όπως είναι η Γερμανία.
Η τραγικότητα αυτής της άποψης και το βαρύ κόστος που αυτή θα είχε όχι μόνο για τον χώρο, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, μπορούμε σε όλο της το μεγαλείο να την προσεγγίσουμε αν προσπαθήσουμε να δούμε με πρακτικούς όρους την υλοποίηση ενός grexit. Αυτή η εξέλιξη που αποφεύχθηκε τελευταία στιγμή, δεν εξαφανίστηκε ως προοπτική και ενδεχόμενη πραγματοποίησή της στο μέλλον, άμεσο ή όχι, απαιτεί την αποσαφήνιση εδώ και τώρα όλων των πολιτικών στόχων και κατευθύνσεων του χώρου, ιδίως τώρα που η τάση της «δραχμής» έχει μετεξελιχθεί σε συγκροτημένο πολιτικό φορέα, απειλώντας πρώτα απ’ όλα να αφομοιώσει -αν δεν ενσωματώσει- την μερίδα αυτή του χώρου που μέχρι την συμφωνία και την «προδοσία» του «όχι», στεκόταν ευνοϊκά απέναντι στον Σύριζα. Και αυτό όχι μόνο γιατί το απαιτεί η ίδια η επαναστατική προοπτική, αλλά γιατί πρώτα και κύρια πρέπει να αποφευχθεί η κορύφωση ενός εσωτερικού πολιτικού δράματος και δεύτερον και κυριότερο, για να αποφευχθεί η κορύφωση ενός κοινωνικού δράματος.
Η μόνη ρήξη που θα μπορούσε να έρθει και αποφεύχθηκε τελευταία στιγμή, όπως έγραψα και στο προηγούμενο κείμενο, δεν ήταν αυτή που «θα έφερνε η αντιστεκόμενη στους δανειστές κυβέρνηση» όπως ήθελαν να πιστεύουν κάποιοι από τον χώρο. Ήταν αυτή που θα προκαλούσαν οι «εταίροι» πετώντας την Ελλάδα εκτός ευρώ. Και αυτό το grexit έχουμε συνειδητοποιήσει τι θα σήμαινε πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά; Αυτοί που έχουν ανάγει την έξοδο από την ΕΕ σε κεντρική πολιτική κατεύθυνση, με ποιο τρόπο αντιλαμβάνονται την συνέχεια σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αφού η ίδια η κρίση φέρνει την χώρα χωρίς ιδιαίτερες προσπάθειες από την πλευρά της αριστερής διακυβέρνησης προς την έξοδο; Και αφού έγινε ολοφάνερο ότι η έξοδος από το ευρώ προωθείται σθεναρά και συστηματικά από μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής ελίτ, η οποία ελίτ φυσικά, έχει και το σχέδιο της συνέχειας για την Ελλάδα, με ποιους όρους και στοχεύσεις βλέπουν αυτή την εξέλιξη ως θετική για την «όξυνση των ταξικών αντιπαραθέσεων», ως ωφέλιμη για τον αγώνα; Ή μήπως τελικά η ντε φάκτο αποδοχή ως θετική εξέλιξη ενός grexit -οποιουδήποτε και από όπου κι αν προέρχεται- και η πεποίθηση ότι από μόνο του θα «απελευθερώσει επαναστατικές δυναμικές», οδηγεί τελικά στην απόλυτη ενσωμάτωση και παραίτηση, σε αλλότρια με την επανάσταση σχέδια;
Για να γίνει σαφές τι εννοώ, θα χρειαστεί να κάνω μια αναδρομή στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις. Εν συντομία, η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στο δημοψήφισμα όταν βρέθηκε σε αδιέξοδο τόσο από την πλευρά των δανειστών, όσο και από την πλευρά των εσωτερικών στο κόμμα της αντιθέσεων. Πιστεύω πως ο καθένας πλέον αντιλαμβάνεται πως το αρχικό σχέδιο της κυβέρνησης ήταν να ασκήσει μια πίεση στους δανειστές ώστε να υπογράψουν μια συμφωνία ελαφρώς τροποποιημένη από τις ήδη υπάρχουσες, πιστεύοντας ότι αυτοί δεν θα φτάσουν στα άκρα λόγω «αδυναμίας της Ευρώπης να ρισκάρει ένα grexit». Με αυτό το πλάνο προχωρούσε όλους αυτούς τους μήνες, με τον χρόνο να αυξάνει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού κράτους και να καθιστά όλο και πιο δύσκολη την θέση της κυβέρνησης. Καθώς το αδιέξοδο βάθαινε, τα χρηματικά αποθέματα είχαν στερέψει, η κυβέρνηση αντιλαμβανόταν ότι από τη μια «ο έντιμος συμβιβασμός» θα μετατρεπόταν σε άτιμο συμβιβασμό και οι δανειστές δεν μπλόφαραν, η κυβέρνηση ερχόταν όλο και πιο κοντά με το ενδεχόμενο της εξόδου από το ευρώ, το οποίο με βάση το σκεπτικό της θα ερχόταν ως αποτέλεσμα ενός αδιεξόδου και ως πρωτοβουλία των ίδιων των «εταίρων», και για το οποίο υπεύθυνοι θα ήταν οι ευρωπαίοι και όχι αυτή. Μια λύση που όπως φάνηκε από τα γεγονότα, προωθούσε μέρος της ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής ελίτ, με πρωτεργάτες τις κυβερνήσεις του βορρά, αλλά που είχε επεξεργαστεί και συγκεκριμενοποιήσει το σύνολο των ηγητόρων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία και ετοίμασε το πιο πλήρες κείμενο.
Η κυβέρνηση ήθελε συμφωνία με κάθε τίμημα και μόνο οι διαφορετικές πολιτικές και η επαπειλούμενη σύγκρουση στο εσωτερικό του κυβερνόντος κόμματος δημιουργούσε προσκόμματα στην επίτευξή της. Και η κυρίαρχη στρατηγική για το δημοψήφισμα ήταν να χάσει το «όχι» και όχι το αντίθετο, αφού αυτό νομιμοποιούσε την κυβέρνηση να υπερκεράσει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του Σύριζα και να νομιμοποιήσει την συμφωνία στηριζόμενη στην «λαϊκή ετυμηγορία». Και έτσι εξηγούνται όλες οι φράσεις του Τσίπρα τόσο κατά την διάρκεια όσο και με το πέρας του δημοψηφίσματος: «Από αυτό το δημοψήφισμα δεν θα υπάρχουν νικητές και νικημένοι», «δεν θέλουμε ρήξη», «δεν θέλουμε διχασμό», «από Δευτέρα όλοι μαζί» και πολλά άλλα.
Όμως πολλοί από αυτούς τους οργανωμένους του χώρου και στρατευμένους πολιτικά με το «όχι» της κυβέρνησης, πανηγύριζαν στο σύνταγμα ή μάλλον, παραληρούσαν ενώ ο Τσίπρας εξηγούσε όσο πιο καθαρά μπορούσε, ότι αυτό το «όχι» για την κυβέρνηση δεν έχει καμία σημασία. Για να πούμε την αλήθεια έκανε ότι μπορούσε για να ηττηθεί και όλα συνηγορούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Και το αποτέλεσμα ήταν που έφερε σε πολύ δύσκολη θέση την κυβέρνηση, η οποία θα έπρεπε να πείσει τώρα τους δανειστές ότι το «όχι» τελικά, ήταν «ναι στο ευρώ» όπως προπαγάνδιζε σύσσωμη η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ και τα κόμματα του ντόπιου «συνταγματικού τόξου», ότι ήταν «όχι στη μη συμφωνία», «όχι στην ρήξη». Και αν δεν τους έπειθε, θα έπρεπε να τους πείσει ότι μπορεί κάλλιστα να γράψει το «όχι» στα παλιά του τα παπούτσια και να κάνει ό,τι του ζητήσουν.
Η ρήξη με τους δανειστές που εξακολουθούν να υπερασπίζονται κάποια πρώην στελέχη του Σύριζα μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες, ανοίγει σοβαρά ζητήματα που οφείλουν να απαντηθούν. Τι σημαίνει πρακτικά το grexit που προτάθηκε από τους δανειστές; Σε γενικές γραμμές συνιστά ένα είδος καραντίνας οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής με την Ελλάδα να μοιάζει περισσότερο με χώρα προσφύγων που θα επιβιώνουν με τα φάρμακα και τις κονσέρβες των Ευρωπαίων και με αντάλλαγμα μια «μερική διαγραφή του χρέους». Πρόκειται για την πτωχευτική διαδικασία ενός κράτους. Αυτήν πρότεινε ο Σόιμπλε, αυτήν η Κομισιόν.
Μια σειρά από χρήσιμα συμπεράσματα προέκυψαν μέσα από τα πραγματικά γεγονότα και καλό θα ήταν να μην προσπεραστούν, αφορούν τις θέσεις που έχουν υιοθετήσει και κάποιοι αναρχικοί για τον «γερμανικό ιμπεριαλισμό», τον οποίο και έθεσαν ως αιχμή της δράσης τους. Αυτά τα συμπεράσματα βγαίνουν αν απαντηθούν με σοβαρότητα και ψυχραιμία μερικά ερωτήματα που προέκυψαν μέσα από τα πρόσφατα γεγονότα.
Τελικά πού μας θέλει ο «γερμανικός ιμπεριαλισμός»; Εντός ή εκτός ευρώ και ΕΕ; Τι ακριβώς θέλει το «γερμανικό κεφάλαιο» να κάνει με την Ελλάδα; Και πού είναι η σύγκρουση συμφερόντων με το «ελληνικό κεφάλαιο», όταν το τελευταίο θέλει διακαώς να παραμείνει η χώρα στο ευρώ; Πώς εξηγείται η κοινή στόχευση γερμανικής κυβέρνησης και μερίδας της αριστερής κυβέρνησης για grexit; Και μάλιστα όχι για κάποιο διαφορετικό grexit από αυτό που προωθούσε ο Σόιμπλε, αφού δεν είδα πουθενά ούτε σχέδιο ανατρεπτικής δράσης εν μέσω μιας τέτοιας εξέλιξης ούτε μια διαφορετική πρόταση για έξοδο από το ευρώ. Και αυτό γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει. Είναι προφανές -και αυτό αποδεικνύεται όχι από μια ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση πλέον, αλλά από τα ίδια τα ιδιαίτερα πεισματάρικα ιστορικά γεγονότα- πως τέτοια εργαλεία ανάλυσης είναι τουλάχιστον ετεροχρονισμένα, αφού με βάση αυτά ούτε την πραγματικότητα δεν μπορείς να διαβάσεις. Πόσο μάλλον να την προβλέψεις. Και επειδή κάθε αιχμή της αντικαθεστωτικής μας δράσης εμπεριέχει τις ευρύτερες στοχεύσεις μας στον αγώνα στον οποίο προσκαλούμε και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας να συμμετέχουν, αυτό που κάθε φορά στοχεύουμε ως τον σημαντικότερο εχθρό, είναι και αυτό που εμπεριέχει τους ευρύτερους ανατρεπτικούς ή μη στόχους καθώς και την θέση μας για τις αιτίες της κρίσης και τις δυνατότητες αντιμετώπισής της.
Όταν λοιπόν ως κυρίαρχη εχθρική δύναμη τίθεται ένα ευρωπαϊκό κράτος και πολύ περισσότερο η ασκούμενη πολιτική της σε μια δεδομένη περίοδο -στην προκειμένη περίπτωση η Γερμανία-, πού ακριβώς βρίσκεται η επαναστατική προοπτική ενός ευρύτερου ανατρεπτικού κοινωνικού αγώνα; Είναι η Γερμανία -ή ο γερμανικός ιμπεριαλισμός όπως λέγεται- ο κύριος εχθρός των Ελλήνων προλετάριων; Και αν η γερμανική πολιτική δεν εφάρμοζε μια αυστηρή μονεταριστική πολιτική και επέβαλε στις αδύναμες οικονομίες της ευρωζώνης τις πολιτικές αυστηρής λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας και ακολουθούσε αυτή την κατεύθυνση που την προτρέπουν πολλοί από την υπερεθνική οικονομική -όπως ο Σόρος- και πολιτική ελίτ -συμπεριλαμβανομένων και πολλών κεϋνσιανιστών, μεταξύ των οποίων και ο Βαρουφάκης- να πράξει, ασκώντας έναν ηγεμονικό ιμπεριαλισμό μέσω πολιτικών αναδιανομής των πλεονασμάτων του βορρά, θα ήταν το ίδιο εχθρός των Ελλήνων; Θα έβρισκε καμία βάση η όλη ρητορική περί γερμανικού ιμπεριαλισμού; Και γιατί ολόκληρος ο συρφετός των εξουσιαστών παγκοσμίως ασκούν σφοδρή κριτική στην γερμανική πολιτική, χρεώνοντάς της ακριβώς το γεγονός ότι αρνείται να αναλάβει τον ρόλο μιας ηγεμονικής ιμπεριαλιστικής δύναμης στην Ευρώπη και ότι αυτή η άρνησή της είναι μια από τις σημαντικότερες αιτίες για το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή κρίση βαθαίνει όλο και περισσότερο;
Και στο κάτω κάτω, πού χωράει η κοινωνική και ταξική επανάσταση σε ένα πρόταγμα που μπορεί να χωράει όλη την εγχώρια οικονομική ελίτ, «η οποία πλήττεται από τον γερμανικό ιμπεριαλισμό»;
Είμαι βαθιά πεπεισμένη πως οι σύντροφοι που υιοθετούν και προωθούν αυτές τις θέσεις, καλό είναι να τις επανεξετάσουν με βάση τα νέα δεδομένα που θέτει η κυριαρχία στην εποχή μας και τα νέα χαρακτηριστικά της κρίσης, για τα οποία δεν αρκούν τα εργαλεία ανάλυσης άλλων ιστορικών περιόδων.
Είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο πως οι όποιες βελτιώσεις περάσουν (αν περάσουν) στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, αυτές θα γίνουν από την ίδια την υπερεθνική οικονομική και πολιτική ελίτ, καθώς ένα τμήμα της όπως είπα και προηγουμένως πιέζει για την απομάκρυνση από τις ακραίες νεοφιλελεύθερες θέσεις και την θεωρία των αυτορυθμιζόμενων αγορών (τις οποίες θέσεις εντάσσουν στον λεγόμενο φονταμενταλισμό της αγοράς), όπως και στον γερμανικό αυταρχισμό που αρνείται να παίξει τον ρόλο μιας «καλής ιμπεριαλιστικής δύναμης για να σώσει την Ευρώπη». Και αυτή η τάση που στηρίζεται και από πολυεκατομμυριούχους κερδοσκόπους όπως ο Σόρος, δεν βασίζεται σε κάποια κοινωνική ή ταξική ευαισθησία τους, αλλά στην αγωνία των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών για την επιβίωση του παγκοσμιοποιημένου συστήματος, για την υπέρβαση της κρίσης στην Ευρώπη, αλλά και παγκόσμια και την επανεκκίνηση της συστημικής αναπαραγωγής. Μόνο που για να βρει περισσότερα ερείσματα στους κόλπους των εξουσιαστών, θα πρέπει οι κοινωνίες να υποστούν ακόμα μεγαλύτερες καταστροφές, περισσότερα πλήγματα από τις πολιτικές που αυτή την περίοδο εφαρμόζονται.
Πολλοί ήταν αυτοί που καμώνονταν τον ιθύνων νου σχετικά με τις προοπτικές της κυβερνητικής «σύγκρουσης» με τους δανειστές, την προοπτική της ρήξης και τα «πολύτιμα» πολιτικά αποτελέσματα αυτής της εξέλιξης για το κίνημα, όμως πόσοι πραγματικά έχουν ασχοληθεί με τις θέσεις των κυβερνητικών παραγόντων που ενεπλάκησαν με την διαπραγμάτευση ή που προσπάθησαν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις; Πόσοι ήταν αυτοί που πίστεψαν ότι τελικά θα είναι αναπόφευκτη η ρήξη με τους δανειστές με επιλογή της ίδιας της κυβέρνησης; Ο δε Βαρουφάκης, ο οποίος και μέχρι την σύνοδο κορυφής του Ιουλίου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, είχε καταγράψει πολύ πριν έρθει ο Σύριζα στην εξουσία την θέση του για μια έξοδο από το ευρώ. Ήταν και παρέμεινε σταθερά αρνητικός προς αυτή την κατεύθυνση, επιχειρηματολογώντας για την καταστροφική θέση που θα ερχόταν η χώρα αν έβγαινε από την ευρωζώνη.
Η θέση του ήταν σταθερά υπέρ του ευρώ, ενώ παράλληλα φλέρταρε με την προοπτική της πτώχευσης του ελληνικού κράτους εντός του ευρώ με αθέτηση πληρωμών, επιλογή που κατά την άποψή του θα έφερνε την όποια ελληνική κυβέρνηση το έπραττε σε πλεονεκτική διαπραγματευτική θέση. Μην παραλείποντας βέβαια, να ενημερώσει πως αυτή η «προνομιακή διαπραγματευτική θέση» θα είχε σοβαρά τιμήματα για την κοινωνική βάση, ένα εκ των οποίων θα ήταν η αδυναμία πληρωμής συντάξεων για δύο χρόνια. Όπως επίσης, θεωρούσε δεδομένο πως μια σκληρή διαπραγματευτική στάση της κυβέρνησης μπορούσε να υιοθετηθεί χωρίς τον φόβο ότι θα μας πετάξουν εκτός ευρώ, αφού, όπως εκτιμούσε, δεν θα επιλέξουν οι Ευρωπαίοι να επιφέρουν μια ρωγμή στην ευρωζώνη που θα οδηγήσει στην διάλυσή της.
Με βάση αυτή την εκτίμηση πορεύτηκε η κυβέρνηση όλους τους μήνες του διαπραγματευτικού σίριαλ, πιστεύοντας ότι μπορεί να πιέζει χωρίς κόστος για την ίδια και χωρίς καμία προοπτική να βγει αυτοβούλως εκτός ευρώ, φλερτάροντας μόνο με την προοπτική της στάσης πληρωμών, δηλαδή, την πτώχευση εντός του ευρώ. Μέχρι που η σκληρή πραγματικότητα ήρθε να την διαψεύσει, αφού ναι μεν το ισχυρότερο τμήμα της ευρωπαϊκής ελίτ ήθελε την Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, όμως από την άλλη δεν ήταν διατεθειμένη να δεχτεί τους όρους μιας κυβέρνησης που η πολιτική της δεν ευθυγραμμιζόταν με την κυρίαρχη πολιτική για την αντιμετώπιση των υπερχρεωμένων χωρών.
Τα αποτελέσματα εξόδου από το ευρώ ο Τσίπρας τα συνέλαβε πλήρως όταν του πέταξε ο Γιούνκερ τον τόμο του grexit στο κεφάλι, για να πει αργότερα το χαρακτηριστικό «αυτό δεν είναι grexit, θα μας τινάξουν στον αέρα», δίνοντας τον χαρακτήρα αυτών που θα επακολουθούσαν. Και ο γνωστός δραχμιστής Λαπαβίτσας είχε φροντίσει να δηλώσει εγκαίρως ότι «σε αυτή την φάση το grexit είναι λάθος». Όσον αφορά τον Λαφαζάνη, αυτός ακόμα δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει πρακτικά ένα grexit.
Επανερχόμενοι στο «μυστικό σχέδιο της κυβέρνησης» για το ενδεχόμενο μιας πτώχευσης εντός ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ενός πλάνου για την αντιμετώπιση ενός αναπόφευκτου grexit -όπως τελικά κατάλαβαν μετά από πολύ κόπο- σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος κηρύξει στάση πληρωμών, ο Βαρουφάκης σε συνεργασία με τον αμερικανοκορεάτη πρώην στέλεχος της Leman Brothers, Γκλεν Κιμ, καθώς και με εταιρία συμβούλων που βοηθούσε το Πουέρτο Ρίκο στην διαδικασία της πτώχευσής του, εισηγήθηκε ένα πλάνο 6 μηνών, όσο θα διαρκούσε η διαδικασία πτώχευσης της ελληνικής οικονομίας και εκποίησής της. Σύμφωνα με αυτό το πλάνο αφού οι μισθοί και οι συντάξεις θα μειώνονταν στο 30%, για το υπόλοιπο 70% θα πραγματοποιούνταν λογιστικές εγγραφές σε λογαριασμούς σε δραχμές (η υποτίμηση της δραχμής θα εξαφάνιζε το μεγαλύτερο ποσοστό του υπόλοιπου 70% της σύνταξης) ή IOU, θα γίνονταν άμεσα αποκρατικοποιήσεις όλων των υποδομών και θα υπήρχε έλεγχος συναλλαγματικών αποθεμάτων για τις αγορές πρώτων υλών. Για το πώς θα πληρώνονταν οι μισθοί, έστω και αυτό το 30%, αφού είχαν αδειάσει τα κρατικά ταμεία, την απάντηση έδωσε ο Λαφαζάνης με την περίφημη αναφορά στα 22 δις που κατέχει η Τράπεζα της Ελλάδας.
Και επειδή δεν μπορούσε προφανώς κανένας στον Σύριζα να σκεφτεί ότι  δεν ανήκουν στο ελληνικό κράτος αυτά τα λεφτά, αλλά στο ευρωσύστημα και κανένα δικαίωμα δεν έχουν να τα πειράξουν, τους κοινοποιήθηκε από την ΕΚΤ ότι αυτά τα χρήματα αυτόματα θα τα καθιστούσε πλαστά το ευρωσύστημα και θα έκοβε το αντίστοιχο ποσό αλλού. Η περίφημη ανταπάντηση του Λαφαζάνη ήταν ότι «θα καλύψουμε τις χρηματοδοτικές ανάγκες με τον χρυσό από την Τράπεζα της Ελλάδας», κάνοντας αναφορά και στις τραπεζικές θυρίδες. Και όταν αυτή η θέση δημοσιοποιήθηκε, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι «δεν είμαι τρομοκράτης για να εισβάλω στην Τράπεζα της Ελλάδας». Και καθώς αυτές οι περίφημες σκέψεις και προβληματικές έρχονταν στην δημοσιότητα, το ένα μετά το άλλο τα στελέχη του Σύριζα έσπευσαν να επισημάνουν ότι «απλώς τέθηκαν κάποια ερωτήματα». Στα οποία ερωτήματα οι απαντήσεις δόθηκαν από τους «θεσμούς». Προσπερνώντας όλα αυτά τα σημεία της ιστορίας που θα ήταν απλώς φαιδρά αν δεν αφορούσαν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, κάποιοι τιμητές του όχι από το κυβερνητικό στρατόπεδο επιμένουν σε μια διέξοδο -του grexit- που ούτε κατέχουν ούτε μπορούν να στηρίξουν.
Είπα και στο κείμενο που δημοσίευσα με αφορμή το δημοψήφισμα πως η έξοδος από το ευρώ δεν είναι μια λογιστική διαδικασία. Είναι ένας μεγάλος κοινωνικός, οικονομικός και πολιτικός σεισμός. Η πρωτοφανής σε ένταση και ταχύτητα μείωση του ήδη μαστιζόμενου από την κρίση και τα μνημόνια βιοτικού επιπέδου στην χώρα, θα έφερνε αναπόφευκτα και κοινωνική έκρηξη. Άνθρωποι που δεν θα έχουν να φάνε θα εφορμούν σε σούπερ μάρκετ. Άνθρωποι που οι αποταμιεύσεις τους θα χάνονται μαζί με τις τράπεζες που θα καταρρέουν, θα επιτίθενται και θα τις σπάνε. Ο στρατός θα κληθεί να επιβάλει την τάξη και αυτό σήμαινε το υπονοούμενο του Καμμένου ότι «ο στρατός είναι έτοιμος να διαφυλάξει την σταθερότητα στην χώρα». Και προφανώς αυτοί που δεν αντιδρούσαν με μια κατά μέτωπο σύγκρουση με την κυβέρνηση, θα το έκαναν άραγε στην περίπτωση του grexit; Και τι στάση άραγε θα κρατούσαν στην περίπτωση κοινωνικής έκρηξης και κινητοποίησης σωμάτων ασφαλείας και στρατού για την αντιμετώπισή της;
Να κάνω μια παρένθεση για να αναφερθώ στους κεφαλαιακούς ελέγχους και τις ουρές έξω από τις τράπεζες που είδαμε το προηγούμενο διάστημα: Οι άνθρωποι που στέκονταν στις ουρές έξω από τις τράπεζες δεν ήταν «ταξικός εχθρός». Ο ταξικός εχθρός τα λεφτά του τα είχε αποσύρει από τις ελληνικές τράπεζες καιρό πριν και αυτοί που εγκλωβίστηκαν ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία μικροκαταθέτες. Αν για κάποιους ταξικός εχθρός και αλλοτρίωση είναι να στήνεται κάποιος στις ουρές για να πάρει 50 ευρώ να συντηρηθεί γιατί δεν έχει άλλο εισόδημα, γιατί δεν θέλει να του τα φάνε οι τράπεζες που είναι εδώ και χρόνια χρεοκοπημένες και που βρέθηκαν με το δημοψήφισμα ένα βήμα πριν την κατάρρευση ή να πάρει ένα τμήμα μιας ήδη κατακρεουργημένης σύνταξης, τότε αυτοί πραγματικά βρίσκονται σε λάθος δρόμο που φτάνει τα όρια της αντικοινωνικότητας. Κλείνει η παρένθεση.
Για να επανέλθω στο ζήτημα του grexit, αυτό πιστεύω ότι πρέπει να συζητηθεί διεξοδικά και με ειλικρίνεια από τον χώρο. Όσοι βλέπουν την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ ως ένα βήμα, ως ευκαιρία, ποια θα ήταν τα επόμενα κατά την άποψή τους βήματα για ένα κίνημα; Δεδομένου ότι σε αυτά τα «όχι» που στόχευαν στην έξοδο από την ΕΕ δεν είδα πουθενά να δηλώνεται η αναγκαιότητα μιας Επανάστασης. Αντιθέτως, διάβαζα για «μικρά βήματα», ότι «δεν θέλουμε ευθεία ρήξη στην Ελλάδα ούτε επανάσταση, γιατί θα νοιώσουμε πολλαπλάσιες επιθέσεις από την πλευρά του κεφαλαίου» και πως «μόνο αν η κατάσταση στην Ευρώπη πυροδοτήσει αντίστοιχες αντιδράσεις σε άλλες χώρες, μπορεί κάτι να προχωρήσει μπροστά». «Ακολουθούν πολλά βήματα», κλπ. Υπάρχουν και θέσεις που έχουν παλιότερα καταγραφεί και που αναφέρονται ρητά στην «αξιοπρεπή στάση» της κυβέρνησης της Αργεντινής να κηρύξει μερική στάση πληρωμών για μέρος του χρέους της, φέρνοντας τις αναλογίες στην ελληνική πραγματικότητα με την ευχή ο Σύριζα να ακολουθήσει ανάλογη πολιτική. Μην αναφέροντας βέβαια ότι η κυβέρνηση της Αργεντινής κατέληξε να πληρώνει κανονικά τις υποχρεώσεις της ύστερα από τις αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων που δικαίωναν τους δανειστές της.
Επειδή στο προηγούμενο κείμενό μου είχα κάνει σαφές τι βλέπω να επακολουθεί ενός grexit και τι εγώ θεωρώ ως αναγκαίο να κάνει σε μια τέτοια περίπτωση ένα επαναστατικό κίνημα, δηλαδή να πολεμήσει ενάντια στην αριστερή προσπάθεια ανασυγκρότησης του εγχώριου καπιταλισμού σε άλλες βάσεις -δεν ξεχνάω τις αναφορές σε «προβοκάτσιες» από κάποιους αμέσως μετά την νίκη του Σύριζα στις εκλογές, όταν μιλούσαν για πιθανές κοινωνικές αντιδράσεις στην κυβέρνηση-, οφείλω να πω πως η όποια σύγκριση της δικής μου σαφέστατης θέσης -με την αποσπασματική παρουσίαση προτάσεων διαχωρισμένων από το συνολικό πολιτικό πλαίσιο που αυτές μπαίνουν- με θέσεις άλλων συντρόφων που έχουν κάνει εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις, τοποθετήσεις, αναλύσεις και εκφράζουν άλλες πολιτικές στοχεύσεις, καταλήγει σε τελείως λανθασμένα συμπεράσματα για την θέση την δική μου όσο και των υπολοίπων και δεν νομίζω ότι γίνεται με καμία «καλή πρόθεση».
Δεν διάβαζα για επανάσταση από αυτούς που στήριζαν ένα «όχι» για την προώθηση της εξόδου από την ΕΕ, αλλά για «όξυνση της ταξικής αντιπαράθεσης» και για «ευκαιρίες που θα χαθούν». Ή για «τρένα της ιστορίας που θα περνούν από δίπλα μας», όταν αυτού του είδους τα τρένα μόνο σε επανάσταση δεν οδηγούν και που αν θέλει κάποιος να κάνει την Επανάσταση, δεν αρκεί μόνο να ανέβει, αλλά και να τα κουρσέψει.
Είναι περισσότερο από σαφές ότι υπάρχουν άνθρωποι στον χώρο που όχι μόνο δεν θέλουν επανάσταση, αλλά την θεωρούν και επιβλαβή. Είναι «εκτός ημερήσιας διάταξης», «εκτός εποχής», «είναι ανώριμες οι συνθήκες» και πολλά άλλα. Έχουμε πει επανειλημμένως ως Επαναστατικός Αγώνας και ως πρόσωπα, τόσο εγώ όσο και ο σύντροφος Μαζιώτης, ότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ιδανικές. Απουσιάζουν οι υποκειμενικές συνθήκες. Και δεν φέρει η κοινωνία την ευθύνη για αυτό. Φέρουμε όλοι ευθύνη και κάποιοι ακόμα μεγαλύτερη. Και ιδίως αυτοί που τον πολιτικό τους ρόλο στις εξελίξεις τον αναζητούν στα πολιτικά σχέδια άλλων, λόγω της ανυπαρξίας δικού τους σχεδίου. Οι άλλοι μπορεί να είναι ο Σύριζα, ή κάποιες συνιστώσες του ή άλλες οργανωμένες αριστερές τάσεις. Με αποτέλεσμα να μετατρέπονται και οι ίδιοι σε συνιστώσα του κυρίαρχου παιχνιδιού.
Προφανώς και τα «επιφανή» μυαλά στον Σύριζα δεν είχαν αντιληφθεί ότι στον βαθμό που είναι άρρηκτα συνδεμένη η χώρα και κάθε της κρατική, κοινωνική και οικονομική λειτουργία, με τις συνθήκες, τις συμβάσεις και τα μνημόνια, κάθε μονομερής πράξη θα αντιμετωπιστεί από την ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ελίτ ως πράξη πολέμου. Και σίγουρα δεν υπάρχει κανένας ούτε στον Σύριζα, αλλά ούτε και σε οποιονδήποτε άλλο σχήμα της αριστεράς που να θέλει πόλεμο με το σύστημα. Προφανώς και είχαν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να κάνουν ανώδυνες πολιτικές αλλαγές, ακόμα και στο νόμισμα της χώρας. Όμως αυτές οι αλλαγές συνιστούν πράξεις ρήξης, σύγκρουσης και πολέμου. Ο Επαναστατικός Αγώνας τα έχει πει όλα αυτά σε ανύποπτο χρόνο.
Είναι διατεθειμένοι οι αριστεροί οποιασδήποτε τάσης να προχωρήσουν σε μια διαδικασία συνεχών ρήξεων, έτσι όπως απαιτεί κάθε σχέδιο αλλαγής πολιτικής πλεύσης, κόντρα με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ΕΕ; Είναι στην ΛΑΕ και οπουδήποτε αλλού στην οργανωμένη αριστερά, καθεστωτική ή «αντικαθεστωτική», να κάνουν πόλεμο με την οικονομική και πολιτική υπερεθνική ελίτ; Είναι ικανοί να εισβάλουν στην Τράπεζα της Ελλάδας και να πάρουν τα αποθέματα σε χρυσό, κηρύσσοντας έτσι πόλεμο με την ντόπια και ξένη πολιτική ελίτ; Και αν υποθέσουμε ότι την κάνουν τελικά, ορμώμενοι από την έλλειψη αντίληψης της πραγματικότητας που θα τους υπαγόρευε ότι «είναι δικαίωμά τους» και ότι δεν θα έχουν αντίποινα, πώς θα αντιμετώπιζαν τις επόμενες αναγκαιότητες για περαιτέρω ρήξεις και συγκρούσεις με την υπερεθνική οικονομική και πολιτική ελίτ; Πώς θα αντιμετώπιζαν το οικονομικό εμπάργκο από τις αγορές, την καθολική απομόνωση, την απουσία στήριξης από άλλα κράτη; Πώς θα αντιμετώπιζαν τον πόλεμο από την ντόπια ελίτ; Πώς θα ανοικοδομούσαν σε «νέες βάσεις» τον εγχώριο καπιταλισμό, αφού αυτό είναι το δικό τους ζητούμενο και όχι οι ανατροπές και οι συγκρούσεις;
Ο Σύριζα δεν είχε ποτέ ούτε κατά διάνοια στην ατζέντα του την κρατικοποίηση παραγωγικών δομών και επιχειρήσεων, πέρα από τις τράπεζες. Όσον αφορά τους «δραχμιστές» και την αναπόφευκτη προοπτική των κρατικοποιήσεων, όχι γιατί έχουν κάποιο πολιτικό πρόβλημα με το κεφάλαιο, μεγάλο ή μικρό, αλλά γιατί αυτό -ντόπιο και αλλοδαπό- θα έχει εγκαταλείψει την χώρα, αυτή η πολιτική πώς θα στηριχτεί; Δεδομένου ότι ο μόνος τρόπος ανεύρεσης ρευστότητας θα είναι ο δανεισμός και δεδομένου ότι δανεισμός από τις κεφαλαιαγορές θα είναι αδύνατος, η προοπτική του δανεισμού μπορεί να υλοποιηθεί μόνο με εσωτερικό δανεισμό, όπως εξ’ άλλου έχουν διαμηνύσει ήδη οι οικονομολόγοι της δραχμής στις αναλύσεις τους. Και τι μπορεί να σημαίνει εσωτερικός δανεισμός, από την στιγμή ιδίως που το μεγάλο κεφάλαιο θα έχει ήδη δραπετεύσει από την χώρα; Προφανώς και αφορά τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα -συμπεριλαμβανομένης και της πρώην μεσαίας τάξης- των οποίων καταθέσεις, μισθοί και συντάξεις θα μετατραπούν σε δανεικά -και αγύριστα- προς χάριν της εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η πολιτική της δραχμής συνοδεύεται από την ανάγκη υιοθέτησης μιας πολιτικής ελλειμμάτων για την στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Και αυτή η ανάπτυξη θα επιτευχθεί με την νομισματική υποτίμηση, την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και την σε σύντομο διάστημα δημιουργία πλεονασμάτων από τις εξαγωγές, με τα οποία θα αποπληρωθεί το χρέος και θα φέρει και την κοινωνική ευημερία στην χώρα. Τέλος του παραμυθιού. Όμως αυτή η πολιτική πρόταση για το ξεπέρασμα της κρίσης στην Ελλάδα, έχει πολλές προβληματικές στοχεύσεις και παραμέτρους, που μέσα από την καθεστωτική οπτική καθιστά σίγουρο ότι θα ναυαγήσει. Και δεν θα ναυαγήσει λόγω κάποιας συνωμοσίας των ξένων πολιτικών και οικονομικών κέντρων που θέλουν να κρατήσουν την Ελλάδα σε συνθήκες αποικίας χρέους. Θα ναυαγήσει λόγω των αντιφάσεων που η ίδια η πολιτική αυτή φέρει και λόγω του περιβάλλοντος της κρίσης στο οποίο θα εφαρμοστεί. Μιας κρίσης που δεν είναι ούτε μόνο ελληνική ούτε μόνο ευρωπαϊκή. Είναι κρίση παγκόσμια.
Η πολιτική της ανάπτυξης μέσω των ελλειμμάτων που σε συνδυασμό με την απουσία πηγών δανεισμού, θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να στηρίξει την παραγωγή φουσκώνοντας ακόμα περισσότερο το χρέος, καθίσταται εντελώς ανεφάρμοστη και ανεδαφική. Αλλά ακόμη και αν υπήρχε προοπτική με πρακτικούς όρους να πετύχει μια τέτοια πολιτική, αυτή θα δημιουργούσε νέα βουνά χρεών τα οποία θα έπεφταν φυσικά στις πλάτες των οικονομικά αδύναμων, ενώ η προοπτική της ανταγωνιστικής οικονομίας που θα βασίζεται στις εξαγωγές, σκοντάφτει στην διεθνή κρίση και στην δεδομένη αδυναμία απορρόφησης του «ανταγωνιστικού» ελληνικού παραγόμενου προϊόντος.
Τι θα έκαναν με το τραπεζικό σύστημα που θα κατέρρεε συμπαρασύροντας όλες τις οικονομικές δραστηριότητες στην χώρα; Πώς και με ποιους όρους θα έθεταν ξανά σε λειτουργία την καθεστωτική οικονομία; Πώς θα αναδιαμόρφωναν την εγχώρια παραγωγή, όταν αυτή εξαρτάται εξ’ ολοκλήρου από εισαγωγές και πώς θα αντιδρούσαν απέναντι στις πολυεθνικές που έχουν κυριεύσει την οικονομική παραγωγή και οι οποίες θα εκμεταλλεύονται το εγχώριο εργατικό δυναμικό, που η αξία του θα έχει πέσει κάτω και από αυτό της Βουλγαρίας, παράγοντας προϊόντα προς εξαγωγή τη στιγμή που στην Ελλάδα κόσμος θα πεθαίνει από την πείνα; Πιστεύουν αφελώς ότι η επιστροφή στην δραχμή σημαίνει αυτόματα και μείωση του χρέους. Μόνο που παραβλέπουν πως με βάση το πρώτο μνημόνιο το χρέος είναι αδύνατο όχι μόνο να διαγραφεί, αλλά και να κουρευτεί μονομερώς με την πρωτοβουλία ελληνικής κυβέρνησης.
Η δε επιτροπή λογιστικού ελέγχου για το χρέος που πρωτοστατούσε η Κωνσταντοπούλου, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πολιτική φούσκα, ένα θέατρο εσωτερικής κατανάλωσης. Πέρα από το γεγονός ότι όλο το χρέος θα έπρεπε να ορίζεται ως απεχθές, αφού αυτό δημιουργήθηκε στο σύνολό του για την ενίσχυση της ντόπιας και ξένης οικονομικής ελίτ της οποίας τα συμφέροντα ήταν πάντα σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της αδύναμης κοινωνικής βάσης στην Ελλάδα, η παραμικρή απόπειρα να διαγραφεί μονομερώς μέρος του χρέους, θα είναι μια ακόμη πράξη πολέμου απέναντι στους δανειστές. Το να αθετεί μια κυβέρνηση μονομερώς τις υποχρεώσεις της στους δανειστές της, έχει αντίποινα, όπως έγινε με την Αργεντινή, η οποία σύρθηκε στα διεθνή δικαστήρια και στο τέλος υποχρεώθηκε να πληρώσει στο ακέραιο αυτά που αρχικά είχε αρνηθεί. Και η Αργεντινή δεν είχε μνημόνια υπογράψει. Θα προχωρούσε ποτέ ο Σύριζα -ακόμα και αν επί ημερών του πεταγόταν η Ελλάδα εκτός ευρωζώνης- στο σκίσιμο των μνημονίων και των συμβάσεων με τους δανειστές και θα κήρυττε στάση πληρωμών; Ή μήπως πιστεύει κανείς ότι θα το κάνει αυτό κάποιο πολιτικό μόρφωμα της αριστεράς όπως η ΛΑΕ; Πρόκειται για ανέκδοτα.
Ο Σύριζα δεν υπήρξε ποτέ κόμμα ριζοσπαστικό και πολύ περισσότερο δεν υπήρξε κόμμα ανατρεπτικό. Είναι βαθιά συντηρητικό -ακόμα και στις πλέον φαινομενικά ακραίες θέσεις του- και η ύπαρξή του βασίζεται στην πεποίθηση ότι είναι δυνατό να διαχειριστεί τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις με μόνη προοπτική την αποτελεσματικότερη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως έλεγαν και οι ακολουθητές του Κέυνς, που δήλωνε ειλικρινώς ότι δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο, αλλά να τον βελτιώσει, αποστολή των κεϋνσιανιστών είναι «να σώσουν το σύστημα από τον εαυτό του». Ε, λοιπόν, το σύστημα δεν θέλει την βοήθειά τους. Και γι’ αυτό το μοντέλο που στην ουσία έχει χρεοκοπήσει από την δεκαετία του ΄70, αντιμετωπίζεται ως πολεμικό από τις ελίτ και από το σύνολο του παγκοσμιοποιημένου καθεστώτος.
Η παραμικρή αλλαγή θεωρείται ως κίνηση ρήξης και αντιμετωπίζεται με τις ανάλογες κυρώσεις και επιθέσεις. Για να εφαρμοστεί σήμερα ο κεϋνσιανισμός, προϋποθέτει πόλεμο σε πολλά μέτωπα. Και όχι μόνο δεν υπάρχει το πολιτικό υποκείμενο να τον διεξάγει (εξ’ άλλου που ακούστηκε πόλεμος για λίγες βελτιώσεις του υπάρχοντος καθεστώτος;), αλλά είναι εντελώς απευκταία προοπτική για την κοινωνία ολόκληρη να πρέπει να θυσιαστεί σε τέτοιο βαθμό, για να αλλάξουν μόνο λίγα μικρά πραγματάκια στο υπάρχον καθεστώς. Και αυτό γιατί όπως πιστεύουν οι αριστεροί, «το σύστημα θα έχει και καλύτερες προοπτικές επιβίωσης»
Πόλα Ρούπα
Μέλος του Επαναστατικού Αγώνα

 

 Το  Δεύτερο Μέρος  εδω: Για την επαναστατική προοπτική

 

* Αναδημοσίευση από athens.indymedia.org   οπου δημοσιεύτηκε με αυτόν τον τίτλο: “ Επίκαιρη ανάλυση της καταζητούμενης συντρόφισσας Πόλας Ρούπα , μέλους του Επαναστατικού Αγώνα ”