Ορθολογισμός και ανορθολογισμός

 Ορθολογισμός και ανορθολογισμός

 

 Του Παναγιώτη Κονδύλη

ojo_del_surrealismoH ασάφεια που περιβάλλει κεντρικές έννοιες, όπως π.χ. τον «ορθολογισμό», αποτελεί ένα ακόμη εμπόδιο για την εμπεριστατωμένη σύλληψη του Διαφωτισμού, εφόσον μάλιστα  ο τελευταίος πολλές φορές χαρακτηρίστηκε ως «εποχή του ορθολογισμού». Η ασάφεια αυτή προκύπτει, βέβαια, ακριβώς από την υπερβολικά συχνή χρήση της έννοιας του ορθολογισμού σε διαφορετική κάθε φορά συνάφεια, έτσι ώστε η πολυσημία γίνεται αναπόφευκτη. Ωστόσο θα ήταν αφελής η επιθυμία παραμερισμού της ασάφειας και της πολυσημίας με γενικά αποδεκτές συμφωνίες πάνω στην ορολογία.

Γιατί η εκάστοτε χρήση της έννοιας του ορθολογισμού συναρτάται συνήθως τόσο στενά με το περιεχόμενο και τις προθέσεις της αντίστοιχης σκέψης, ώστε κανείς στοχαστής δεν βρίσκεται πρόθυμος να παραιτηθεί από την προσωπική του ορολογία, εγκαταλείποντας έτσι λίγο ή πολύ ουσιαστικά σημεία των θεωριών του. Η σύνδεση του ορθολογισμού με συγκεκριμένο περιεχόμενο και συγκεκριμένες θέσεις αποτελεί, άλλωστε, ένα από τα σημαντικότερα όπλα στη φιλοσοφική πολεμική. Σκοπός της είναι να εξαρτήσει την ικανότητα για λογική σκέψη από την αποδοχή θεωριών με συγκεκριμένο περιεχόμενο και να καταγγείλει όσους δεν αποδέχονται τις τελευταίες ως εχθρούς της λογικής γενικά σκέψης ή ως αναξιόπιστους διανοητές.

Η πολυσημία της έννοιας του ορθολογισμού ήταν αποτέλεσμα της πολεμικής της χρήσης, αφού έτσι συνδέθηκε κατά καιρούς με τα πιο διαφορετικά περιεχόμενα· δεν προδίδουμε κανένα μυστικό αν μνημονεύσουμε το στοιχειώδες γεγονός -που τόσο δυσάρεστα αναφέρουν οι φιλόσοφοι- ότι η λογικά μεθοδευμένη σκέψη έχει ίσαμε τώρα τεθεί στην υπηρεσία εντελώς διαφορετικών απόψεων και προθέσεων. Οι πρόμαχοι τούτης ή εκείνης της θεωρίας μπορούν, φυσικά, να αμφισβητούν όχι μόνο τις θέσεις του αντιπάλου, αλλά και την ικανότητα του για λογική σκέψη – και μάλιστα στο όνομα του Ενός Λόγου, ο οποίος, κατά τρόπο περίεργο, συμπίπτει πάντοτε με τον προσωπικό τους τρόπο σκέψης. Μια θεώρηση που θέλει να κατανοήσει τα πράγματα δεν μπορεί να πάρει θέση σε μια τέτοια διαπάλη.

Πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσει έναν ορισμό του ορθολογισμού ανεξάρτητο από το εκάστοτε περιεχόμενο της σκέψης και αυστηρά τυπικό, ορισμό δηλ. που θα ήταν δυνατόν να εφαρμοστεί σε κάθε ορθολογισμό, όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο του. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγουμε τον παραλογισμό, ότι π.χ. ο Thomas Aquinas είναι λιγότερο ορθολογιστής από τον Hobbes ή ο Machiavelli από τον Kant, η προσεκτική εξέταση αυτών των παραδειγμάτων, όπως και άλλων παρόμοιων, αρκεί για να καταδειχτεί πόσο είναι ανόητη – από επιστημονική, όχι από ιδεολογική σκοπιά – η σύνδεση του ορθολογισμού με ορισμένα μόνο περιεχόμενα σκέψης.

Οι ανορθολογιστές κάνουν ένα σοβαρό λάθος όταν θέλουν να χωρίσουν την υπαρξιακή πηγή της σκέψης, που ορθά την τοποθετούν πέρα από τις λογικά επεξεργασμένες επιχειρηματολογίες, από την απορροή της, δηλ. από τη σκέψη την ίδια. Για μας, λοιπόν, ορθολογισμός είναι η σκόπιμη και άψογη (από την άποψη της τυπικής λογικής) χρήση των επιχειρηματολογικών μέσων της σκέψης, για να κατοχυρωθεί θεωρητικά μια δεδομένη θεμελιώδης στάση απέναντι στον κόσμο. Ο ορισμός μας υποδηλώνει ότι αυτή η θεμελιώδης στάση η απόφαση βρίσκεται η ίδια πέρα από κάθε λογική αιτιολόγηση.

Ακόμη κι όταν οι ορθολογιστές τη θεωρούν αποδείξιμη ή και αποδεδειγμένη (αυτό, άλλωστε, επιδιώκουν συνδέοντας τον ορθολογισμό σαν τέτοιον με κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο). Μονάχα η εκλογίκευση της θεμελιώδους στάσης ή απόφασης μπορεί να πραγματοποιηθεί με λογική συνέπεια και μονάχα αυτή μπορεί, επίσης, να αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης — όχι η ίδια η θεμελιώδης στάση: γιατί στα έσχατα ερωτήματα η απάντηση δίνεται με αξιωματικές αποφάνσεις. Μπορούν, λοιπόν, να υπάρξουν τόσες μορφές λογικής συνέπειας όσες και θεμελιώδεις στάσεις – μολονότι τα τυπικά λογικά μέσα παραμένουν τα ίδια, ωστόσο υπηρετούν κάθε φορά την εκλογίκευση θεμελιωδών αποφάσεων με διαφορετικό περιεχόμενο.

Αφού, τώρα, οι τελευταίες βρίσκονται ultra rationem*, πρέπει από τη φύση τους να θεωρηθούν μυστικές, πράγμα που με τη σειρά του συνεπάγεται ότι το μυστικό στοιχείο δεν είναι το αντίθετο, αλλά η απαρχή και η πηγή της ορθολογικής σκέψης. Σε σχέση με την απάντηση που δίνεται σε έσχατα ερωτήματα, η διάκριση ανάμεσα σε ορθολογικό και ανορθολογικό στοιχείο χάνει ολότελα τη σημασία της· επομένως πρέπει να αναφέρεται μονάχα στο επίπεδο της εκλογικευτικής εργασίας, όπου επιστρατεύονται επιχειρήματα για να στηρίξουν την εκάστοτε θεμελιώδη στάση ή απόφαση. Μονάχα στο επίπεδο τούτο μπορεί να υπάρξει άμεση αντίθεση ανάμεσα σε ορθολογικό και ανορθολογικό στοιχείο. Το μυστικό στοιχείο που βρίσκεται στην απαρχή της σκέψης, αποτελώντας τη συγκινησιακή της πηγή, είναι, βέβαια, και αυτό ανορθολογικό, ωστόσο πρέπει να διακρίνουμε αυστηρά το ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική από το ανορθολογικό στοιχείο με τη λογική έννοια του όρου.

Εφόσον ως κριτήριο ορθολογικότητας θεωρήσαμε την τυπική-λογική ορθότητα και συνέπεια της σκέψης κατά τη διαδικασία εκλογίκευσης μιας θεμελιώδους στάσης, πρέπει να δεχτούμε ότι το ορθολογικό στοιχείο δεν αντιτίθεται στο ανορθολογικό με τη μυστική, αλλά μόνο στο ανορθολογικό με τη λογική έννοια του όρου. Το ανορθολογικό στοιχείο (με τη μυστική έννοια του όρου) βρίσκεται, με άλλα λόγια, βαθύτερα και από το ορθολογικό γενικά στοιχείο και από το ανορθολογικό με τη λογική έννοια του όρου: τα δύο τελευταία βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και γι’ αυτό μπορούν και να συγκρουστούν. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της διαφοράς των επιπέδων δεν επιτρέπεται να συγχέουμε τη μυστική-ανορθολογική πηγή της σκέψης με τη μεθοδική της ανάπτυξη, συνάγοντας από την ορθολογικότητα της δεύτερης την ορθολογικότητα της πρώτης — και αντίστροφα: η ανορθολογικότητα (με τη λογική έννοια του όρου) δεν πρέπει να θεωρείται συνέπεια του ανορθολογικού στοιχείου (με τη μυστική έννοια του όρου).

Από τη σκοπιά μας, λοιπόν, το αντίθετο του ορθολογισμού είναι όχι τούτο το τελευταίο, αλλά μονάχα το ανορθολογικό στοιχείο με τη λογική έννοια του όρου. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο τα θρησκευτικά συστήματα σκέψης δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίπαλα του ορθολογισμού γενικά, παρά μόνον ορισμένων ειδών ορθολογισμού με συγκεκριμένο, δηλ. αντιθρησκευτικό περιεχόμενο. Με βάση τα ίδια κριτήρια μπορούμε να εξηγήσουμε και το φαινομενικά παράδοξο φαινόμενο, ότι οι μη θρησκευτικοί ορθολογισμοί δεν είναι λιγότερο εχθρικοί ο ένας απέναντι στον άλλον απ’ όσο είναι και οι θρησκευτικοί ορθολογισμοί απέναντι στους αντιθρησκευτικούς.

Μια συνολική αποτίμηση των ιστορικά γνωστών αναμετρήσεων ορθολογισμού και ανορθολογισμού δεν θα έπρεπε να παραβλέψει την καθαρά πολεμική τους πλευρά. Αφού, ανάλογα με την εποχή και τους ανθρώπους, άλλοτε χρησιμοποιείται ως μομφή ο ορθολογισμός και άλλοτε ο ανορθολογισμός, η επιστημονική έρευνα δεν επιτρέπεται να παίρνει τέτοιες αποφάνσεις στην ονομαστική τους αξία. Η παραπάνω ανάλυση μας δείχνει ότι η αυστηρή αντιπαράθεση ορθολογισμού και ανορθολογισμού γίνεται αντικειμενικά αβάσιμη, αν διαστείλουμε το ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική από το ανορθολογικό με τη λογική έννοια του όρου. Όπως το πρώτο βρίσκεται πέρα από κάθε λογική θεμελίωση, έτσι και το δεύτερο στην πραγματικότητα είναι φαινόμενο πολύ σπανιότερο απ’ όσο ισχυρίζονται ορθολογιστές, οι όποιοι θεωρούν τον δικό τους ορθολογισμό ως τον μόνο δυνατό.

Το ανορθολογικό στοιχείο (με τη λογική έννοια του όρου) δεν ταυτίζεται με την παραβίαση των κανόνων της τυπικής λογικής (αφού και ορθολογιστές τη διαπράττουν), αλλά προπαντός σημαίνει την προγραμματική άρνηση μετατροπής του ανορθολογικού στοιχείου (με τη μυστική έννοια του όρου) σε ορθολογικό σύστημα, δηλ. την άρνηση εκλογίκευσης της εκάστοτε θεμελιώδους κοσμοθεωρητικής στάσης ή απόφασης. Η άρνηση τούτη πηγάζει πιάνω απ’ όλα από πολεμικά κίνητρα, δηλ. αποσκοπεί στην υπεράσπιση συγκεκριμένων θέσεων, που καθαυτή η διαδικασία της εκλογίκευσης φαίνεται να τις απειλεί. Ο αγώνας εναντίον της έλλογης σκέψης στην πραγματικότητα δεν στρέφεται εναντίον κάθε σκέψης, αλλά εναντίον της σύνδεσης της σκέψης με συγκεκριμένο περιεχόμενο — σύνδεση, που σε ορισμένες εποχές γίνεται τόσο στενή, ώστε δημιουργείται η εντύπωση πως το περιεχόμενο αυτό προκύπτει αναγκαστικά από τη χρήση της λογικής σκέψης σαν τέτοιας.

Εκτός από το ότι ο χαρακτήρας του ανορθολογισμού (με τη λογική έννοια του όρου) κυμαίνεται κάθε φορά ανάλογα με τις περιστάσεις και τον αντίπαλο, το άλλο μεγάλο μειονέκτημα του έγκειται στην αδυναμία του να πραγματοποιήσει τη βασική του απόφαση, δηλ. την άρνηση του να προχωρήσει στην εκλογίκευση της θεμελιώδους κοσμοθεωρητικής του στάσης. Από τη σκοπιά και με τα μέσα του ορθολογισμού η απόφαση αυτή δεν μπορεί, φυσικά, να καταπολεμηθεί, εμπλέκεται όμως από μόνη της σε αντιφάσεις, μόλις θελήσει να εκφραστεί με μορφή επιχειρημάτων. Συνεπής ανορθολογισμός (με τη λογική έννοια του όρου) δεν συναπαντιέται πουθενά, ακριβώς επειδή οι εκπρόσωποι του δεν παύουν να ανακοινώνουν την τοποθέτηση τους με τη βοήθεια επιχειρημάτων.

Χωρίς την ανακοίνωση αυτή ο ανορθολογισμός θα ήταν άγνωστος και συνεπώς πρακτικά αδιάφορος· όχι μόνο δεν θα μπορούσε να ανοίξει πολεμική εναντίον των ορθολογιστών, αλλά ούτε και θα υπήρχε ο ίδιος, αφού την αυτοσυνείδηση του την κερδίζει ακριβώς μέσα σ’ αυτή την πολεμική. Παραίτησή από την επιχειρηματολογία, σε όποια μορφή, θα σήμαινε λοιπόν παραίτηση από την πολεμική και επομένως πρακτική ανυπαρξία. Αφού οι άνθρωποι αναγκαστικά διεξάγουν τους αγώνες συναμεταξύ τους και στον χώρο των ιδεών, μια ανορθολογική στάση με την έννοια της προγραμματικής και ολοκληρωτικής παραίτησης από κάθε αιτιολογημένη αυτοδικαίωση είναι απλούστατα αδύνατη μέσα στα πλαίσια μιας έτσι ή αλλιώς —πάντως: με βάση ορισμένες κανονιστικές αρχές και ιδεολογίες— οργανωμένης κοινωνίας. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να πούμε ότι η ίδια η κοινωνία υποβάλλει ή και επιτάσσει (άμεσα η συμβολικά) την εκλογίκευση των θεμελιωδών στάσεων των μελών της, γιατί μόνον έτσι είναι σε θέση να τα ελέγξει αυτό ισχύει a fortiori για μαχόμενα συλλογικά πρόσωπα: ας θυμηθούμε τους συνεχείς αγώνες της Εκκλησίας εναντίον των μυστικών ή του ορθόδοξου μαρξισμού εναντίον των ουτοπικών και ονειροπόλων συνοδοιπόρων του.

Οι ανορθολογιστές κάνουν ένα σοβαρό λάθος όταν θέλουν να χωρίσουν την υπαρξιακή πηγή της σκέψης, που ορθά την τοποθετούν πέρα από τις λογικά επεξεργασμένες επιχειρηματολογίες, από την απορροή της, δηλ. από τη σκέψη την ίδια. Γιατί η πηγή αυτή μόνο σκέψη μπορεί να γεννήσει και, αν δεν το κάνει, μένει βουβή και ξεχνιέται. Έτσι γίνεται μέσα στην οργανωμένη κοινωνία, που από τη φύση της είναι Λόγος, δηλ. εκλογίκευση και διοχέτευση θεμελιωδών στάσεων. Οι συσχετισμοί αυτοί εξηγούν, άλλωστε, γιατί οι διαμαρτυρίες εναντίον του Λόγου πολύ συχνά καταλήγουν στην ανοιχτή καταγγελία του πολιτισμού. Έτσι, όμως, οι ανορθολογιστές περιπλέκονται σε νέες αντιφάσεις, γιατί είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουν μιαν εκλογικευμένη κλίμακα άξιων αποδίδουν δηλ. ιδιαίτερα προσόντα στα πράγματα, που κατά τη γνώμη τους καταπιέζει ο Λόγος, θεωρώντας τα γνήσια ή «φυσικά» και φορτίζοντας τα, έτσι, με μιαν ανώτερη ή βαθύτερη ορθολογικότητα: η λέξη «ορθολογικότητα» παίρνει εδώ ηθικά χροιά, και θα δούμε πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε αυτό στον Διαφωτισμό.

Πέρα από το ότι η ύπαρξη αισθημάτων δίχως την παραμικρή τάση προς εκλογίκευση και αυτοδικαίωση μπορεί να αμφισβητηθεί, τουλάχιστον μέσα σε συνθήκες κοινωνικής οργάνωσης, οι διαμαρτυρίες των ανορθολογιστών πέφτουν στο κενό ήδη εξαιτίας του γεγονότος ότι το ανορθολογικό στοιχείο (με τη μυστική έννοια του όρου) στην πραγματικότητα δεν πάει ποτέ χαμένο, αλλά περνά αδιάκοπα και αθέατα μέσα στο ορθολογικό για να το εμψυχώσει. Αυτή η μετάβαση και μετουσίωση είναι, όπως σημειώσαμε, αναπόφευκτη μέσα στα πλαίσια του πολιτισμού, πράγμα που όχι σπάνια φαίνεται και στις εξαιρετικά περίτεχνες επιχειρηματολογίες των ανορθολογιστών. Ο ανορθολογισμός μπορεί, λοιπόν, να είναι μονάχα ένας λίγο ή πολύ εκλογικευμένος ανορθολογισμός, δηλ. ένας ορθολογισμός παρά βούληση — τουλάχιστον στον βαθμό που επιθυμεί να έχει πρακτική σημασία και να διεξαγάγει με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας τον αγώνα του εναντίον του ορθολογιστή αντιπάλου.

Ο Λόγος μένει πάντα το πιο κοφτερό όπλο — και πως θα ήταν κάτι άλλο δυνατό, αφού ο άνθρωπος ανέκαθεν θεώρησε τον Λόγο ως πηγή της μεγαλύτερης περηφάνειας ή παρηγοριάς του, δηλ. της υπεροχής του απέναντι στα (υπόλοιπα) ζώα; Ώστε από τη σκοπιά μας ο ορθολογισμός παρουσιάζεται σχεδόν παντοδύναμος, κι ωστόσο η θέση μας, από τον τρόπο που θεμελιώνεται, δεν σημαίνει κανένα όφελος για τον ανθρωπισμό ή τον ηθικισμό, που στηρίζει τις ελπίδες του στη δύναμη του Λόγου. Οι αγώνες ανάμεσα στους ορθολογιστές τους ίδιους, που διόλου δεν υστερούν, ως προς το μένος και τη σφοδρότητα τους, από τους αγώνες ανάμεσα σε ανορθολογιστές, αποτελούν καθαυτοί, για όποιον επιθυμεί να δει τα πράγματα απροκατάληπτα, υπερεπαρκή απόδειξη του ότι ο ορθολογισμός από μόνος του δεν μπορεί να προσφέρει τη βάση μιας γενικής συνεννόησης – ακριβώς επειδή ο ίδιος ριζώνει κάθε φορά σε μια μυστική-ανορθολογική θεμελιώδη στάση. Οι ορθολογιστές προσπαθούν να υπερνικήσουν την απελπισία, που εμπνέει η διαπίστωση αυτή, συνδέοντας τον ορθολογισμό τους με την αποδοχή ορισμένων συγκεκριμένων θέσεων. Όμως η διατύπωση ενός δεσμευτικού, τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις του, ορθολογισμού απλώς δυναμώνει την αντίδραση ορθολογιστών με διαφορετική τοποθέτηση, διαιωνίζοντας έτσι την κατάσταση που επιθυμούσε να καταργήσει.

Η κριτική μας ανάλυση δεν σκοπεύει να προλειαίνει τον δρόμο για μια νέα και «αληθινή» έννοια του ορθολογισμού, αλλά να προσφέρει κριτήρια ικανά να επιτρέψουν στην επιστημονική και αξιολογικά ελεύθερη θεώρηση τη δομική και λειτουργική περιγραφή των ιστορικά γνωστών ορθολογισμών στην αντίθεση τους με τους αντίστοιχους ανορθολογισμούς. Για την κατανόηση των παρακάτω πρέπει να συγκρατήσουμε προπαντός δύο σημεία: α) ότι ο εκάστοτε ορθολογισμός εδράζεται σε μια κοσμοθεωρητική θεμελιώδη στάση ή απόφαση, που από την πλευρά της βρίσκεται ultra rationem* και προϋποθέτει έσχατες αξιωματικές αξιολογήσεις· β) ότι ο εκάστοτε ορθολογισμός, ακριβώς εξαιτίας της προέλευσης του από μια θεμελιώδη στάση ή απόφαση, είναι δεμένος σε ένα ορισμένο περιεχόμενο, του οπαίου επιχειρεί την εκλογίκευση.

Το περιεχόμενο αυτό καθορίζει τον γενικό χαρακτήρα του εκάστοτε ορθολογισμού πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το κάνει η επιλογή της ψυχικής εκείνης δύναμης, που χρησιμεύει ως φορέας του Λόγου. Τούτο σημαίνει ότι ο ορθολογισμός και η νοησιαρχία διόλου δεν ταυτίζονται, όπως δέχεται, άμεσα ή έμμεσα, μια διαδεδομένη αντίληψη, που έχει σπείρει μεγάλη σύγχυση σε πολλές προγενέστερες προσπάθειες για μιαν εννοιολογική ανάλυση της εποχής του Διαφωτισμού. Ακριβώς στο σημείο αυτό διαφαίνεται η ερμηνευτική σημασία του δικού μας ορισμού του ορθολογισμού για τη συγκεκριμένη σύλληψη της εποχής του Διαφωτισμού. Όπως θα δείξουμε, ο θεμελιώδης χαρακτήρας της τελευταίας κατανοείται μόνον αν δούμε τον ορθολογισμό της, από τη μια, στη σύνδεση του με ορισμένα περιεχόμενα σκέψης και, από την άλλη, στη διαφορά του από ή και εχθρότητα του προς) τη νοησιαρχία — εχθρότητα που, με τη σειρά της, έχει τη συγκεκριμένη της σημασία για τον καινούργιο καθορισμό των σχέσεων ανάμεσα σε πνεύμα και αισθητά. Φυσικά, στην εποχή του Διαφωτισμού υπάρχει και νοησιαρχικά προσανατολισμένος ορθολογισμός, όμως δεν κυριαρχεί αυτός.

Για να υποτυπώσουμε τη γενική εικόνα της εποχής και για να βρούμε τον μέγιστο κοινό παρονομαστή -ο όποιος και μας επιτρέπει να μιλήσουμε για «γενική εικόνα της εποχής», επιχειρώντας συνάμα την κατάταξη της στην ιστορία των ιδεών με κριτήριο την έννοιά της για τον ορθολογισμό- πρέπει να ορίσουμε με ακρίβεια με ποιό περιεχόμενο είναι δεμένη η τελευταία αυτή έννοια ή ποιό δεν μπορεί να αγνοήσει και απέναντι σε ποιό πρέπει να πάρει θετική ή αρνητική θέση. Η ελαστική αυτή ενότητα της εποχής μπορεί, με τη σειρά της, να σκιαγραφηθεί ιδεοτυπικά, αν επισημάνουμε τα σημεία της πολεμικές της οριοθέτησης απέναντι σε προγενέστερες, λίγο ή πολύ ενιαίες φάσεις του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων.

Από τα παραπάνω συνάγεται και το πρόγραμμα της εργασίας μας. Πρώτα-πρώτα πρέπει να ορίσουμε το ειδοποιό γνώρισμα του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων (και μάλιστα ως χώρο κοινής εκδίπλωσης διαφορετικών μεταξύ τους κυρίων ρευμάτων), Για να μπορέσουμε κατόπιν, συγκρίνοντας και αντιπαραθέτοντας, να συλλάβουμε το ειδοποιό γνώρισμα του Διαφωτισμού – και πάλι ως κοινό παρονομαστή διαφορετικών δυνατών κατευθύνσεων. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο Διαφωτισμός στο σύνολο του διακρίνεται ποιοτικά από τις προγενέστερες δομές σκέψης του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων.

Το αντίθετο: η ανάλυση των τελευταίων θα δείξει ότι στην εποχή του Διαφωτισμού επικρατούν απλώς ορισμένες τάσεις, που καθαυτές ενυπήρχαν εξαρχής στον νεότερο ορθολογισμό παράλληλα με άλλες και σε λιγότερο ή περισσότερο καθαρή μορφή· γι’ αυτόν τον λόγο και δεν είναι δυνατόν να δοθεί γενική ερμηνεία του Διαφωτισμού δίχως μια γενική συζήτηση του νεότερου ορθολογισμού, όπως αποδείχνουν και οι ελλείψεις ή τα λάθη των ίσαμε τώρα ερμηνειών.

Για να ορίσουμε ιδεοτυπικά τα ειδοποιά γνωρίσματα του Διαφωτισμού, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα εννοιολογικά εργαλεία, για τα όποια μιλήσαμε σ’ αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο, δηλ. να θέσουμε τα συγκεκριμένα ερωτήματα: ποιό είναι το περιεχόμενο του εκάστοτε ορθολογισμού, και μάλιστα σε σχέση με το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα σε πνεύμα και αισθητά, όπως αυτό συνδέεται με το πρόβλημα των αξιών; Ενάντια σε ποιόν αντίπαλο στρέφεται τούτο το περιεχόμενο και πώς είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να ανασυγκροτηθεί εννοιολογικά με αφετηρία τη διαμάχη αυτή;

*Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, α’ τόμος, δ’ έκδοση, Θεμέλιο, 2004, σελ. 47-54.

Γνωμικό | This entry was posted in ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s