Ξαναφτιάχνοντας την κοινωνία

Του Μάρεϊ Μπούκτσιν

Πρόλογος/ επιμέλεια: Γιώργος Μεριζιώτης

ba93c54710947d1f7acb586420d108e6--punk Πρόλογος

Δεν είναι ο άνθρωπος καρκίνος πάνω στον πλανήτη

Σε αυτή τη δημοσίευση παρουσιάζω το βιβλίο του Μάρεϊ Μπούκτσιν(α) «Ξαναφτιάχνοντας την κοινωνία»  δημοσιεύοντας  τον «πρόλογο» του συγγραφέα  με τίτλο «ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ» που απαντάει στους προβληματισμούς που θέτω πιο κάτω. Ο τίτλος του πρόλογου  είναι  «αυθαίρετα» δικός μου.

Το βιβλίο παρόλο που εκδόθηκε πριν 30 χρόνια, το 1989 στον Καναδά (από τις αναρχικές εκδώσεις Black Rose Books)  και το 1993 στην Ελλάδα παραμένει  τρομερά επίκαιρο. γιατί τώρα που επιδεινώνεται το οικολογικό πρόβλημα και  εντείνεται η κλιματική αλλαγή πληθαίνουν οι φωνές από πάσης φύσεως επαΐοντες αναλυτές, περιβαλλοντολόγους,  πολιτικάντηδες οικολόγους, πανεπιστημιακούς και λοιπούς  ότι φταίει έτσι γενικά ο άνθρωπος για την οικολογική κρίση. Δεν φταίει ο καπιταλισμός και η ακόρεστη δίψα του για κέρδος και κυριαρχία, δεν φταίνε οι πολιτικές των πολυεθνικών εταιριών   άλλα και των ντόπιων κατά τόπους, δεν φταίνε οι πολιτικές των   κυβερνήσεων που μέσω του κράτους (νόμιμης βίας)   έχουν  επιβάλει και επιβάλουν οικονομικές πολιτικές ανάπτυξης – επέκτασης    εναρμονισμένες με τις εταιρίες  πάνω στις κοινωνίες και την φύση.

Οι επαΐοντες – ειδικοί – περιβαλλοντολόγοι και οι πολιτικές ελίτ μας λένε μέσα από μια αφυδατωμένη γενικόλογη ρητορική ψεύδους ότι φταίει έτσι γενικά ο άνθρωπος (λόγο της καταστροφικής του φύσης) για την  μόλυνση και  καταστροφή του περιβάλλοντος, φταίει έτσι γενικά ο άνθρωπος για την μόλυνση  της γης,  την καταστροφή των δασών,  την ρύπανση του αέρα, των θαλασσών  και τη διατάραξη  της κλιματικής ισορροπίας. Φυσικά δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αναπαράγουν την ναζιστική φαιδρότητα της συλλογικής ευθύνης, φταίμε όλοι, φταίω εγώ που γράφω, φταις εσύ που διαβάζεις, για τις αποφάσεις που πήραν – παίρνουν οι τεχνογραφειοκρατικές και πολιτικές ελίτ στην οικονομία και έχουν αντανάκλαση και επηρεάζουν την κοινωνική καθημερινή ζωή και το περιβάλλον .

 Φταίνε έτσι γενικά οι άνθρωποι που χειραγωγήθηκαν από τους  μηχανισμούς πλύσης εγκεφάλων στον  καταναλωτισμό για να  δουλέψει ή τονωθεί  η  οικονομία της  προσφοράς και της ζήτηση, φταίνε οι άνθρωποι που παραπληροφορήθηκαν ή δεν πληροφορήθηκαν καθόλου για το περιβάλλον ώστε να πάρουν σωστές αποφάσεις. Εδώ ταιριάζει απόλυτα το απόφθεγμα που λέει, “αφού βγάλανε τα μάτια του ανθρώπου, τώρα τον κατηγορούν για τύφλωση”. Φυσικά όταν τους θέσουμε αυτά τα επιχειρήματα είναι τόσο συμφεροντολόγοι και ξεδιάντροποι υπερασπιστές των συμφερόντων των εργοδοτών –  αφεντικών που τους χρηματοδοτούν, ώστε θα μας κατηγορήσουν συλλήβδην για λαϊκισμό. (β)

Στην απανθρωπιά τους πρέπει να βροντοφωνάξουμε ότι:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ!
ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ!

Το πολλά υποσχόμενο οικολογικό κίνημα – τουλάχιστον στις αρχές της δημιουργίας του – αφομοιώθηκε τόσο γρήγορα από το σύστημα με έναν πρωτοφανή χρονικά ρυθμό σε σχέση με άλλα κινήματα στην ιστορία και έχει γίνει συνώνυμο του εκλογισμού, πολιτικαντισμού και των αχρείων μη κυβερνητικών οργανώσεων (Μ.Κ.Ο). Επιβεβαιώνοντας τον θεμελιωτή της κοινωνικής οικολογίας (γ) Μάρεϊ Μπούκτσιν που πολλά χρόνια πριν μέσα από μια ανοικτή επιστολή στο παγκόσμιο οικολογικό κίνημα έλεγε ότι η οικολογία αν δεν είναι κοινωνική και ανατρεπτική κινδυνεύει να καταντήσει περιβαλλοντολογία ή το καλλυντικό του καπιταλισμού. (δ)

Επίσης πολλοί/ες  χλιαροί τύποι επικαλούνται τον  Μάρεϊ Μπούκτσιν αφυδατώνοντας την ορμή της σκέψης του,  εντάσσοντας την σε χλιαρά ρεφορμιστικά σχήματα και επιδιώξεις. Είναι φρέσκια, ορμητική και επαναστατική  η σκέψη του θεμελιωτή της  κοινωνικής οικολογίας; ας το διαπιστώσει ο καθένας/μια μελετώντας το έργο του.

Τη μπορεί να γίνει στο σήμερα και το τώρα; Δεν έχουμε να δώσουμε καμιά αλτερνατίβα (εναλλακτική) πρόταση ως προς αυτό δηλαδή να “αποκαθάρουμε” την έννοια της οικολογίας, άλλωστε θα ήταν και χαμένος χρόνος. Όμως αυτοί που κινούνται αντι συστηματικά και στην κατεύθυνση ανατροπής του καπιταλισμού και του κράτους χρειάζεται να εντάξουν την κοινωνική ανατρεπτική οικολογία στο καθημερινό τους λεξιλόγιο, χρειάζεται να επεξεργαστούν ένα τρίπτυχο κριτικής, δράσης και ανατροπής του υπάρχοντος αίσχους, μέσα από ένα πρόταγμα που αφορά το κοινωνικό το θεσμικό και το οικολογικό ως μια αδιαίρετη ενότητα.

Το σύστημα θα επιδιώξει –  ήδη επιδιώκει – να επιλύσει το οικολογικό ζήτημα σε βάρος του κοινωνικού προωθώντας τον οικοκαπιταλισμό, ή εκεί που θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο η οικολογική κρίση θα επιβάλει «οικολογική δικτατορία» με την έννοια ότι θα παρθούν μέτρα και απαγορεύσεις για τους πολλούς και ασυδοσία για τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε κάνοντας γνωστό στον κόσμο, στην καταπιεσμένη – εκμεταλλευόμενη κοινωνία ότι:

Μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από αλλοτριωμένες κοινωνικές – ταξικές σχέσεις που επιβάλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της «νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, διευθυντή και διευθυνόμενου, κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.

Μια κοινωνία διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και  πλούτου, μεταξύ αυτών που δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη, γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.

«Η οικολογία, κατά τη γνώμη μου, σήμαινε πάντα κοινωνική οικολογία: την πεποίθηση, δηλαδή, ότι αυτή καθαυτή η έννοια τής κυριαρχίας πάνω στη φύση πηγάζει από την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, πιο συγκεκριμένα: των γυναικών από τους άντρες, των νέων απ’ τους μεγάλους, της μιας φυλετικής ομάδας από μια άλλη, της κοινωνίας απ το κράτος, του ατόμου από τη γραφειοκρατία, καθώς και της μιας οικονομικής τάξης από μιαν άλλη ή ενός αποικιοκρατούμενου λαού από μιαν αποικιοκρατική δύναμη. Κατά τη γνώ­μη μου, η κοινωνική οικολογία πρέπει ν’ αρχίσει τον αγώνα της για την ελευθερία όχι μόνο στο εργοστάσιο αλλά και στην οικογένεια, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην ανθρώπινη ψυχή, όχι μόνο στις υλικές αλλά και στις πνευματικές συνθήκες τής ζωής.» Μάρεϊ Μπούκτσιν

Τώρα που όλοι «πρασινίζουν», ακόμα και τ΄ αφεντικά, μένει πάντα επίκαιρο το σύνθημα που φωνάζουν οι αναρχικοί οικολόγοι από παλιά: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΛΥΝΣΗΣ ΔΕΝ ΚΑΘΑΡΙΖΕΤΑΙ – ΑΝΑΤΡΕΠΕΤΑΙ, γι΄ αυτό … η αντίσταση στην εξαθλίωση και την εξόντωση της ζωής μας, η δημιουργία της «ουτοπικής» κοινωνίας, περνά μέσα από την εξέγερση και την ανατροπή της κεφαλαιο-κρατικής «κοινωνίας», διαφορετικά η οικολογία κινδυνεύει να γίνει (και έχει γίνει) επιστημονισμός και περιβαλλοντολογία ή αλλιώς το καλλυντικό του καπιταλισμού!

 

koinonia«Ξαναφτιάχνονταν την κοινωνία»

Του Μάρεϊ Μπούκτσιν

{…} ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Εδώ και αρκετό καιρό σκεφτόμουν να γράψω ένα σύντομο βι­βλίο που θα συνόψιζε με σαφή τρόπο τις απόψεις μου για το ξαναφτιάξιμο της κοινωνίας από μια οικολογική σκοπιά. Είχα την αντίληψη (όπως επίσης και πολλοί φίλοι μου) ότι ήταν ίσως αναγκαίο να περιληφθούν οι ιδέες που είχα αναπτύξει σε διά­φορα πολυσέλιδα βιβλία σε ένα έργο διακοσίων περίπου σελί­δων. Ένα έργο που δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την κοινωνική οικολογία.

Πήρα όμως την τελική απόφαση να γράψω αυτό το βιβλίο μετά από ένα μάλλον αποκαρδιωτικό περιστατικό. Στις αρχές Ιουνίου του 1987 είχα την τιμή να είμαι κύριος ομιλητής στην εξαήμερη Πανεθνική Συγκέντρωση των Αμερικανών Πράσινων στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης. Το γεγονός, και δικαίως, έτυχε πρωτοφανούς κάλυψης από τον Τύπο σε εθνικό επίπεδο.

Περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι από τουλάχιστον σαράντα δύο πολιτείες ήρθαν στο Άμχερστ για να συζητήσουν τα θεω­ρητικά και πρακτικά προβλήματα του κινήματος των Πράσινων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση α­νεξάρτητων Αμερικανών ριζοσπαστών εδώ και πολλά χρόνια. Κυρίως αντικαπιταλιστές και ακτιβιστές, οι Πράσινοι αυτοί εί­χαν αναπτύξει αξιοσημείωτη δραστηριότητα στις γειτονιές, τις κοινότητες και τους χώρους εργασίας τους. Αντανακλούσαν έ­να πλατύ φάσμα ριζοσπαστισμού στην Αμερική – εκφράζοντας τις υποσχέσεις και τα προβλήματά του, τις ελπίδες και τους περιορισμούς του.

Στη συγκέντρωση πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από δώδεκα συνεδριάσεις των πεντακοσίων με χιλίων ανθρώπων και ένας εκπληκτικός αριθμός σεμιναρίων, με θέματα τόσο ε­ξωτικά (π.χ. οικολογική ηθική) όσο και επίκαιρα (φεμινισμός, ρατσισμός, ιμπεριαλισμός και οικονομική δημοκρατία), δηλα­δή σχεδόν κάθε πρακτικό κοινωνικό πρόβλημα που θα μπορού­σε να ενδιαφέρει το ταχύτατα αναπτυσσόμενο κίνημα των Πράσινων στην Αμερική. Υπήρξαν παθιασμένες διαμάχες περί εκλογικής και μη εκλογικής πολιτικής, ανεξάρτητης πολιτικής και πολιτικής συνασπισμών, επαναστατικής και ρεφορμιστικής πολιτικής, με δυο λόγια συζητήθηκαν όλα τα ζητήματα που απασχόλησαν κατ’ επανάληψη στο παρελθόν τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ριζοσπαστών.

Κάτι όμως σχετικά καινούργιο προέκυψε από τις συζητήσεις αυτές. Εμφανίστηκαν μια σειρά τάσεις, τρόποι σκέψης στην πραγματικότητα, που, αν και φαίνονται εξαιρετικά αμερικανι­κές, νομίζω ότι έχουν ήδη αναφανεί ή θα αναφανούν στα Πρά­σινα κινήματα, και ίσως στα ριζοσπαστικά κινήματα γενικότε­ρα, έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μπορώ καλύτερα να περιγράψω τουλάχιστον μία από τις τάσεις αυτές, εξιστορώντας το περιστατικό που με προβλημά­τισε. Συνέβη στη διάρκεια μιας συνομιλίας μετά το βραδινό φαγητό, ενώ οι συμμετέχοντες είχαν σχηματίσει «πηγαδάκια» στον κήπο του κτιρίου συζητώντας τα γεγονότα της ημέρας. Ένας νέος, ψηλός και μάλλον σωματώδης άντρας από την Καλιφόρνια άρχισε να μιλά με αόριστο τρόπο για την αναγκαιό­τητα «υπακοής» στους «νόμους της φύσης», «ταπεινής υποτα­γής των εαυτών μας» (αν θυμάμαι σωστά τα λόγια του) «στις επιταγές της φύσης». Μολονότι τα λόγια του φαίνονταν αρχι­κά σαν απλές ρητορείες, άρχισα να βρίσκω τον όλο και πιο διαπεραστικό του μονόλογο πολύ ενοχλητικό.

Η χρήση λέξεων όπως «υπακούω», «νόμοι της φύσης», «υπο­τάσσω» και «επιταγές» μου θύμισε τη γλώσσα που χρησιμοποι­ούν οι αντιοικολόγοι, οι οποίοι πιστεύουν ότι η φύση πρέπει να «υπακούει» στις δικές μας εντολές και όχι τους δικούς της «νόμους» πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να «υποτάξουμε» το φυσικό κόσμο. Είτε σκεφτόμουν τον νεαρό Πράσινο από την Καλιφόρνια, που με βομβάρδιζε με τη δήθεν «οικολογική» του πολυλογία, είτε τα σύγχρονα τσιράκια των ψυχρών θεών της επιστήμης, τα οποία πιστεύουν ότι ο «άνθρωπος» πρέπει να ελέγχει αδίστακτα τη φύση για το δικό του συμφέρον, ήταν για μένα σαφές ότι οι δύο αυτές φαινομενικά αντίθετες απόψεις είχαν ένα βασικό κοινό σημείο. Μοιράζονταν από κοινού το λεξιλόγιο της κυριαρχίας και της υποταγής. Ακριβώς όπως ο νεαρός Πράσινος από την Καλιφόρνια πιστεύει ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να κυριαρχούνται από τη φύση, έτσι και τα τσι­ράκια του επιστημονισμού πιστεύουν ότι η φύση πρέπει να κυ­ριαρχείται από τον άνθρωπο.

Στην ουσία, ο νεαρός Πράσινος από την Καλιφόρνια είχε απλώς αναστρέψει αυτή τη βρόμικη σχέση μεταξύ των ανθρώ­πων και της φύσης, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε αντι­κείμενα υποταγής, ακριβώς όπως οι επιστημονίζοντες αντίπα­λοί του (συνήθως μεγάλοι βιομήχανοι, κεφαλαιούχοι και επι­χειρηματίες της σύγχρονης κοινωνίας μας των ανώνυμων εται­ρειών) μετατρέπουν το ζωντανό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, σε αντικείμενα υποταγής. Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα και η φύση έχουν εγκλωβιστεί σε μια κοινή μοί­ρα, βασισμένη στην ιεραρχική νοοτροπία και κοινωνία, μάλλον διέφευγε από τον Πράσινο Καλιφορνέζο με το απλουστευμένο του μήνυμα για «παράδοση» στη φύση και τους «νόμους» της.

Ήδη βαθύτατα ενοχλημένος από το γεγονός ότι κάποιος αυτοαποκαλούμένος Πράσινος μπορούσε να έχει τόσο παρόμοιες αντιλήψεις με τους εχθρούς της οικολογίας, αποφάσισα να τον ρωτήσω χωρίς περιστροφές: «Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η αιτία της παρούσας οικολογικής κρίσης;». Η απάντησή του ή­ταν κατηγορηματική: «Τα ανθρώπινα όντα! Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για την οικολογική κρίση».

«Εννοείς ότι άνθρωποι όπως οι μαύροι, οι γυναίκες και οι καταπιεσμένοι προκαλούν οικολογική ανισορροπία – όχι οι ε­ταιρείες, η αγροτική βιομηχανία, οι κυρίαρχες τάξεις και το κράτος;» ρώτησα κατάπληκτος.

«Ναι, οι άνθρωποι!» απάντησε με ακόμη μεγαλύτερο πάθος.

«Όλοι, Υπερπληθαίνουν τη Γη, ρυπαίνουν τον πλανήτη, ρη­μάζουν τους φυσικούς πόρους του, είναι άπληστοι. Γι’ αυτό υπάρχουν οι εταιρείες· για να εφοδιάζουν τους ανθρώπους με τα πράγματα που θέλουν.»

Υποψιάζομαι ότι η συζήτησή μας θα είχε πάρει εκρηκτικό χαρακτήρα αν δεν έσπευδε να πάρει μέρος σε ένα παιχνίδι βό­λεϊ λίγο παραπέρα που του είχε τραβήξει την προσοχή. Δεν μπορούσα να ξεχάσω αυτή τη συζήτηση. Στην πραγμα­τικότητα με καταδιώκει μέχρι σήμερα γιατί, όπως έχω διαπι­στώσει από τότε, αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέ­ψης πολλών περιβαλλοντολόγων, μερικοί από τους οποίους αυτοαποκαλούνται μαχητικά «ριζοσπάστες».

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτού του τρόπου σκέψης δεν είναι μόνο ότι μοιάζει πολύ με τον τρόπο σκέψης που συναντάται στον κόσμο των μεγάλων εταιρειών. Πολύ πιο σοβαρό εί­ναι το γεγονός ότι αποσπά την προσοχή μας από το ρόλο που διαδραματίζει η ίδια η κοινωνία στην πρόκληση οικολογικής καταστροφής. Εάν οι «άνθρωποι» ως είδος είναι υπεύθυνοι για περιβαλλοντικές αποδιαρθρώσεις, οι αποδιαρθρώσεις αυ­τές παύουν να είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών αποδιαρθρώσεων. Δημιουργείται μια εντελώς φανταστική «Ανθρωπότητα» (ανεξάρτητα από το αν μιλάμε για καταπιεσμένες εθνικές μειο­νότητες, γυναίκες, λαούς του Τρίτου Κόσμου ή ανθρώπου: που ζουν στον Πρώτο Κόσμο), όλα τα μέλη της οποίας φέρο­νται ως συνεργοί της πανίσχυρης ελίτ των μεγάλων εταιρειών στην πρόκληση περιβαλλοντικών καταστροφών. Μ’ αυτό τον τρόπο συγκαλύπτονται έντεχνα οι κοινωνικές ρίζες των οικο­λογικών προβλημάτων. Δημιουργείται ένα νέο είδος βιολογι­κού «προπατορικού αμαρτήματος», όπου μια απροσδόκητη ο­μάδα ζώων που ονομάζεται «Ανθρωπότητα» μεταμορφώνεται σε καταστρεπτική δύναμη που απειλεί την επιβίωση του πλα­νήτη.

Υποβαθμισμένα σε απλό βιολογικό είδος, τα ανθρώπινα ό­ντα μπορούν τώρα να θεωρηθούν ως απλό ζωολογικό φαινόμε­νο, υποκείμενο στους «βιολογικούς νόμους» που υποτίθεται ό­τι καθορίζουν τον «αγώνα για την επιβίωση» στο φυσικό κορμό. Εάν υπάρξει πείνα, για παράδειγμα, μπορεί να «εξηγη­θεί» με απλές βιολογικές έννοιες όπως «έλλειψη τροφής», πι­θανώς προκληθείσα από «υπερπληθυσμό». Εάν ξεσπάσει πό­λεμος, μπορεί να αποδοθεί στην «ένταση» που προκαλείται α­πό «υπερπληθυσμό» ή στην ανάγκη για «ζωτικό χώρο».

Με παρόμοιο τρόπο, μπορούμε να αγνοήσουμε ή ακόμη και να δικαιολογήσουμε την πείνα, την εξαθλίωση ή την αρρώστια ως «φυσικά εμπόδια» που επιβάλλονται στους ανθρώπους για να διατηρηθεί η «ισορροπία της φύσης». Μπορούμε άνετα να ξεχάσουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της φτώχειας και της πεί­νας που βασανίζουν τον κόσμο έχει τις ρίζες του στην εκμετάλ­λευση του ανθρώπου και της φύσης από τις μεγάλες εταιρείες και στην κοινωνική καταπίεση. Τα ανθρώπινα όντα, όπως α­ντιλαμβάνεστε, δεν είναι παρά ένα βιολογικό είδος όπως τα κουνέλια, τα ποντίκια κ.ά. που υπόκεινται ανελέητα σε αμείλι­κτους «φυσικούς νόμους».

Αν εξετάσει κανείς την ανθρώπινη κατάσταση υπ’ αυτό το πρίσμα, ότι δηλαδή όλες οι μορφές ζωής μπορούν να εναλλα­χθούν «βιοκεντρικά» παρά τα μοναδικά τους χαρακτηριστικά, τότε και οι άνθρωποι μπορούν να εναλλαχθούν με τις ακρίδες ή, εν προκειμένω, με τους ιούς -όπως έχει σοβαρά προταθεί σε μια συζήτηση από υποστηρικτές αυτής της άποψης- και επομέ­νως μπορούν εξίσου να θυσιαστούν κατά τις αλληλεπιδράσεις των λεγάμενων φυσικών νόμων. (1)

Ο νεαρός από την Καλιφόρνια, παρουσιάζοντας τις απόψεις αυτές, εξέφρασε μόνο τις γενικότερες έννοιες που συγκροτούν αυτή την αναπτυσσόμενη ιδεολογία. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που συνάντησα τε­λευταία στις Ηνωμένες Πολιτείες που πιστεύουν ότι τα παιδιά στην Αφρική -όπως και άλλα «ζώα» ενδεχομένως- θα πρέπει να αφεθούν να πεθάνουν από την πείνα διότι «υπερπληθαίνουν» την ήπειρο και επιβαρύνουν τη βιολογική χωρητικότητα των αντίστοιχων χωρών. Ή, κάτι εξίσου διεστραμμένο, ότι θα πρέπει να καλωσορίσουμε την επιδημία του AIDS ως τρόπο συγκράτησης του «υπερπληθυσμού». Ή, πιο σοβινιστικά, ότι θα πρέπει να μην επιτρέπεται στους «μετανάστες» από τη Λα­τινική Αμερική (συνήθως Ινδιάνους, οι πρόγονοι των οποίων ήρθαν στην Αμερική πριν από χιλιάδες χρόνια) να εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες διότι απειλούν τους «δικούς μας» φυ­σικούς πόρους.

Παρουσιασμένη σε τόσο ακατέργαστη και ρατσιστική μορ­φή, με τη χρήση λέξεων όπως «δική μας» για την περιγραφή μιας Αμερικής της οποίας οι φυσικοί πόροι ανήκουν ουσιαστι­κά σε μια χούφτα γιγαντιαίων εταιρειών, η αντίληψη αυτή πι­θανώς είναι απεχθής στους περισσότερους Αμερικανούς. Παρ’ όλα αυτά, όπως οι αφελείς, καθαρά ζωολογικές απαντήσεις σε σύνθετα κοινωνικά ερωτήματα, η άποψη αυτή τείνει να κερδί­σει ολοένα μεγαλύτερη υποστήριξη, ιδιαίτερα μεταξύ των πε­ρισσότερο «μάτσο», των πιο αυταρχικών και αντιδραστικών ανθρώπων, οι οποίοι χρησιμοποιούν πάντοτε τη «φύση» και τους «φυσικούς νόμους» ως υποκατάστατα της μελέτης των πραγματικών κοινωνικών ζητημάτων και ανησυχιών.

Ο πειρασμός εξομοίωσης των ανθρώπων που ζουν σε σύνθε­τες, θεσμικά διαπλεγμένες και πικρά διαιρεμένες κοινωνίες με τα κοινά ζώα εκφράζεται με φαινομενικά εξεζητημένα επιχει­ρήματα, που συχνά παρουσιάζονται ως ριζοσπαστικές οικολο­γικές φιλοσοφίες. Η αναβίωση ενός νέου μαλθουσιενισμού που διατείνεται ότι ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού υπερ­βαίνει το ρυθμό αύξησης της παραγωγής τροφίμων είναι η πιο αποκρουστική ιδεολογική ανάπτυξη από όλες.

Ο μύθος ότι οι αυξήσεις πληθυσμού σε χώρες όπως π.χ. το Σουδάν έχουν αποτέλεσμα την πείνα (και όχι το γεγονός ότι οι Σουδανοί θα μπορούσαν εύκολα να θρέψουν τους εαυτούς τους, εάν δεν εξαναγκάζονταν από την, υπό αμερικανικό έλεγ­χο, Διεθνή Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να καλλιεργούν βαμβάκι αντί για σιτηρά) είναι τυπικό παράδειγ­μα αυτού του είδους των επιχειρημάτων που έχουν γίνει αρκε­τά δημοφιλή μεταξύ πολλών περιβαλλοντολόγων. «Πρέπει να επιτρέψουμε στη φύση» μας λένε με έπαρση οι προνομιούχοι Ευρωαμερικανοί που εμφανίζονται ως θεωρητικοί του «φυσι­κού νόμου» «να ακολουθήσει την πορεία της», λες και τα κέρδη των εταιρειών, των τραπεζών και των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται την αγροτική παραγωγή έχουν σχέση με την «πο­ρεία» της φύσης.

Αυτό που καθιστά τόσο ύπουλο αυτό το νέο «βιοκεντρισμό», με την αντιανθρωπιστική του αντίληψη ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούν να εναλλαχθούν με τους αρουραίους και τα μυρμή­γκια, είναι ότι αποτελεί τη βάση ενός αναπτυσσόμενου κινήμα­τος που ονομάζεται «βαθιά οικολογία» (2) Η «βαθιά οικολογία» δημιουργήθηκε από ευκατάστατα άτομα που έχουν ανατραφεί με ένα μείγμα πνευματιστικών ανατολικών λατρειών και φαντασιώσεων του Χόλιγουντ και της Ντίσνεϊλαντ. Ο αμερικανι­κός νους είναι ήδη αρκετά ασχημάτιστος και χωρίς να χρεια­στεί να τον επιβαρύνουμε με «βιοκεντρικούς» μύθους βουδιστικών και ταοιστικών δοξασιών περί μιας παγκόσμιας «ενότη­τας», η οποία είναι τόσο καθολική ώστε τα ανθρώπινα όντα, παρά τα τόσο ευκρινή, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, χάνο­νται μέσα σε μια «βιοκεντρική ισότητα» που περιλαμβάνει τα πάντα. Υποβαθμιζόμενοι απλώς σε μία ακόμη μορφή ζωής α­νάμεσα στις πολλές, οι φτωχοί και οι αδύναμοι είτε υφίστανται άμεση εξόντωση, αν είναι κοινωνικά αναλώσιμοι, είτε γίνονται αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης, αν μπορούν να χρησιμο­ποιηθούν για την επέκταση των μεγάλων εταιρειών. Συνεπώς, φράσεις όπως «είμαστε όλοι ένα» και «βιοκεντρική δημοκρα­τία» βαδίζουν χέρι χέρι με μια ευσεβή φόρμουλα ανθρώπινης καταπίεσης, εξαθλίωσης, ακόμη και εξόντωσης.

Τέλος, η οικολογική σκέψη δεν εμπλουτίζεται με την αλόγι­στη συγχώνευση τόσο ανόμοιων θρησκειών όπως ο Βουδισμός και ο Ταοϊσμός με τον Χριστιανισμό ή, ακόμη χειρότερα, με το συνδυασμό φιλοσοφικών απόψεων όπως αυτές του Εβραίου Σπινόζα μ’ αυτές του απολογητή του ναζισμού Χάιντεγκερ. Δηλώσεις όπως αυτή του Άρνε Νάες, ποντίφικα της «βαθιάς οικολογίας», ότι «οι βασικές αρχές της βαθιάς οικολογίας βρίσκονται στη θρησκεία ή τη φιλοσοφία» κάνουν περισσότερο αισθητή την απουσία αναφοράς στην κοινωνική θεωρία».

Υπάρχουν αρκετά στοιχεία σ’ αυτό το μείγμα «βιοκεντρισμού», αντιανθρωπισμού, μυστικισμού και θρησκείας με την ηθική της περί «φυσικού νόμου» ικανά να τροφοδοτήσουν ε­ξαιρετικά αντιδραστικές και αταβιστικές απόψεις, παρά τις καλοπροαίρετες αναφορές της βαθιάς οικολογίας στην «αποκέ­ντρωση» και την «έλλειψη ιεραρχίας». Αυτό ανακινεί το ζήτη­μα μιας ακόμη εξωτικής τάσης που διαποτίζει τα οικολογικά κινήματα. Αναφέρομαι στην παράδοξη ανάγκη για μια νέα θειστική οικολογική «πνευματικότητα». Το ότι η λέξη «πνευμα­τικότητα» μπορεί συχνά να σημαίνει μια σεμνή και πραγματικά υγιή ευαισθησία προς τη φύση και τις λεπτές αλληλοσυνδέσεις της είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από τον εκφυλισμό της σε μια αταβιστική, αφελή μορφή θρησκείας της φύσης, κατοικούμενης από θεούς και θεές, και τελικά σε μια νέα ιεραρχία ιερέων και ιερειών. Οι μυστικιστικές παραλλαγές του φεμινισμού, καθώς επίσης και το οικολογικό κίνημα ως σύνολο έχουν, αλίμονο, αποδειχθεί αρκετές φορές πολύ ευάλωτα σ’ αυτή την τάση. Ο οξυδερκής νατουραλισμός, που βασίζεται άλλωστε κατά πολύ και στην οικολογία, αντιμετωπίζει τώρα τον κίνδυνο να εκτοπιστεί από μια υπερφυσική προοπτική, που είναι εκ φύσεως ξένη προς τη γονιμότητα και την αυτοδημιουργικότητα της ίδιας της φύσης.

Δεν είναι λογικό να αναρωτηθούμε γιατί ο φυσικός κόσμος χρειάζεται να εποικιστεί με γήινους θεούς και θεές όταν η φυ­σική εξέλιξη διαθέτει μια θαυμάσια δική της δύναμη που δη­μιουργεί μια τόσο πλούσια και θαυμαστή ποικιλία έμβιων όντων; Δεν αρκεί αυτό από μόνο του για να γεμίσει τον ανθρώ­πινο νου με θαυμασμό και σέβας; Η εισαγωγή στο φυσικό κό­σμο θεοποιημένων μορφών που έχουν δημιουργηθεί από την ανθρώπινη φαντασία, εν ονόματι της οικολογικής «πνευματι­κότητας», δεν είναι άραγε η πιο χοντροκομμένη μορφή «αν­θρωποκεντρισμού» (για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη για την προβολή του ανθρώπινου στο φυσικό που προκαλεί τόσο απο­τροπιασμό στα οικολογικά κινήματα);

Η λατρεία ή απόδοση τιμών σε οποιοδήποτε ον, είτε φυσικό είτε υπερφυσικό, θα αποτελεί πάντα μια μορφή αυτο-υποταγής και δουλείας που τελικά καταλήγει στην κοινωνική κυριαρχία, ανεξάρτητα από το αν αυτό γίνεται στο όνομα της φύσης, της κοινωνίας, του γένους ή της θρησκείας. Πολλοί είναι οι πολιτι­σμοί που κατακλύστηκαν από «θεότητες της φύσης», οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά κυνικό τρόπο από τις κυβερνήσεις ελίτ για να στηρίξουν τις πλέον αυστηρές, καταπιεστικές και απάν­θρωπες κοινωνικές ιεραρχίες. Τη στιγμή που τα ανθρώπινα ό­ντα θα γονατίζουν μπροστά σε οτιδήποτε «ανώτερο» απ’ αυτά, η ιεραρχία θα καταγράφει τον πρώτο θρίαμβό της επί της ε­λευθερίας και οι άνθρωποι θα είναι έτοιμοι να σηκώσουν όλα τα βάρη που μπορεί να τους επιβάλει η κοινωνική κυριαρχία.

Δεν επισήμανα αυτά τα προβλήματα που τίθενται από τις μισάνθρωπες και αντιανθρωπιστικές τάσεις στο οικολογικό κί­νημα για να δυσφημίσω το κίνημα συνολικά. Ακριβώς το αντί­θετο: η επισκόπηση αυτών των τάσεων έχει στόχο να καθαρίσει τη «μούχλα» που έχει πιάσει το κίνημα και να αποκαλύψει τον πολλά υποσχόμενο καρπό που μπορεί να μας δώσει η οικολο­γία στο μέλλον. Αυτό το βιβλίο γράφτηκε για να δείξει όσο το δυνατόν σαφέστερα ότι μόνο η οικολογία που έχει στέρεες ρί­ζες στην κοινωνική κριτική και ένα όραμα κοινωνικής ανασυ­γκρότησης μπορεί να μας παράσχει τα μέσα για να ξαναφτιάξουμε την κοινωνία με τρόπο επωφελή τόσο για τη φύση όσο και για την ανθρωπότητα.

Εν τούτοις, μια τέτοια κριτική και ένα τέτοιο όραμα δεν μπορούν να επιτευχθούν με το άλογο πέρασμα από το ένα ά­κρο, που προκρίνει την πλήρη «κυριαρχία του ανθρώπου στη φύση», στο άλλο, μάλλον συγκεχυμένο «βιοκεντρικό» ή αντιανθρωπιστικό άκρο, που στην ουσία συρρικνώνει την ανθρωπό­τητα παραλληλίζοντας τη με ένα παρασιτικό σμήνος κουνουπιών μέσα σε έναν ταραγμένο βάλτο που λέγεται «φύση». Πρέ­πει να απομακρυνθούμε απ’ αυτό το ιδεολογικό εφαλτήριο που κατά καιρούς μας εκτοξεύει από μανία σε μανία και από παραλογισμό σε παραλογισμό.

Υπάρχει ο πειρασμός να επιστρέφουμε στο ριζοσπαστισμό του παρελθόντος, όταν τα σίγουρα δόγματα μας ενέπνεαν κοι­νωνικά και περιβάλλονταν από την αίγλη μιας ρομαντικής εξέ­γερσης. Έχοντας μεγαλώσει σ’ αυτή την εποχή, πριν από περί­που μισό αιώνα, τη θεωρώ συναισθηματικά ευχάριστη, αλλά πνευματικά ανεπαρκή. Η παραδοσιακή ριζοσπαστική θεωρία έχει σήμερα καταρρεύσει. Πολλά που σήμερα θεωρούνται στοιχεία του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού λειτουργούν ως σημαντικό στήριγμα της επικρατούσας κοινωνίας της αγο­ράς. Αρχαϊκά συνθήματα όπως «εθνικοποίηση της ιδιοκτη­σίας» και «σχεδιασμένη οικονομία» ενισχύουν τον αυξανόμενο συγκεντρωτισμό και την ορθολογική οργάνωση της οικονομίας των εταιρειών και του κράτους.

Η σχεδόν ευλαβική άποψη του Μαρξ για την τεχνολογική ανανέωση και ανάπτυξη κινδυνεύει να αποκαλύψει τους πλέον μοχθηρούς στόχους μιας τεχνοκρατικής ιδεολογίας και μιας τεχνοκρατικής γραφειοκρατίας. Ακό­μη και οι στρατηγικοί πολιτικοί στόχοι του ορθόδοξου ριζο­σπαστισμού, με το όραμα του προλεταριάτου ως ηγεμονεύουσας τάξης, υποβαθμίζονται σταδιακά με την εκτόπιση των βιο­μηχανικών εργατών από τον αυτοματισμό. Δεν υπάρχουν πια μεγάλα κινήματα που να ενώνονται υπό την κόκκινη σημαία – μόνο τα φαντάσματα των επαναστατών του παρελθόντος που χάθηκαν μέσα στις αποτυχημένες εξεγέρσεις μιας περασμένης εποχής και οι ηγέτες που τους οδήγησαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Μ’ αυτή την έννοια ο φιλελεύθερος περιβαλλοντολογισμός έγινε βάλσαμο για τις βεβαρημένες συνειδήσεις των άπληστων βιομηχάνων που δίνουν μια κακόγουστη παράσταση χορεύο­ντας χεράκι χεράκι με τα λόμπι των περιβαλλοντολόγων, τους δικηγόρους και τους δημόσιους αξιωματούχους. Γι’ αυτό το συρφετό η φύση είναι στην ουσία μια συλλογή φυσικών πόρων. Τα περιβαλλοντικά μπαλέτα τους έχουν στόχο να καταπραΰνουν συνειδήσεις σύμφωνα με την ηθική του ελάσσονος κακού και όχι με την ηθική του μείζονος καλού. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του πελώριου δάσους που «ανταλλάσσε­ται» με μια μικρή δεντροφυτεμένη έκταση ή η «ανταλλαγή» μιας μεγάλης έκτασης υδροβιότοπων με ένα μικρό, υποτίθεται «βελτιωμένο», προστατευόμενο πάρκο για άγρια ζώα.

Στο μεταξύ, η συνολική επιδείνωση της κατάστασης του πε­ριβάλλοντος λαμβάνει χώρα με ξέφρενο ρυθμό.Βασικοί πλα­νητικοί κύκλοι, όπως είναι η αναλογία των ατμοσφαιρικών αε­ρίων και οι παράγοντες που την καθορίζουν, υπονομεύονται με αποτέλεσμα να αυξάνεται η σχέση του διοξειδίου του άν­θρακα προς το οξυγόνο στον αέρα. Τροπικά δάση σπουδαιό­τατα για την οικολογική ισορροπία, που βρίσκονται πάνω στη Γη εξήντα εκατομμύρια χρόνια ή και περισσότερο και των ο­ποίων η σημασία για τη διατήρηση της ακεραιότητας του αέρα που αναπνέουμε είναι ανεκτίμητη, καταστρέφονται χωρίς ανα­στολές.

Υπάρχει ο κίνδυνος χημικοί ρυπαντές όπως οι χλωροφθοράνθρακες να λεπτύνουν και τελικά να τρυπήσουν σε μεγά­λες εκτάσεις το στρώμα του όζοντος, που προστατεύει όλες τις σύνθετες μορφές ζωής από την επιβλαβή υπεριώδη ακτινοβο­λία του Ήλιου. Αυτά είναι τα κυριότερα πλήγματα που υφίσταται ο πλανήτης μας. Δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτά το καθη­μερινό «διαιτολόγιο» από χημικούς ρυπαντές, όξινη βροχή, ε­πιβλαβείς προσθήκες στις τροφές και γεωργικά δηλητήρια, που ενδέχεται να αλλάζει το συνολικό φάσμα των ασθενειών που απειλούν σήμερα την ανθρώπινη και μη ανθρώπινη ζωή.

Ο έλεγχος αυτών των δυνάμει καταστρεπτικών μεταβολών της οικολογικής ισορροπίας της Γης έχει στην πραγματικότητα καταρρεύσει μπροστά στους «συμβιβασμούς» και τις «ανταλ­λαγές» που μεθοδεύονται από τους φιλελεύθερους περιβαλλοντολόγους. Πράγματι, αυτό που κάνει τη φιλελεύθερη προσέγ­γιση τόσο απελπιστικά αναποτελεσματική είναι ότι θεωρεί την υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων δεδομένη όπως τον αέ­ρα που αναπνέουμε και το νερό που πίνουμε. Όλοι αυτοί οι «συμβιβασμοί» και οι «ανταλλαγές» στηρίζονται στην παραλυ­τική άποψη ότι η κοινωνία της αγοράς, η ατομική ιδιοκτησία και το σημερινό γραφειοκρατικό κράτος-έθνος δεν είναι δυνα­τόν να αλλάξουν εκ βαθέων. Επομένως, η επικρατούσα τάξη είναι εκείνη που επιβάλλει τους όρους κάθε «συμβιβασμού» και «ανταλλαγής», ακριβώς όπως οι κανόνες του παιχνιδιού στο σκάκι και η σκακιέρα (και όχι ό,τι υπαγορεύει η λογική και η ηθική) καθορίζουν εκ των προτέρων τι μπορούν να κάνουν οι παίκτες.

Το να «παίζεις σύμφωνα με τους κανόνες» του περιβαλλοντολογικού παιχνιδιού σημαίνει ότι ο φυσικός κόσμος, συμπε­ριλαμβανομένων και των καταπιεζόμενων ανθρώπων, πάντα χάνει κάτι λίγο λίγο, μέχρι που τελικά χάνονται τα πάντα. Ό­σο ο φιλελεύθερος περιβαλλοντισμός δομείται γύρω από το κοινωνικό κατεστημένο, τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας υπερι­σχύουν πάντα έναντι των δικαιωμάτων του πολίτη κι αυτοί που έχουν εξουσία κυριαρχούν σ’ αυτούς που δεν έχουν εξου­σία. Είτε πρόκειται για δάσος είτε για υδροβιότοπο είτε για γόνιμο έδαφος για καλλιέργεια, ο «επιθυμών την ανάπτυξη» που έχει στην κατοχή του κάποιον απ’ αυτούς τους «φυσικούς πόρους» συνήθως θέτει τους όρους κάθε διαπραγμάτευσης και τελικά κατορθώνει να επιτύχει το θρίαμβο του πλούτου επί των οικολογικών προβληματισμών.

Τέλος, ο φιλελεύθερος περιβαλλοντισμός πάσχει από μια συ­νεχή άρνηση να δει ότι μια καπιταλιστική κοινωνία που στηρί­ζεται στον ανταγωνισμό και την ανάπτυξη για την ανάπτυξη τελικά θα καταβροχθίσει το φυσικό κόσμο, όπως ακριβώς ένας καρκίνος που δεν υποβάλλεται σε θεραπεία θα καταβροχθίσει τελικά τον ξενιστή του. Οι ατομικές προθέσεις, καλές ή κακές, έχουν πολύ λίγη σχέση μ’ αυτή την αδιάκοπη διαδικασία. Μια οικονομία που δομείται γύρω από την επιταγή «Ανάπτυξη ή θάνατος» θα στραφεί κατ’ ανάγκην ενάντια στο φυσικό κόσμο και θα αφήσει οικολογικά ερείπια στο διάβα της, καθώς θα διεισδύει όλο και περισσότερο στη βιόσφαιρα.

Δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι ο αναπτυξιακά προσανατολισμένος, γραφει­οκρατικός και εξαιρετικά διαστρωματωμένος «σοσιαλιστικός» κόσμος ουδεμία εναλλακτική λύση προσφέρει στην αποτυχία του φιλελευθερισμού. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα φέρουν ίση ευθύνη για την καταστροφή του πλανήτη. Η πιο σημαντική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά και τα αντίστοιχα δυτικά είναι ότι μια «σχεδιασμένη οικονομία» κάνει τις προσπάθειές της πιο συστηματικές. Κάθε αντιπολίτευση -φιλελεύθερη ή ριζοσπα­στική- εξαναγκάζεται ευκολότερα σε σιωπή από τους θεσμούς ενός αστυνομικού κράτους.

Ο περιορισμός των επιλογών που φαίνεται να αντιμετωπί­ζουμε -κυρίως ένας χωρίς αισθήματα, μισανθρωπικός τύπος «οικολογισμού» και ένας αηδιαστικός φιλελεύθερος περιβαλλοντισμός- μας αναγκάζει να ψάξουμε για έναν άλλον τρόπο. Η μόνη απάντηση στο φιλελεύθερο περιβαλλοντισμό και τις αποτυχίες του είναι άραγε η «βαθιά οικολογία», η οποία μυστικοποιεί την «άγρια» φύση και τη ζωή των άγριων ζώων, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές οι εναπομένουσες περιοχές πρωτόγονης φύσης;

Είμαστε άραγε αναγκασμένοι να επιλέγου­με ανάμεσα στη λειτουργία των λόμπι, τους «συμβιβασμούς» και τις «ανταλλαγές» από τη μια και τη «βιοκεντρική», αντιανθρωπιστική νοοτροπία από την άλλη, που τείνει να συρρικνώ­σει την ανθρωπότητα σε ένα απλό ζωικό είδος και τον ανθρώ­πινο νου σε μια «πληγή» του φυσικού κόσμου; Η μόνη απάντη­ση σε μια τεχνολογία που έχει τρελαθεί είναι άραγε η επιστρο­φή σε έναν κυνηγετικό και νομαδικό τρόπο ζωής στον οποίο τα βασικά υλικά με τα οποία θα επιδρούμε πάνω στο φυσικό κό­σμο θα είναι οι πελεκημένες τσακμακόπετρες; Τέλος, η μοναδι­κή απάντηση στη λογική της σύγχρονης επιστήμης και μηχανι­κής είναι άραγε η λατρεία της ανορθολογικότητας, του ενστί­κτου και του θρησκευτικού συναισθήματος;

Δέχομαι ότι απλούστευσα τις εναλλακτικές λύσεις. Όμως το έκανα μόνο για να αποκαλύψω τη λογική και τις συνέπειές τους. Τουλάχιστον δεν αρνούμαι να παραδεχτώ ότι ακόμη και ο φιλελεύθερος περιβαλλοντισμός, όπως και η αξία μιας ενστι­κτώδους ευαισθησίας, παίζουν το ρόλο τους στην αντίσταση ενάντια σε μια πανίσχυρη τεχνολογία που τέθηκε στην υπηρε­σία της άλογης ανάπτυξης, συσσώρευσης και κατανάλωσης. Η διαμαρτυρία ενάντια στην κατασκευή ενός πυρηνικού αντιδρα­στήρα ή ενός νέου αυτοκινητόδρομου, ενάντια στην προσπά­θεια να «καθαριστεί» η πλαγιά ενός βουνού ή ενάντια στην κατασκευή ενός συγκροτήματος πολυτελών διαμερισμάτων που απειλεί να παραμορφώσει μια αστική περιοχή, όλα αυτά απο­τελούν σημαντικές, έστω και περιορισμένες, ενέργειες για την αποτροπή της παραπέρα περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Η γη, τα άγρια ζώα, η φυσική ομορφιά και η οικολογική ποικιλία που προστατεύεται από τις μπουλντόζες και τους κερδοσκόπους άρπαγες αποτελούν σημαντικές επικράτειες της φύσης και της αισθητικής που πρέπει να διατηρηθούν οπουδήποτε μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν απαιτείται μεγάλη θεωρητική ή ιδεολογική κατάρτιση για να κατανοήσει κανείς ότι σχεδόν όλα τα θαυμαστά και όμορφα πράγματα, από ένα δέντρο που στέκει ολόρθο ως το θηλαστικό που φτιάχνει τη φωλιά του, έχουν τη θέση τους στον κόσμο και τη λειτουργία τους στη βιόσφαιρα.

Όμως το να οδηγηθούν αυτά τα επιβλητικά γεγονότα μέχρι του σημείου να θεωρείται η ανθρωπότητα είτε πλήγμα κατά της φύσης είτε «κύριος της δημιουργίας», αυτό έχει ένα πολύ επικίνδυνο αποτέλεσμα. Και οι δύο απόψεις χρησιμεύουν για να φέρουν την ανθρωπότητα σε αντιπαράθεση με τη φύση, εί­τε ως «πλήγμα» είτε ως «κύριο». Η ανθρωπότητα (στο βαθμό που αυτή η λέξη υποδηλώνει ένα ενιαίο είδος παρά εξαιρετι­κά διαχωρισμένα κοινωνικά όντα που ζουν σε οξεία αντιπα­ράθεση μεταξύ τους ως καταπιεζόμενοι και καταπιεστές) αποκόπτεται από την εξέλιξη της ζωής και τοποθετείται σε ένα ράφι σαν άψυχο αντικείμενο.

Απομονωμένη από τον κόσμο της ζωής, είτε με αναθέματα είτε με επαίνους, εξαποστέλλεται πίσω σε έναν πρωτόγονο κόσμο του απώτερου παρελθόντος ή εκτοξεύεται στα άστρα, πανευτυχής με τις διαστημικές στολές και τα εξωτικά όπλα τους. Καμία απ’ αυτές τις εικόνες δεν αγγίζει το πιο σημαντικό γεγονός: τα ανθρώπινα όντα υπάρ­χουν σε διάφορες κοινωνίες, που όλες τους έχουν βαθιά σχέση με τα οικολογικά προβλήματά μας. Ως κοινωνικά όντα, οι άν­θρωποι ανέπτυξαν τρόπους με τους οποίους σχετίζονται μετα­ξύ τους μέσω θεσμών, οι οποίοι καθορίζουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα τον τρόπο με τον οποίο μετα­χειρίζονται το φυσικό κόσμο.

Θεωρώ ότι πρέπει να υπερβούμε το επιφανειακό στρώμα ι­δεών που δημιουργούν ο «βιοκεντρισμός», ο «αντιανθρωπισμός», ο μαλθουσιανισμός και η «βαθιά οικολογία» από τη μια και η πίστη στην ανάπτυξη, τον ανταγωνισμό, την ανθρώ­πινη «ανωτερότητα» και την κοινωνική ισχύ στο άλλο άκρο. Οφείλουμε να εξετάσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που δημιούργησαν και τα δυο αυτά άκρα στις πολλές, διαφορετι­κές μορφές τους και να απαντήσουμε στα ερωτήματα-κλειδιά αναφορικά με την ανθρώπινη κατάσταση, αν θέλουμε να ε­ναρμονίσουμε τη σχέση της ανθρωπότητας με τη φύση.

Τι είναι η ανθρώπινη κοινωνία αν προσπαθήσουμε να τη δούμε από οικολογική σκοπιά; Μια «κατάρα»; Μια «ευλογία» χωρίς όρια; Ένα «εργαλείο» για την αντιμετώπιση υλικών α­ναγκών; Ή, τολμώ να πω, ένα προϊόν της φυσικής εξέλιξης, καθώς και του πολιτισμού, το οποίο όχι μόνο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινων αναγκών, αλλά, τουλάχιστον εν δυ­νάμει, μπορεί να διαδραματίσει μείζονα ρόλο στην ενθάρρυν­ση της εξέλιξης της ζωής στον πλανήτη;

Ποιοι παράγοντες δημιούργησαν οικολογικά επιβλαβείς αν­θρώπινες κοινωνίες; Και ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να δώσουν οικολογικά επωφελείς ανθρώπινες κοινωνίες;

Μια αναπτυγμένη τεχνολογία είναι κατ’ ανάγκην αντιοικολογική ή μπορεί να χρησιμεύσει για να ενισχύσει τη βιόσφαιρα και τα φυσικά περιβάλλοντα της ζωής;

Τι μπορούμε να διδαχτούμε από την ιστορία που να απαντά αυτά τα ερωτήματα και να προωθεί τη σκέψη μας πέρα από τα συνθήματα στις κονκάρδες και τα αυτοκόλλητα, που συνα­ντάμε τόσο ανάμεσα στους μισανθρωπικούς όσο και στους φι­λελεύθερους περιβαλλοντολόγους;

Πράγματι, με ποιον τρόπο θα ’πρεπε να σκεφτούμε τις απα­ντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα; Με τη συμβατική λογική; Με τη διαίσθηση; Με τη θεϊκή επιφοίτηση; Ή ίσως με εξελικτικούς τρόπους σκέψης που ονομάζονται «διαλεκτικοί»;

Τελευταίο ερώτημα, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν κλεί­νει το θέμα, το εξής: τι είδους κοινωνική αναδιοργάνωση χρει­αζόμαστε για να εναρμονίσουμε τη σχέση της ανθρωπότητας με τη φύση – δεχόμενοι, βεβαίως, ότι η κοινωνία δεν θα πρέπει να διαλυθεί και να τρέχει ο καθένας να διεκδικεί τη δική του βουνοκορφή στην οροσειρά; Με ποια πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά μέσα θα επιτευχθεί μια τέτοια αναδιοργάνωση; Και από ποιες ηθικές αρχές θα καθοδηγείται;

Αυτές είναι, στην καλύτερη περίπτωση, προκαταρκτικές ε­ρωτήσεις. Υπάρχουν πολλές άλλες που θα πρέπει να εξετάσου­με πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας. Διστάζω να προχω­ρήσω περισσότερο εδώ, γιατί απεχθάνομαι τη στείρα απαρίθ­μηση ιδεών, τις δηλώσεις που γίνονται χωρίς περίσκεψη, τα διαγράμματα ροής και τα σλόγκαν των αυτοκόλλητων που εί­ναι τόσο της μόδας αυτές τις μέρες. Όταν ο νεαρός από την Καλιφόρνια μου είπε τις λέξεις «ανθρώπινα όντα», έκανε ότι μπορούσε για να μη σκεφτεί, δίνοντας ένα διανοητικά ακατέρ­γαστο παράδειγμα απερισκεψίας στους άλλους, τα μυαλά των οποίων έχουν μορφοποιηθεί από το Χόλιγουντ, την Ντίσνειλαντ και την τηλεόραση.

Συνεπώς σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, χρεια­ζόμαστε συνοχή. Δεν εννοώ δόγμα. Εννοώ μάλλον μια πραγ­ματική δομή ιδεών που θέτει τη φιλοσοφία, την ανθρωπολο­γία, την ιστορία, την ηθική, μια νέα ορθολογικότητα και τα ουτοπικά οράματα στην υπηρεσία της ελευθερίας – της ελευθε­ρίας, θα ήθελα να προσθέσω, για την ανάπτυξη τόσο της φύ­σης όσο και του ανθρώπου. Πρόκειται για μια δομή την οποία θα χρειαστεί να χτίσουμε στις ακόλουθες σελίδες και όχι α­πλώς να συσσωρεύσουμε ιδέες σε άτακτη μορφή σαν ένα σωρό σκουπιδιών. Η ανολοκλήρωτη σκέψη είναι εξίσου επικίνδυνη με το απόλυτα καθορισμένο δόγμα. Και τα δύο δίνουν μια μη δημιουργική οπτική της πραγματικότητας, η οποία είναι αρκε­τά ελαστική ώστε να προσαρμόζεται σε οποιαδήποτε δυνατή κατεύθυνση. Εξ ου και οι εξαιρετικά αντιφατικές έννοιες που υπάρχουν στα έργα της «βαθιάς οικολογίας».

Αυτό το βιβλίο γράφτηκε για να ασχοληθεί με τα ζητήματα που έθιξα με την ελπίδα ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε το συνεκτικό πλαίσιο το οποίο ήδη υπαινίχθηκε και να αναπτύ­ξουμε μια πρακτική την οποία έχουμε άμεση ανάγκη. Η αφορ­μή γι’ αυτό δόθηκε από ένα συμβάν, από μια συνάντηση με την πραγματική ζωή – και όχι από απομονωμένες ακαδημαϊκές σκέψεις και προσωπικές ιδιοτροπίες.

Αν το οικολογικό κίνημα, το οποίο βοήθησα στα πρώτα του βήματα πριν από τριάντα περίπου χρόνια, μαζέψει τις σκηνές του και πάρει το δρόμο για τα βουνά ή στραφεί προς την Ουάσιγκτον για να αποκτήσει επιρροή, τότε η ζημιά θα είναι ανε­πανόρθωτη. Η οικολογική σκέψη μπορεί να παράσχει σήμερα την πιο σημαντική σύνθεση ιδεών που έχουμε δει από την επο­χή του Διαφωτισμού, πριν από δύο αιώνες. Μπορεί να ανοίξει προοπτικές για μια πρακτική που μπορεί να αλλάξει αποτελε­σματικά το συνολικό κοινωνικό τοπίο του καιρού μας. (3)

Είναι ζωτικό χρέος μας να μην αφήσουμε τον οικολογικό τρόπο σκέψης και το κίνημα που αυτός μπορεί να δημιουργή­σει να εκφυλιστούν και να πάρουν το δρόμο του παραδοσιακού ριζοσπαστισμού – να χαθούν δηλαδή στους λαβύρινθους μιας ιστορίας που έχει τελειώσει οριστικά. {…}

Όλο το βιβλίο σε μορφή pdf εδώ:   Ξαναφτιάχνοντας την κοινωνία

 

Σημειώσεις (του επιμελητή)

α)  Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν ασχολήθηκε με περιβαλλοντολογικά και οικολογικά θέματα από το 1952 μέχρι σχεδόν τον θάνατο του το 2006. Ένα βιογραφικό και μια εργογραφία του (στα ελληνικά) μπορείτε να δείτε εδώ:  Μάρεϊ Μπούκτσιν ο στοχαστής της ελευθερίας και της οικολογίας

β) Δείτε πόσο λαϊκιστές είμαστε ενώ άλλοι συναγωνιστές  δολοφονούνται για τους αγώνες τους   Πεθαίνουν προστατεύοντας τη γη και το περιβάλλον

https://avrakotos.wordpress.com/2018

Φορολογικοί παράδεισοι, περιβαλλοντική κόλαση  Αυτό είναι μια παρανυχίδα από τον παροξυσμό του ανταγωνισμού και της φρενίτιδας για κέρδος – πλιάτσικο από τις  οικονομικές και πολιτικές ελίτ  που γίνεται στην φύση και τις κοινωνίες, πρόκειται για τις όψεις του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, που εννοείτε δεν χρειάζεται πλέων τα τανκ και τις αρβύλες για να επικρατήσει.

Όψεις του σύγχρονου ολοκληρωτισμού: Α’ έλεγχος του νερού

Όψεις του σύγχρονου ολοκληρωτισμού: Β’ έλεγχος της διατροφής

Παγκόσμια αγροβιομηχανία: δύο δεκαετίες λεηλασίας

γ) Μάρεϊ Μπούκτσιν  Τί είναι Κοινωνική Οικολογία;

Επίσης  Τι είναι ο κομμουναλισμός; Η δημοκρατική διάσταση του αναρχισμού

δ) Μάρεϊ Μπούκτσιν «Ανοιχτή επιστολή προς το οικολογικό κίνημα̈́»

Σημειώσεις (του συγγραφέα)

1) Αυτή η αναφορά στους ιούς δεν γίνεται χωρίς λόγο. Το «αναφαίρετο δικαίωμα» των παθογόνων ιών να υπάρχουν αναλύεται σοβαρό στο βιβλίο του David Ehrenfeld, The Arrogance of Humanism (New York: Oxford University Press. 1978). oo. 208-210.

2) Βλ. το βιβλίο των Bill Devall και George Sessions Deep Ecology (Sail Lake Oily: Peregrine Smith Books, 198S) για μια περιεκτική αναφορά (όσο μπορεί να περιληφθεί σε ένα βιβλίο) των απόψεων που εκφράζονται από το κίνημα της «βαθιάς οικολογίας» Το μεγαλύτερο μέρος της γλώσσας που χρη­σιμοποιείται από τους «βαθείς οικολόγους» -όπως είναι η «βιοκεντρική ισότη­τα»- μπορείτε να το βρείτε σ’ αυτό το έργο.

3) Η στιλιστική μαχητικότητα που θα συναντήσουν οι αναγνώστες σ’ αυτό το βιβλίο οφείλεται στην ανησυχητική αίσθηση του επείγοντα: που εμπνέει η παρούσα κατάσταση.

 

Πηγή: https://avrakotos.wordpress.com/2018/08/17

Γνωμικό | This entry was posted in ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s