Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού


Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού

 

(Από το Βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου)

 

large_20160721114601_i_genesi_tou_oloklirotismoyΠρόλογος του εκδότη*

Η Γένεση τον Ολοκληρωτισμού ή σύμφωνα με τον αρχικό του τίτλο Οικονομι­κή υπανάπτυξη και κοινωνική επανάσταση, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα που γράφτηκαν ποτέ για τη ρώσικη επανάσταση και το γραφειοκρατικό εκφυλισμό της. Θα λέγαμε ότι την εποχή που γράφτηκε, το 1955-56, αποτελούσε από όσο γνωρίζουμε την πιο ολοκληρωμένη και σφαιρική μελέτη για το ρώσικο ολοκληρωτικό φαινόμενο στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Αυτή η ογκώδης μελέ­τη, την οποία έγραψε ο Παπαϊωάννου στα ελληνικά, σε ηλικία 30 χρόνων αποτελεί βέβαια σε ό,τι αφορά την ελληνική ασθενική βιβλιογραφία μια ανεπανάληπτη επιστημονική και θεωρητική κορύφωση.

Ο Παπαϊωάννου χρησιμοποιώντας ένα πλούτο πληροφοριών και αποδεικτικού υλικού εκτείνει τον προβληματισμό του από την οικονομία μέχρι τη φιλοσοφία και εντοπίζει με διεισδυτικότητα τα βασι­κά χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού φαινομένου και της μετεξέλιξης της ρώσι­κης εργατικής επανάστασης σε δικτατορία πάνω στην ίδια την εργατική τάξη. Προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε με μια εργασία που έχει απλά ιστορική αξία, για μια «στιγμή» στην πορεία ανάλυσης της σοβιετικής επανάστασης και αντεπανάστασης, αλλά για ένα έργο κλασικό με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή ένα έργο που εξακολουθεί να είναι επαρκές ερμηνευτικά και σήμερα, τουλάχι­στον μετά από 35 χρόνια.

Το έργο του Παπαϊωάννου δεν περιορίζεται σε μια εξέταση της πορείας της ρώσικης επανάστασης και του σοβιετικού κράτους αλλά προσπαθεί σε πολλαπλά επίπεδα va διαγράψει και να περιγράψει από τις περισσότερες δυνατές οπτικές γωνίες τα ίδια τα αίτια αυτής της μετεξέλιξης. Έτσι στα αρχικά κεφάλαια, μέχρι το VIII, προσπαθεί να διερευνήσει τους παράγοντες που επέτρεψαν και ενίσχυ­σα» τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Το πρώτο μέρος, μέχρι το κεφάλαιο V, ασχολείται με τους οικονομικούς όρους που είναι  απαραίτητοι για την πραγματοποίηση επαναστάσεων στις καθυστερημένες χώρες και την ανάπτυξη του αντίστοιχου θεωρητικού προβληματισμού στη μαρξιστική σκέψη. O Παπαϊωάννου επισημαίνει το ρόλο του κράτους στην επέκταση της βιομηχα­νοποίησης και την καπιταλιστική ανάπτυξη, καθώς και την αντίστοιχη υποτίμηση του ρόλου του κράτους από τον Μαρξ.

Η πολιτική εξουσία και το κράτος έπαιξαν σε τελική ανάλυση πολύ μεγαλύτερο ρόλο για την καπιταλιστική ανάπτυξη στην ίδια την Αγγλία πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, για να μην αναφερθούμε στον αυξημένο ρόλο τον κράτους όσο πιο καθυστερημένα μπαίνει η κάθε συγκε­κριμένη χώρα στην κούρσα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Όπως συνάγεται από την ανάλυση της Ιαπωνίας και της «επανάστασης» των Μέιτζι ή της Πρωσίας και κυρίως της τσαρικής Ρωσίας, η πολιτική εξουσία αποτελεί ουσιαστικό παράγο­ντα για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Παπαϊωάννου προδιαγράφει φαινόμενα που επρόκειτο να ακολουθήσουν, όπως το κύμα των «σοσιαλιστικών καθεστώτων» στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και τις προσπάθειες της κρατικής βιομηχανοποίησης.

Στην ίδια κατεύθυνση επισημαίνει το ρόλο των εθνικών κρατών και της εθνικής κινητοποίησης στις σύγχρονες κοινωνίες και την υποτίμησή τους από τον Μαρξ. Προσεγγίζει έτσι το πρόβλημα τον χαρακτήρα της επανάστασης στις προκαπιτα-λιστικές -σήμερα θα λέγαμε υπανάπτυκτες- χώρες. Αστικοδημοκρατική επανά­σταση, σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική και καουτσκική ορθοδοξία, τροτσκιστική διαρκής επανάσταση ή ναροντνικός λαϊκισμός; Η συζήτηση ακόμα συνεχί­ζεται στον Τρίτο Κόσμο, και μέχρι χθες κυριαρχούσε και στον προβληματισμό της ελληνικής αριστεράς. Πάντα ένα είναι το βασικό συμπέρασμα: σε συνθήκες υπανάπτυξης του καπιταλισμού η αστική τάξη είναι ραχητική και οι διαχειριστι­κές τάξεις, είτε στην επαναστατική τους εκδοχή, της επαναστατικής διανόησης, είτε της ίδιας της κρατικής γραφειοκρατίας αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας τη βιομηχανοποίηση. Σε συνθήκες υπανάπτυξης η ίδια η εργατική τάξη και οι αγρότες μπορούν να κληθούν από την ιστορία σε συνεργασία με τη διανόηση να αναλάβουν την πρωτοκαθεδρία.

Στο κεφάλαιο VI ο Παπαϊωάννου εξετάζει τη θεωρία του ολοκληρωτικού κόμ­ματος, η οποία αναδεικνύεται σταδιακά μέσα από την αντιπαράθεση της λενινι­στικής με τη μαρξιστική αντίληψη τον κόμματος – και τη σταλινική παραμόρφω­ση «ολοκλήρωση» του λενινισμού. Από τη μαρξιστική αντίληψη του κόμματος ως απλού τμήματος των πιο συνειδητών προλεταρίων περάσαμε στη λενινιστική αντίληψη του μονολιθικά συγκροτημένου κόμματος υπό την κυριαρχία των επαγ­γελματιών επαναστατών και καταλήξαμε στη σταλινική εκδοχή τον δημοκρατι­κού συγκεντρωτισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συγκροτήθηκε όχι μόνο το εργαλείο τον ολοκληρωτισμού αλλά και εκείνο του εξανδραποδισμού των εργατικών μα­ζών απέναντι στην ίδια την επανάστασή τους, μέσω της… πρωτοπορίας τους! Η υποταγή της εργατικής τάξης στην γνώση των επαναστατών διανοουμένων την προετοιμάζει, πολύ πριν την επανάσταση και την μετεξέλιξη/εκφυλισμό της, στο να αποδεχτεί την ολοκληρωτική κυριαρχία της γραφειοκρατίας.

Το κεφάλαιο VII – που είναι εκτενέστατο – ασχολείται με τη γενεαλογία τον κράτους, τόσο στη μαρξιστική σκέψη όσο, κυρίως, στην ίδια τη ρώσικη πραγματι­κότητα. Η βυζαντινομογγολική γενεαλογία του μοσχοβίτικου κράτους δεν έχει ως συνέπεια μόνο την ταύτιση της πολιτικής με την οικονομική εξουσία αλλά και με την πνευματική. Και αυτή ακριβώς είναι η ιδιαιτερότητα τον ρώσικου και σοβιε­τικού ολοκληρωτισμού στη συνέχεια, όπως και των αποπειρών τον ισλαμικού ολοκληρωτισμού σήμερα. Ήδη στο Βυζάντιο δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα σε εγκόσμια και πνευματική εξουσία, που εγκαινιάστηκε στη Δύση με την σύ­γκρουση μεταξύ Πάπα και Αυτοκράτορα. Αν προσθέσουμε τη μογγολική κυριαρ­χία και τη δημιουργία των κοινωνικών τάξεων από τα πάνω -χαρακτηριστική είναι η πρακτική του Ιβάν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου- αποκτούμε μια εικόνα για την ιδιαιτερότητα της ρώσικης απολυταρχίας, που μπορεί να εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό πολλές από τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Η επισήμανση της τρισυπόστατης φύσης του ολοκληρωτισμού, που την ανακαλύπτει en passant ο Παπαϊωάννου, είναι μια θεμελιώδης διαπίστωση της σύγχρονης πολιτι­κής επιστήμης. Ο ολοκληρωτισμός έχει μια τριπλή θεμελίωση. Είναι ταυτόχρονα οικονομικός – συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας στα χέρια του κράτους· πολιτικός – έλλειψη ελευθεριών και τέλος πνευματικός – το κράτος μέσω του εκκλησιαστικού μηχανισμού ή του κόμματος και της ερμηνείας της κυρίαρχης θρησκευτικής ή μη μεταφυσικής γίνεται κύριος των πνευμάτων.

Πρόκειται για μια κοινωνία που δεν έχει γνωρίσει ποτέ τη δημοκρατία ή το διαχωρισμό της κοινωνίας των πολιτών από το κράτος. Οι διαδικασίες του εκ­συγχρονισμού του τσαρικού κράτους, που οδηγούν στην απελευθέρωση των δου­λοπαροίκων το 1861 και την επέκταση της εκβιομηχάνισης, διευρύνουν το ρόλο και τις δυνατότητες της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και προπαντός της ιντελιγκέντσιας, υπερακοντίζουν τις αντίστοιχες δυνατότητες μιας κρατικοδίαιτης και ασθενικής αστικής τάξης. Κάτω από την αποσυντιθέμενη τσαρική απολυταρχία η εργατική τάξη και η ιντελιγκέντσια -ο όρος εξάλλου εφευρέθηκε στη Ρωσία-αναδεικνύονται σε δυνάμεις ισχυρότατες που ξεπερνούν σε ισχύ τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές τάξεις.

Η ρώσικη εργατική τάξη, μικρή σε σχέση με τα μεγέθη της χώρας, αλλά υπερσυγκεντρωμένη -ήταν η πιο συγκεντρωμένη εργατική τάξη σ’ όλο τον κόσμο, σε μερικές πόλεις-κλειδιά και σε τεράστιες μονάδες- είναι ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα πρωτοπόρα σε κινητοποιήσεις και απεργίες. Όσο για τη ρώσικη ιντελιγκέντσια, σ’ ένα κράτος που θέλει να εκσυγχρονιστεί για να μπορεί να παίζει το ρόλο της παγκόσμιας δύναμης, αποκτά μια καταπληκτική δύναμη και αυτονομία. Ποιός αγνοεί το ρόλο της ρώσικης ιντελιγκέντσιας, που ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά λάμπει στο παγκόσμιο στερέωμα, όχι μόνο με τους Ντοστογιέφσκι και Τολστόι αλλά και με τους Μπακούνιν και Κροπότκιν, τους Τσερνιτσέφσκι και Χέρτζεν, τους Πλεχάνωφ και Τκάτσεφ, και συνεγείρει όλη την Ευρώπη με αγωνιστές ενάντια στην απολυταρχία όπως η Βέρα Ζασούλιτς και οι λοιποί Αρμόδιοι και Αριστογείτονες του ρώσικου ποπουλισμού.

Η διανόηση δοκίμασε αρχικά να ανατρέψει μόνη της την απολυταρχία. Είναι το πρώτο κύμα των ναρόντνικων. Στη συνέχεια ακολουθεί το κάλεσμα στο λαό και ο σχηματισμός του σοσιαλ-επαναστατικού κόμματος, που υλοποιεί τη συμμαχία διανόησης-αγροτιάς. Τέλος ο μπολσεβικισμός διευρύνει τη συμμαχία της διανόησης προς την κατεύθυνση της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων λαών και εθνών της φυλακής των λαών». Προδιαγράφει έτσι με ακρίβεια τη συμμαχία της επανάστασης του 1917. Όμως η τάξη που ενοποιεί το μέτωπο των δυνάμεων ακριβώς αυτή η τάξη που… δεν υπάρχει, η διανόηση.

Πρόκειται για μια από τις ιδιαιτερότητες της διανόησης το ότι ενδύεται πάντα το σχήμα του «υπερασπιστή του λαού», χωρίς ιδιαίτερη και ξέχωρη υπόσταση. Και όμως στην πραγματικότητα αυτή θα αποτελέσει την κύρια δύναμη της επαναστατικής συμμαχίας. Η θεωρία και η διαμόρφωση του «κόμματος νέου τύπου», δηλαδή του λενινιστικού κόμματος που καθοδηγείται από τους επαγγελματίες επαναστάτες αποτέλεσε μια καταπληκτική πολιτική σύλληψη, για να μεταβάλει μια ηγεσία χωρίς στρατό, τη διανόηση, σε μια δύναμη ανατροπής μέσα από τη σύνθεση της με την εργατική πρωτοπορία. Εκ προοιμίου, λοιπόν, η διαμόρφωση του μπολσεβίκικου κόμματος αποτέλεσε τη δάση για την επανάσταση του 1917. Από τον Νετσάγιεφ, το νιχιλιστή επαναστάτη, στο θεωρητικό και την ψυχή του επαναστατικού ναροντνικισμού, τον Τκάτσεφ, μέχρι τον Λένιν που συνδύασε τη θέληση της ανατροπής της απολυταρχίας με τη στρατηγική συμμαχία με το προ­λεταριάτο, η επαναστατική διανόηση της Ρωσίας επρόκειτο να διαμορφώσει τα όπλα της.

Μετά από αυτή την «εισαγωγή», που περιλαμβάνει το ένα τρίτο του κειμένου, ο Παπαϊωάννου περιγράφει τη ρώσικη διαρκή επανάσταση και τη θεμελίωση του ολοκληρωτικού κράτους. Πράγματι η ανάλυση του Παπαϊωάννου δεν μένει στα περιοριστικά και αναγωγικά σχήματα που συχνά κυριαρχούν στις μέρες μας σε ό,τι αφορά τη ρώσικη επανάσταση. Αντικείμενο θαυμασμού και λατρείας, κάπο­τε, η ρώσικη επανάσταση βυθίστηκε, σήμερα, στα τάρταρα της περιφρόνησης. Από την εξύμνηση της προλεταριακής εξέγερσης περάσαμε στο χαρακτηρισμό της ως πραξικόπημα. Όμως για τον Παπαϊωάννου η ρώσικη επανάσταση δεν παύει να είναι μια αυθεντική επανάσταση. Ο Λένιν παρόλο που υπήρξε υπεύθυ­νος για πολλές από τις παραμορφώσεις που ακολούθησαν δεν ταυτίζεται με τον Στάλιν. Ο Παπαϊωάννου χρησιμοποιεί δύο εργαλεία στην ανάλυση της ρώσικης επανάστασης και της εξέλιξης τον σοβιετικού καθεστώτος: εκείνο της ταξικής συμμαχίας -έμμεσα- και κυρίως αυτό της διαρκούς επανάστασης. Ας αρχίσουμε από το δεύτερο, που αποτελεί και την κύρια συμβολή του.

Η ρώσικη επανάσταση ακολουθεί το τροτσκιστικό σχήμα της διαρκούς επανά­στασης για το πέρασμα από την αστικοδημοκρατική στην προλεταριακή φάση. Ως εδώ τίποτε το καινούργιο. Όμως η διαρκής επανάσταση δεν σταματά εδώ. Μετά την προλεταριακή φάση ακολουθεί μια νέα φάση, η γραφειοκρατική, όπου η εξουσία σταθεροποιείται, έστω πρόσκαιρα, στα χέρια της γραφειοκρατίας. Η γραφειοκρατία στην αντίληψη του Παπαϊωάννου δεν αποτελεί όπως στον Τρότσκι ή τον Καστοριάδη ένα «στρώμα» ή μια τάξη που αναπτύσσεται ex nibilo εξαιτίας της ανάληψης της διαχείρισης από το κομμουνιστικό κόμμα και την εργατική ελίτ. Παρόλο που πράγματι γνωρίζει μια τεράστια ανάπτυξη, αποτελεί τη συνέχεια και τη μετεξέλιξη μιας τάξης, της διανόησης, η οποία όχι μόνο συμμετείχε στην επανάσταση αλλά και αποτελούσε τον εγκέφαλό της. Ακριβώς αυτό το νόημα έχει η ανάλυση που προηγήθηκε για τη φύση και το ρόλο της διανόησης στην προετοιμασία της επανάστασης.

Πολλοί είναι αυτοί που στηριγ­μένοι στην εκκαθάριση των παλιών μπολσεβίκων από τον Στάλιν προβάλλουν ένα σχήμα που ταιριάζει στην εκ του μηδενός γέννηση της γραφειοκρατίας, σύμ­φωνα με έναν απλό κοινωνικό λαμαρκισμό: πρώτη φάση, εργατική επανάσταση κάτω από την καθοδήγηση των μπολσεβίκων και δεύτερη φάση, γραφειοκρατική Θερμιδώρ, όπου η νέα τάξη που αναδύθηκε μέσα από τη διαχείριση της εξουσίας και της παραγωγής εξαλείφει τους επαναστάτες για να μπορέσει να σταθεροποι­ήσει την εξουσία της. Πρόκειται για το τροτσκιστικό σχήμα της «προδομένης επανάστασης». Όμως ο Παπαϊωάννου δείχνει όχι μόνο τις ευθύνες τον ίδιου του Λένιν και της αντίληψης του μπολσεβικισμού στην καθυπόταξη του προλεταριά­του, αλλά επιμένει ιδιαίτερα και στις ευθύνες του Τρότσκι.

Ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού ήταν όχι μόνο αυτός που έφερε σε πέρας την καταστολή της εξέγερ­σης της Κροστάνδης, που στην πραγματικότητα σημαδεύει την πρώτη ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στην ιντελιγκέντσια και την εργατική τάξη, αλλά και ο θεω­ρητικός της στρατιωτικοποίησης της οικονομίας, των στρατοπέδων καταναγκα­στικής εργασίας, της υποταγής των συνδικάτων κ.λπ. Αυτά που επρόκειτο να πραγματοποιήσει ο Στάλιν δέκα χρόνια αργότερα, διατυπώθηκαν αρχικά από τον ίδιο τον Τρότσκι! Θα μπορούσαμε λοιπόν να μιλήσουμε όχι μόνο για λενινι­στική γενεαλογία του σταλινισμού αλλά και για τροτσκιστική!

Η καταστροφή των παλιών μπολσεβίκων δεν έγινε γιατί αποτελούσαν την έκφραση της προλεταριακής αντίληψης απέναντι στη γραφειοκρατία αλλά γιατί ως εκφραστές της επαναστατικής διανόησης, όχι μόνο δεν ήταν οι κατάλληλοι για να φέρουν σε πέρας μια αιματηρή και μακρόχρονη καταστολή, αλλά και γιατί ως επαναστάτες αποτελούσαν στην πλειοψηφία τους τους εκφραστές της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τη διανόηση, των χρόνων του κοινού αγώνα για την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας. Και βέβαια το ίδιο ισχύει για τον Λένιν και τον Τρότσκι, σε αντίθεση με τον Στάλιν, ο οποίος μεταβλήθηκε στον εκφρα­στή της νέας κατάστασης, όπου η διανόηση δεν είναι πια οι déclassés διανοούμε­νοι των οποίων τα χρόνια της εξουσίας και τα κάτεργα επέτρεπαν τη μυθολογική ταύτιση αλλά και την πραγματική συμμαχία με το προλεταριάτο.

Τώρα πια η κομματική διανόηση είχε δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, έπρεπε να διαχειριστεί το «ανθρώπινο υλικό», όχι με προκηρύξεις και επαναστατικές εκκλήσεις αλλά με την πειθαρχία, την υποταγή, την καταστο­λή. Σπάνιοι, λοιπόν, είναι οι άνθρωποι που μπορούν να εκφράσουν τη μια κατά­σταση μετά την άλλη, τον ένα ρόλο ως απόρροια του προηγούμενου. Ο Στάλιν υπήρξε ένας από αυτούς σε αντίθεση με τους παλιούς μπολσεβίκους. Αυτό είναι το νόημα της εκκαθάρισης της παλιάς επαναστατικής διανόησης, μιας τομής στη συνέχεια και όχι μιας παρθενογένεσης. Εξάλλου οι επαναστάτες διανοούμενοι δύσκολα μπορούσαν να δεχτούν την προσωπική δικτατορία, την κυριαρχία του λιβανωτού, το σκοταδισμό. Επιπλέον -κάτι πολύ σημαντικό για κάθε δικτάτορα και το πολιτικό προσωπικό της δικτατορίας στο σύνολό του- είχαν γνωρίσει από κοντά του νέους «ημίθεους» και το ποιόν τους. Πολλοί άνθρωποι πέθαναν για πολύ λιγότερα, ώστε να απορούμε για την εξόντωσή τους.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το νέο φως που ρίχνει ο Παπαϊωάννου στη ρώσικη επα­νάσταση πρόκειται για μια διαρκή επανάσταση που κατέληξε στον ολοκληρωτι­σμό, ως σταθεροποίηση της ηγεμονίας μιας και μόνης τάξης. Ας δούμε τα στάδια της. Στην πρώτη της φάση, την επανάσταση του Φλεβάρη συμμετέχει στην επανάσταση «όλος ο λαός». Δηλαδή εκτός από τους εργάτες, τους αγρότες και τη διανόηση συμμετέχουν και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης, καθώς και η φιλελεύθερη αστική τάξη. Σύντομα, με τον Οκτώβρη, η συμμαχία μετατοπίζε­ται σε συμμαχία τριών τάξεων, των εργατών, των αγροτών και της επαναστατι­κής διανόησης και των καταπιεζόμενων εθνών.

Στη συνέχεια, κάτω από τις συν­θήκες του εμφυλίου και κυρίως της εκθετικής ανάπτυξης των δυνάμεων της γρα­φειοκρατίας, που εκφράζει πια τη «διανόηση» όλης της κοινωνίας και αφού η αστική τάξη έχει εξαλειφθεί, τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι την ολοκλήρωση της βίαιης κολλεκτιβοποίησης δεν αποτέλεσαν παρά τη διαδικασία υποταγής των «συμμάχων» κάτω από την ολοκληρωτική φτέρνα της γραφειοκρατίας, με πρώτα τα έθνη της ρώσικης περιφέρειας. Να, λοιπόν, ένα ακόμα χαρακτηριστικό του ολοκληρωτισμού: η αδιαμφισβήτητη και τρομοκρατική κυριαρχία μιας τάξης ή ακόμα και ενός μέρους της πάνω σε όλη την κοινωνία.

Η διαδικασία της διαρκούς επανάστασης του Τρότσκι δεν βρήκε την ολοκλήρωσή της στο πέρασμα από την αστικοδημοκρατική επανάσταση στην εργατική αλλά επρόκειτο να συνεχιστεί και να σταθεροποιηθεί προσωρινά στη γραφειοκρατική της κατάληξη. Και αυτό το σχήμα επιβεβαιώθηκε τόσες φορές έκτοτε, ώστε το σχήμα του Παπαϊωάννου έγινε κλασικό σε ό,τι αφορά την επανάσταση στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Στην ιρανική επανάσταση βλέπουμε να εκφράζεται η ίδια ταξική δυναμική, με άλλα ονόματα, πρωταγωνιστές και ιδεολογίες. Μια νέα κοινωνική οργάνωση είχε γεννηθεί, ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός.

Το τεράστιο ταμπλώ του Παπαϊωάννου έχει ολοκληρωθεί. Μέσα σε 450 σελίδες μεγάλου σχήματος, με ένα τεράστιο πλούτο πληροφοριών και αποδεικτικού υλι­κού περιγράφει σχεδόν με κλινική ακρίβεια τη γένεση του ολοκληρωτισμού, περί­που 35 χρόνια πριν οι «Έλληνες μαρξιστές» (sic) αποτολμήσουν να χρησιμοποιή­σουν, όχι τα αναλυτικά εργαλεία, αλλά ακόμα και τον ίδιο τον όρο. Γι’ αυτό εξάλλου και το βιβλίο του Παπαϊωάννου παρόλο που εκδόθηκε πολύ πρώιμα στην Ελλάδα – το 1959 – θάφτηκε. Θάφτηκε από την αριστερά, βέβαια, γιατί δεν μιλάνε για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου, από τη δεξιά, γιατί η ανάλυση του Παπαϊωάννου δεν ταιριάζει με τη δαιμονολογία και την ηλιθιότητα, μια και δεν εμφάνιζε τη Σοβιετική Ένωση σαν μαρξιστικό κράτος αλλά το ακριβώς αντίθετο. Τέλος και από την άκρα αριστερά και την ανεξάρτητη ελληνική διανόηση γιατί βέβαια ο Παπαϊωάννου δεν έμενε ούτε στα τροτσκιστικά κλισέ ούτε στα ψελλίσματα των μαρξιστών – λενινιστών. Αντίθετα τολμούσε να κριτικάρει τον ίδιο τον Λένιν και να μιλήσει για «ολοκληρωτισμό», οπτική που ξεπερνούσε την ψευδο-μαρξιστική λογική της απόρριψης του διαχωρισμού βάσης – εποικοδομήματος. Όταν πριν μερικά χρόνια επανεκδόθηκε το βιβλίο η αριστερή διανόηση έκανε ό,τι μπορούσε για να το θάψει με πρόσχημα την ιδεολογική απόχρωση του εκδο­τικού οίκου που το εξέδωσε.

Από τότε που γράφτηκαν αυτές οι σελίδες από τον Παπαϊωάννου πολύ νερό κύλησε στις όχθες του Μόσκοβα. Το σταλινικό οικοδόμημα άρχισε αρχικά να αμφισβητείται και σήμερα ζούμε τις οδύνες της κατάρρευσης του μέσα σε μια δημοκρατική επανάσταση που συνεχίζεται και της οποίας δεν μπορούμε ακόμα να προδιαγράψουμε το μέλλον, ούτε τις πιθανές εξελίξεις. Αυτό πάντως που αποδείχτηκε είναι πως το «αθάνατο» οικοδόμημα του Στάλιν και της γραφειο­κρατικής ηγεμονίας ήταν πράγματι ένα καθεστώς «εκτάκτου ανάγκης», χωρίς κίνητρο στην παραγωγή και χωρίς δυνατότητα να ανταγωνιστεί τον κοινωνικό καπιταλισμό.

Γιατί ταυτόχρονα δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες για τη φύση των καθε­στώτων της Δύσης. Ο κρατικός ή γραφειοκρατικός σοσιαλισμός δεν βρισκόταν σε αντιπαράθεση με τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα ή ακόμα περισσότερο με τις αφαιρέσεις και τα σχήματα της πολιτικής οικονομίας, αλλά με τον ευρύτατα κρατικοποιημένο και κοινωνικοποιημένο καπιταλισμό («σοσιαλ-καπιταλισμό») του 20ού αιώνα. Η κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού δεν σήμανε το θρίαμ­βο κάποιου μυθικού φιλελεύθερου καπιταλισμού και την ήττα της τάξης των διαχειριστών αλλά την αντικατάσταση μιας μορφής ηγεμονίας με μια άλλη, όπου μοιράζονται την εξουσία με την αστική τάξη.

 Η υποτίμηση του ρόλου των διανοουμένων και των διαχειριστών κάθε είδους είναι χαρακτηριστική στη σκέψη τον Μαρξ, που τείνει να μεταφέρει το σχήμα της ανάπτυξης της αστικής τάξης και της κοινωνίας της Αγγλίας μετά την βιομηχανι­κή επανάσταση σε όλο τον κόσμο, προηγούμενο, παρόντα και μελλοντικό. Δύο είναι οι κατ’ εξοχήν τάξεις σε όλες τις κοινωνίες, οι ιδιοκτητικές και οι τάξεις των άμεσων παραγωγών. Οι υπόλοιπες είναι δευτερεύουσες μορφές, υπολείμματα των παλιότερων κοινωνικών σχηματισμών ή εξαρτήματα των κυρίαρχων τάξεων. Και όμως υπήρξαν κοινωνίες όπου οι διαχειριστικές τάξεις κυριαρχούσαν σε όλα τα επίπεδα – όπως στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία ή την Κίνα, ενώ ταυτόχρονα και στις σύγχρονες κοινωνίες ο ρόλος των διαχειριστικών τάξεων υπήρξε πολύ σημαντικός.

Και ενώ ο ίδιος ο Μαρξ εξηγεί πως η ανάπτυξη τον καπιταλισμού οδηγεί στην εξάλειψη των αστών-ιδιοκτητών μέσα από τη συγκέντρωση της παραγωγής και ο Ένγκελς μιλά ήδη για κρατικό καπιταλισμό, εντούτοις ποτέ δεν προχώρησαν την ανάλυσή τους αυτή μέχρι τις τελικές της συνέπειες, ότι δηλαδή δεν είναι μόνο οι ιδιοκτητικές τάξεις που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο καπιταλισμό αλλά και οι διαχειριστικές. Ο ρόλος των κατόχων της γνώσης μεγαλώνει αδιάκοπα, όσο αυ­ξάνεται η συγκέντρωση του κεφαλαίου και η χρήση της επιστήμης στην παραγωγή και τη διαχείριση.

Έτσι, σύμφωνα με το κυρίαρχο μαρξιστικό σχήμα, οι διανοούμενοι, με την ευρεία έννοια του όρου, τάσσονται είτε με την αστική τάξη, στην πλειοψηφία τους, είτε με το προλεταριάτο, οι λιγότεροι. Οι ίδιοι δεν διαθέτουν αυτόνομα ταξικά συμφέροντα. Ο Λένιν προχώρησε ακόμα περισσότερο αυτό τον προβλη­ματισμό, με τους διανοούμενους επαγγελματίες επαναστάτες, και ο Γκράμσι τον ολοκλήρωσε. Πράγματι ο Γκράμσι υπήρξε ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός της επανα­στατικής διανόησης. Στην ανάλυσή του, τους κατανέμει σε παραδοσιακούς διανουμένους, που αναφέρονται σε παλιές κοινωνικές δομές – όπως για παράδειγ­μα οι παπάδες, οι δικηγόροι κ.λπ., και σε οργανικούς διανοούμενους, που εκφράζουν τη νέα παραγωγική και κοινωνική πραγματικότητα, μηχανικούς, οικονομολόγους κ.λπ.

Κάθε βασική τάξη διαθέτει τους «οργανικούς της διανοούμενους», οι αστοί, το προλεταριάτο, οι μικροαστοί, ελέγχουν ένα τμήμα της διανόησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι μόνο οι διανοούμενοι παύουν να έχουν αυτόνομα ταξικά συμφέροντα αλλά και κατανέμονται γύρω από τις βασικές τάξεις, ως εκφραστές τους. Κατά συνέπεια o επαγγελματίας επαναστάτης του Λένιν είναι οργανικός διανοούμενος της εργατικής τάξης! Οι βασικές τάξεις λοιπόν εκφράζονται μέσω των διανοουμένων τους και δεν μπορεί να υπάρχει αντίθεση συμφερόντων μεταξύ της τάξης και των οργανικών της διανοουμένων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Γκράμσι αποτέλεσε το θεωρητικό μέντορα ενός εργατικού κόμματος διανοουμένων, όπως το ΚΚΕ εσωτερικού, και ότι ο προβληματισμός πάνω στους οργανικούς διανοουμένους αποτέλεσε βασικό στοιχείο του ευρύτερου χώρου της διανοούμενης ανανεωτικής αριστεράς.

Όμως από τη στιγμή και πέρα που ο ρόλος της διανόησης και των διαχειριστών γινόταν όλο και πιο μεγάλος, που διευρύνονταν οι μηχανισμοί και οι λειτουργίες του  κράτους, αυτή η καθυστέρηση τον θεωρητικού προβληματισμού αποδείχτηκε πλέον ύποπτη για ιδιοτέλεια. Και τα φαινόμενα υπήρξαν καταιγιστικά μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά τον πόλεμο ο ρόλος του κράτους και των διαχειριστικών τάξεων στις περισσότερες «πολιτισμένες» χώρες αναβαθμίζεται θεαματικά. Ο παλιός καπιτα­λισμός δεν μπορεί να επιβιώσει. Η ρώσικη και η γερμανική επανάσταση κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Το κράτος αναλαμβάνει όλο και περισσότερες λει­τουργίες ρύθμισης της παραγωγής, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929. Ακόμα και στις ιδιωτικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις αυξάνεται ο ρόλος των μάνατζερς. Η απάντηση στη ρώσικη επανάσταση ήταν τόσο ο φασιστικός και ναζιστικός κρατι­σμός, όσο και το ρουζβελτιανό Νιου Ντηλ. Η ιντελιγκέντσια αναδύεται ως τάξη ηγεμονική.

Στην πράξη αυτή της η λειτουργία θα αναβαθμιστεί ακόμα περισσότερο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βέβαια όλοι οι διανοούμενοι δεν βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο, ούτε ακολουθούν ένα και μόνο κόμμα. Ανάλογα με το εισόδημά τους, τη θέση τους, την προδιάθεσή τους, μπορούν να βρεθούν στο ένα ή το άλλο κόμμα. Μπορεί στη μια περίπτωση να συμμαχούν άρρηκτα με την αστική τάξη και στην άλλη να οικοδομούν επαναστατικά εργατικά κόμματα. Η τοποθέτησή τους εξαρτάται από πολυάριθμους παράγοντες. Στις χώρες όπου η οικονομική, πολιτική και κοινωνική εξέλιξη μπλοκάρεται από το πολιτικό και κοινωνικό καθε­στώς, όπως στην τσαρική Ρωσία, την Κίνα ή άλλες καθυστερημένες χώρες, η διανόηση, ή τουλάχιστον ένα σημαντικό μέρος της σπρώχνεται σε μια ακραία επαναστατική λογική, ανατροπής του συνολικού συστήματος και συμμαχεί ή ακό­μα και ταυτίζεται με άλλες τάξεις για να επιτύχει μια τέτοια ανατροπή. Η διανόη­ση της Ρωσίας υπήρξε πράγματι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση μιας τέτοιας εξέλιξης, όπως σημειώνει ο Παπαϊωάννου.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της και στη Ρωσία δεν ταυτιζόταν με την «ακραία» λογική των μπολσεβίκων που οδηγούσε σε πλήρη απαλλοτρίωση της αστικής τάξης, αλλά οι μπολσεβίκοι νίκησαν γιατί εξέφραζαν τη συμμαχία της διανόησης με την εργατική τάξη, τους αγρότες και τα εθνικά κινήματα των καταπιεζόμενων λαών και εθνών της αυτοκρατορίας.

Χωρίς μια τέτοια συμμαχία δεν θα μπορούσαν να πάρουν και να διατηρήσουν την εξουσία. Και αυτή ακριβώς είναι η ιδιαιτερότητα της ρωσικής επανάστασης, ότι ήταν ταυτόχρονα και εργατική-λαϊκή επανάσταση. Κατά συνέπεια η εξαφάνι­ση της αστικής τάξης έσπρωχνε αναπόφευκτα στη δημιουργία ενός νέου κοινωνι­κού συστήματος, όπου οι παλιές ιδιοκτητικές τάξεις θα είχαν εξαφανιστεί. Αυτό το κοινωνικό σύστημα που ονομάστηκε δικτατορία του προλεταριάτου ή σοσιαλι­σμός, σύντομα μεταβλήθηκε σε δικτατορία επί του προλεταριάτου, μια και οι διαχειριστικές τάξεις πήραν το πάνω χέρι και οι εργάτες έμειναν στη θέση τους, στον τόπο παραγωγής.

Υπάρχει μια μεγάλη διαμάχη για το αν αυτό το σύστημα το οποίο οικοδομήθη­κε ήταν κρατικός καπιταλισμός, όπου το κράτος παίζει το ρόλο ενός συλλογικού κεφαλαιοκράτη ή ένα νέο κοινωνικό σύστημα, «γραφειοκρατικός σοσιαλισμός». Και ο συγγραφέας αυτού του προλόγου ταλαντεύτηκε μαζί με πολλούς άλλους ανάμεσα και στις δύο αυτές τοποθετήσεις. Αρχικά υποστήριζα τη λογική του κρατικού καπιταλισμού, μια και η μισθωτή εργασία γενικεύεται και η αρχή της αξίας της εργατικής δύναμης γίνεται η βασική αρχή της κατανομής του εισοδήμα­τος. Αυτή η θέση είχε έναν έντονα πολεμικό χαρακτήρα για να αντιμετωπιστεί η θέση του «εκφυλισμένου εργατικού κράτους» του τροτσκισμού και των ανανεωτών της αριστεράς που έτσι εξωράιζαν το σοβιετικό καθεστώς.

Στη συνέχεια, όμως, και ιδιαίτερα στην ανάλυση μου στο βιβλίο Πέρα από τον σοσιαλισμό, μια νέα ουτοπία, το 1984 τάχθηκα με την άποψη του Σουήζυ και πολλών άλλων που θεωρούσαν το σοβιετικό καθεστώς διαφορετικό από τον καπι­ταλισμό για πολλούς λόγους, με κυριότερο την έλλειψη της αγοράς και την κατα­νομή των πόρων μέσω του σχεδίου. Θέση που είχε εξίσου πολεμικό χαρακτήρα, απέναντι σε εκείνους που διεκδικούσαν τον «αυθεντικό σοσιαλισμό», μια και ο υπαρκτός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά «κρατικός καπιταλισμός».

Σήμερα θα λέγαμε ότι είναι δυνατόν να ισχύουν, εν μέρει και οι δύο παραπάνω τοποθετήσεις. Ο κρατικός σοσιαλισμός είναι ταυτόσημος με τον κρατικό καπιτα­λισμό! Εφόσον η σοσιαλιστική αρχή στηρίζεται στην αμοιβή σύμφωνα με την εργασία -δηλαδή την αξία της εργατικής δύναμης- τότε δεν διαφέρει με τη βασική αρχή της αμοιβής της εργασίας στον καπιταλισμό! Ο σοσιαλισμός ως σύλληψη της κατανομής σύμφωνα με την αξία της εργατικής δύναμης είναι ο κρατικός καπιταλισμός. Και προφανώς από την άποψη του ταξικού περιεχομέ­νου είναι ένας «κρατικοποιημένος καπιταλισμός» των διαχειριστών. Ο σοσιαλι­σμός είναι το όραμα της διανόησης για μια κοινωνία που τη διευθύνουν οι φορείς της γνώσης, έχοντας εξαλείψει παντελώς τους ατομικούς ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Και εφόσον η αξία της δικής τους εργατικής δύναμης είναι ανώτερη από εκείνη των εργατών η κυριαρχία τους εμφανίζεται ως φυσική αρχή τον σοσιαλισμού.

Όμως στην πράξη αποδείχτηκε ότι το καθεστώς του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού αποτελούσε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, δηλαδή ενός καθεστώτος που περιοριζόταν από την ίδια τη γέννηση του. Η ολοκληρωτική εξαφάνιση της αστι­κής τάξης υποχρέωνε σε απόλυτο κρατισμό και έτσι αφαιρούσε από το σύστημα οποιουσδήποτε αυτορρυθμιστικούς μηχανισμούς. Ο κρατικός σοσιαλισμός δεν διαθέτει την αγορά για να κατανέμει τους πόρους ούτε το κίνητρο του ατομικού κέρδους για να αναπτύσσει την παραγωγή. Η έλλειψη οικονομικών αυτοματι­σμών οδηγεί στην κυριαρχία μιας τερατώδους γραφειοκρατίας, που υπονομεύει την ίδια την αποδοτικότητα του συστήματος. Στο βαθμό που η διαχείριση γίνεται εξ ολοκλήρου από τα πάνω δεν δίνεται καμιά πρωτοβουλία στους άμεσους παραγωγούς με συνέπεια η ισορροπία του καθεστώτος να είναι εξωοικονομική. Και αν ένα τέτοιο σύστημα μπορούσε στη βάση της τρομοκρατίας και της ιδεολογικής κινητοποίησης να λειτουργεί σε μια φάση εκτατικής επέκτασης, έγινε εντελώς αναποτελεσματικό όταν χαλάρωσε και η τρομοκρατία και η ιδεολογική κινητο­ποίηση και η οικονομία είχε ανάγκη να περάσει σε μια φάση εντατικής χρήσης του κεφαλαίου, να προσανατολιστεί προς την κατανάλωση, να ενσωματώσει τις τεχνολογικές αλλαγές και ιδιαίτερα την πληροφορική και να ικανοποιήσει τις ανάγκες των μάνατζερς και των επιστημόνων.

Διότι βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η διανόηση και τα διαχειριστικά στρώματα δεν έχουν μόνο κοινά συμφέροντα, διαπερνούνται και από αντιπαλότητες. Αν στην πρώτη «ηρωική» περίοδο της οικοδόμησης της Σοβιετικής Ένωσης, μέχρι και μετά τον πόλεμο, η πολιτική γραφειοκρατία και οι στρατιωτικοί είχαν το πάνω χέρι, στη συνέχεια μεταβλήθηκαν σε φρένο για τη μετεξέλιξη της ίδιας της διανόησης. Τα στρώματα των διευθυντών, των μηχανικών, των επιστημόνων απαιτούν μια μεταφορά του κέντρου βάρους της εξουσίας προς αυτούς, την εγκατάλειψη της κεντρικής σχεδιοποίησης και την εισαγωγή στοιχείων κέρδους και αγοράς. Ακόμα περισσότερο σε μια τέτοια φάση ανάπτυξης, με τη χρήση περίπλοκων και ακριβών μηχανών, η διαχείριση τον εργατικού δυναμικού δεν μπορεί να μείνει στα ταιηλορικά πρότυπα, απαιτείται μια στοιχειώδης συμμε­τοχή. Κατά συνέπεια το σύστημα του κρατικού σοσιαλισμού έγινε αναποτελεσμα­τικό και ανίκανο να ανταγωνιστεί τη Δύση. Επιπλέον το βάρος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης έγινε αβάσταχτο για μια οικονομία πολύ λιγότερο ισχυρή από την αμερικάνικη. Στο τέλος τα στρώματα της διανόησης, που δεν είναι δεμένα με την κρατική μορφή του καθεστώτος, δηλαδή οι οικονομικοί και τεχνικοί υπεύθυνοι, οι επιστήμονες κ.λπ., εγκατέλειψαν το καθεστώς και σε μια νέα συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα οδήγησαν σταδιακά στην ανατροπή των κομματικών και στρα­τιωτικών γραφειοκρατιών στις λαϊκές δημοκρατίες αρχικά, προωθώντας την ει­σαγωγή ενός συστήματος αγοράς, όπου αυτοί θα έχουν την πρωτοκαθεδρία και συχνά θα μεταβληθούν οι ίδιοι και σε ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων.

Τα σοσιαλιστικά καθεστώτα λοιπόν, και κυρίως αυτό της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξαν καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης, για να αντιμετωπίσουν την κρίση των χωρών τους μετά τον Α’ ή το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και όχι σταθερές και μόνιμες μορφές, ένα νέο στάδιο στην εξέλιξη των κοινωνιών, όπως προς στιγμήν πίστεψε ο Μπάρναμ ή ο Βιτφόγκελ.

Όπως τονίσαμε ήδη η κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού δεν σημαίνει πως οι διαχειριστές περνούν από την εξουσία στα τάρταρα. Η άνοδος τους είναι γενική σε όλη τη διάρκεια τον 20ού αιώνα, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο. Συνδέεται με τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, την τεχνολογικόποίηση της παραγωγής, την επέκταση τον κράτους, τη σχεδιοποίηση της παραγωγής, την κοινωνική και κεϋνσιανή ρύθμιση της. Ο κρατικός σοσιαλι­σμός με την κατάρρευσή του δεν οδηγεί στην επιστροφή ενός μυθολογικού φιλε­λεύθερου καπιταλισμού, αλλά μάλλον σε ένα «μεικτό» σύστημα, όπου η αγορά συνδυάζεται με το σχέδιο, η ιδιωτική επιχείρηση με την κρατική, η κοινωνικοποί­ηση τον μισθού με το «κοινωνικό εργοστάσιο». Σε ένα τέτοιο σύστημα ο ρόλος των διανοουμένων είναι όλο και πιο μεγάλος στην κορυφή της πυραμίδας. Γι’ αυτό και είδαμε με τόση ευκολία τη διανόηση των ανατολικών χωρών να περνά από τη νομενκλατούρα τον σοσιαλισμού στη νέα τάξη πραγμάτων που την αντι­κατέστησε. Τα διαχειριστικά και διευθυντικά στρώματα με αυτή την αλλαγή θα χάσουν ίσως μερικά προνόμια και την απόλυτη εξουσία, θα κερδίσουν όμως από την άποψη των εισοδημάτων και της σταθερότητας.

Γι’ αυτό και το πέρασμα σε πολλές χώρες υπήρξε πολύ πιο γρήγορο απ’ ότι θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Και μόνο στη Σοβιετική Ένωση οι δυσκολίες ήταν μεγαλύτερες, τόσο γιατί η παλιά δομή είχε διαρκέσει περισσότερο, όσο και γιατί η κίνηση της μεταρρύθμι­σης άρχισε από τα πάνω. Τέλος και κυριότερο, γιατί συνδυάζεται με την κίνηση αποσύνθεσης της ίδιας της κρατικής υπόστασης της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που επέτρεψε στα παλιά στρώματα της νομενκλατούρας, τους κομματικούς και τους στρατιωτικούς να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία μπροστά στον κίνδυνο του διαμελισμού. Πρόκειται, δηλαδή, για μια ακόμα φορά για συνθήκες εκτάκτου ανάγκης. Κάτι αντίστοιχο σε σμικρογραφία βλέπουμε και στη Σερβία του Μιλό­σεβιτς μπροστά στον κίνδυνο διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί πριν μερικά χρόνια, ότι δηλαδή το σημαντικότερο πρόβλημα που ταυτόχρονα θα επι­ταχύνει και θα καθυστερεί την αποσύνθεση τον σοσιαλισμού θα είναι το εθνικό ζήτημα και ο κίνδυνος διαμελισμού που υποχρεώνει το παλιό καθεστώς να προ­σπαθεί να επιβιώσει έστω και βαρύτατα πληγωμένο. Μπροστά στο εθνικά ζήτημα ο ίδιος ο Γκορμπατσώφ επέστρεψε προς στιγμή σε μια πολιτική συντήρησης του καθεστώτος και συμμαχίας με το στρατό και το κόμμα. Γιατί βέβαια ο διαμελι­σμός της αυτοκρατορίας αποτελεί φαινόμενο χωρίς αναστροφή, δεν πρόκειται απλώς για το μοίρασμα της εξουσίας με άλλες τάξεις και στρώματα.

Είναι γεγονός πως οι περισσότεροι μαρξιστικής παιδείας συγγραφείς που στο παρελθόν έγραφαν για τη Σοβιετική Ένωση και την κρίση του καθεστώτος της υποτιμούσαν συστηματικά το εθνικό ζήτημα. Είναι εξίσου γεγονός βέβαια πως ο σταλινικός οδοστρωτήρας είχε κάνει καλά τη δουλειά τον και πως οι εκφράσεις εθνικής αντιπαλότητας που αναδείχτηκαν στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πο­λέμου, εύκολα ταυτίστηκαν με τους Γερμανούς, δίκαια ή άδικα. Και όμως το εθνικό ζήτημα υπήρξε πάντα παρόν σε όλες τις εξεγέρσεις των χωρών της Ανατο­λικής Ευρώπης. Όμως ποτέ δεν είχε εμφανιστεί με τόση ένταση στην ίδια την καρδιά της Αυτοκρατορίας, τη Σοβιετική Ένωση. Η κρίση της αυτοκρατορίας άρχισε στα σύνορά της.

Σ’ αυτόν τον πρόλογο προφανώς δεν θελήσαμε να καλύψουμε τις εξελίξεις που ακολούθησαν τη συγγραφή αυτού του βιβλίου από τον Παπαϊωάννου, απλώς αποπειραθήκαμε να σκιαγραφήσουμε τη δομή του έργου του και να θέσουμε μερικά ζητήματα για ευρύτερο προβληματισμό, ζητήματα που ανακύπτουν από την ίδια την ανάγνωση του βιβλίου από το σύγχρονο αναγνώστη.

* Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές εκδόσεις

 

Γνωμικό | This entry was posted in ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.