Η QAnon και η ψυχολογία των θεωριών συνωμοσίας

 
Του Ευάγγελου Θεοδώρου

Oι θεωρίες συνωμοσίας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η σύγχρονη εκδοχή, αν όχι μετεξέλιξη, των μεσαιωνικών δεισιδαιμονιών. Το ότι απέκτησαν ταχύτατη διάδοση μέσω του διαδικτύου, δεν τις καθιστά περισσότερο ορθολογικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τρέχουσα, τεράστια δημοφιλία στις ΗΠΑ, μίας εξ αυτών των θεωριών, της QAnon, η οποία έχει φτάσει να αποτελεί αχρείαστο μπελά ακόμη και για τις αρχές ασφαλείας. Οι υποστηρικτές της ήταν και εκ των πρωταγωνιστών της εισβολής στο Καπιτώλιο. 

Σύμφωνα με το ευφάνταστο αφήγημα της QAnon, ο Ντόναλντ Τραμπ διεξάγει μια μυστική επιχείρηση για να σώσει εκατομμύρια παιδιά από μια μυστική ομάδα ισχυρών παιδεραστών. Για έναν τρίτο παρατηρητή, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα κακό παραμύθι. Για τους Ρεπουμπλικανούς, όμως, είναι μια εν δυνάμει πηγή στήριξης εκ μέρους ενός κοινού που, την ίδια στιγμή, πλήττεται βάναυσα από την πολιτική τους. Για το FBI, η QAnon αποτελεί πλέον απειλή εσωτερικής τρομοκρατίας. Για τον κόσμο, επίσης, το QAnon αποτελεί την αιτία για τη διάσπαση στενών διαπροσωπικών σχέσεων, μια πολύπλοκη ιδέα που συχνά είναι αδύνατο να καταπολεμηθεί.

Το QAnon εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο τον Οκτώβριο του 2017, όταν ένας χρήστης με το όνομα Q άρχισε να δημοσιεύει στην πλατφόρμα 4chan αναρτήσεις σχετικά με μια κλίκα «σατανιστών παιδεραστών που ελέγχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και απαγάγουν τα παιδιά μαζικά». Από τότε, η συνωμοσία γνώρισε έκρηξη δημοτικότητας. Τον Ιούνιο, ο Guardian διαπίστωσε ότι οι σελίδες QAnon στο Facebook και στο Instagram έχουν συνολικά 3 εκατομμύρια μέλη ή ακόλουθους. Μάλιστα, ενώ αρχικά όσοι ασπάζονταν την προαναφερθείσα θεωρία ήταν κυρίως υποστηρικτές του Τραμπ που βρήκαν έναν επιπλέον λόγο να τον υποστηρίξουν, σήμερα η QAnon έχει απήχηση σε ένα αρκετά ευρύτερο κοινό.

Η QAnon είναι επί της ουσίας, ένα είδος «επιτομής» των τρεχουσών θεωριών συνωμοσίας γύρω από την πανδημία. Ο Guardian παρουσιάζει παραδείγματα ανθρώπων που πιστεύουν πως το Black Lives Matter και γενικά το αντιρατσιστικό κίνημα, αλλά και ο Covid-19 «ενορχηστρώθηκαν» για να αποσπάσουν το κοινό από τις «αλήθειες» της QAnon, οι οποίες διαρκώς πληθαίνουν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πανδημία αναζωπύρωσε και τη θεωρία συνωμοσίας Pizzagate, του 2016, σύμφωνα με την οποία η Χίλαρι Κλίντον και άλλα στελέχη του Δημοκρατικού κόμματος διακινούσαν παιδιά και πως τα θύματα της συγκεκριμένης πρακτικής, κρατούνταν στο Comet Ping Pong, μια πιτσαρία στην Ουάσιγκτον.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, όπως σχολιάζει και ο Guardian, η θεωρία Qanon “μπορεί μεν να υποστηρίζει την ύπαρξη μαζών κακοποιημένων παιδιών” αλλά ενδεχομένως, όπως διαβάζουμε και πάλι στην βρετανική εφημερίδα, “ίσως αυτό είναι ένα ευκολότερο χάπι να καταπιεί κανείς σε σχέση με το απέραντο χάος της πραγματικότητας, όπου το χάσμα μεταξύ φτωχών και εξαιρετικά πλούσιων διευρύνεται συνεχώς, το περιβάλλον καταστρέφεται και όπου εκατομμύρια παιδιά πράγματι κακοποιούνται, αλλά όχι στα χέρια μιας οργάνωσης που μπορεί να εξαλειφθεί με ένα απλό εισαγγελικό ένταλμα”.

Με άλλα λόγια δηλαδή, η θεωρία εστιάζει σε ένα από υπαρκτά δεινά της σημερινής εποχής, την κακοποίηση παιδιών, απλοποιώντας, ομαδοποιώντας και επεξηγώντας τις στρεβλώσεις της σημερινής κοινωνίας, με βάση αυτό.

Όσον αφορά τις τακτικές που ακολουθήθηκαν, ώστε ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ανά τον κόσμο να εκτεθούν στη θεωρία, η συντάκτης του Guardian, Julia Carrie Wong αναφέρει χαρακτηριστικά: “Οι ακόλουθοι της θεωρίας ήταν πολύ αποτελεσματικοί στο να χρησιμοποιούν τη δομή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και των παραδοσιακών μέσων, για να συγκεντρώσουν περισσότερους οπαδούς”. Η Wong μάλιστα, στο ίδιο ρεπορτάζ, επισημαίνοντας τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη συγκεκριμένη θεωρία, επικαλείται μια ανακοίνωση του FBI, εντός της οποίας, αναφέρεται ρητά πως «ενδέχεται το QAnon να κινητοποιεί ανθρώπους να προχωρήσουν σε εγκληματικές ή βίαιες ενέργειες».

Οι εγκληματικές και οι βίαιες ενέργειες όμως, οι οποίες προαναφέρθηκαν, δεν αποτελούν τους μόνους λόγους για τους οποίους η πίστη της θεωρίας, ενδέχεται να επιφέρει σημαντικές συνέπειες για τους ανθρώπους που την ενστερνίζονται αλλά και για το κοντινό τους περιβάλλον. Όπως κατατοπιστικά γράφει ο Matt Alt στο περιοδικό New Yorker. «για τους πραγματικούς υποστηρικτές, η  QAnon, αποτελεί έναν τρόπο ζωής». Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που η συγκεκριμένη θεωρία (και κατ’ επέκταση, τα όσα συνεπάγεται η άκριτη αποδοχή της από το άτομο), έχει αποτελέσει εφαλτήριο, σε πολλές περιπτώσεις, ώστε φιλίες αλλά και στενοί συγγενικοί δεσμοί να διασπαστούν, όπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ του Guardian , καθώς οι υποστηρικτές της θεωρίας, αρνούνται να δουν την καθημερινότητα τους με οποιαδήποτε άλλη οπτική, πέρα από την οπτική της QAnon.

Η συγκεκριμένη οπτική, δεν είναι άλλη από μια «ειδυλλιακή εναλλακτική πραγματικότητα, όπου η πανδημία Covid-19 είναι μια φάρσα και όχι μια θανατηφόρα απειλή που χειρίζεται λανθασμένα από πολλές κυβερνήσεις, όπου ο συστημικός ρατσισμός είναι μόνο μια ψευδαίσθηση και όπου η δικαιοσύνη βρίσκεται στον ορίζοντα», όπως αναφέρει η Cecilia Saixue Watt στον Guardian. Μιας όμως και η φράση «η δικαιοσύνη βρίσκεται στον ορίζοντα» που χρησιμοποιεί η Watt, σχετίζεται με μια ψυχολογική θεωρία, τη θεωρία «του δίκαιου κόσμου» του Lerner, σύμφωνα με την οποία, οι άνθρωποι αποπειρώνται να αναζητούν συνεχώς «δίκαιες απαντήσεις» για όσα συμβαίνουν γύρω τους, προσπαθώντας να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν όλα όσα τους περιβάλλουν, ενδεχομένως να προκύπτει εύλογα ένα ερώτημα:

«Ποιοι είναι τα ψυχολογικά αίτια, γνωστικά, κοινωνικά και ατομικά, στα οποία οφείλεται η πίστη σε συνωμοσιολογικές θεωρίες;»

Μήπως είμαστε έρμαια του εγκεφάλου μας;

Η πρώτη κατηγορία αιτιών, ενδεχομένως να σχετίζεται με την ίδια τη λειτουργία του εγκεφάλου, καθότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος πολλές φορές αποφεύγει την «αργή», «χρονοβόρα» και εξαντλητική σκέψη για χάρη της πίστης ορισμένων θεωριών (γενικότερα), οι οποίες του παρέχουν εύκολες απαντήσεις σε όσα συμβαίνουν γύρω του, όπως αναφέρει και ο καθηγητής Noam Shpancer στο Psychology Today. Βέβαια, η πραγματικότητα ενδέχεται να είναι λίγο πιο σύνθετη.

«Η σύγχρονη θεώρηση της επιστήμης της συμπεριφοράς του ανθρώπου, τείνει να ανάγει τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς σε μια σύνθεση γνωστικών καταβολών αλλά και επίκτητων χαρακτηριστικών μετά την γέννησή του» αναφέρει ο κλινικός ψυχολόγος και εκπαιδευτής στην Ελληνική Σχολή Θεάτρου «Πλαίημπακ», Δημήτρης Μπέγιογλου, ο οποίος συνεχίζει αναφέροντας ότι «φυσικά και υπάρχουν περιοχές του εγκεφάλου οι οποίες ωθούν το άτομο στην εύκολη και «ετοιμοπαράδοτη» επιλογή πχ κάποιων συνωμοσιολογικών δοξασιών, αλλά ένας καλλιεργημένος και κατάλληλα εκπαιδευμένος νους, έχει την δυνατότητα να κρίνει και να αξιολογεί ορθά όποια πληροφορία του παρέχεται». Σύμφωνα με τον κλινικό ψυχολόγο, είναι η απόκτηση της σωστής παιδείας, «που μας οδηγεί με ασφάλεια, ώστε να μη χαθούμε ανάμεσα στους γρίφους της πίστης και της αμφισβήτησης».

Μήπως απλά θέλουμε να κοινωνικοποιηθούμε;

Καθότι λοιπόν, είναι η καλλιέργεια του εγκεφάλου με «εφόδιο» τη σωστή παιδεία, που μπορεί να αποτελέσει αντίβαρο στη φυσική λειτουργία του νου, η οποία προαναφέρθηκε, τίθεται ένα άλλο ερώτημα. Μήπως η πίστη σε τέτοιου είδους θεωρίες αποτελεί το αποτέλεσμα της ανθρώπινη ανάγκης για επικοινωνία και κοινωνικοποίηση; Με άλλα λόγια, μήπως, πρώτα επιζητούμε μια κοινωνική ομάδα να ενταχθούμε και μετά απλά υιοθετούμε τις θέσεις της, ώστε να μην ξαναμείνουμε «μόνοι» ;

«Η ανάγκη να ανήκεις κάπου, ειδικά όταν συνδυάζεται με συγκεκριμένη αίσθηση εξωτερικής απειλής και μία ιδέα μεγαλείου ή μοναδικότητας, δημιουργεί ένα θανατηφόρο κοκτέιλ. Μέσα σε περιβάλλοντα συνωμοσιολογικών sites ή στους κόλπους αιρέσεων, το ενεργό μέλος αισθάνεται ιδιαιτέρως ξεχωριστό.

Ταυτόχρονα, ορθολογικοποιεί την πίστη του σε παράλογες ιδέες, εισερχόμενος σε μια συλλογικότητα η οποία ενστερνίζεται τις ίδιες αντιλήψεις με αυτό διατηρώντας όμως τον χαρακτήρα της ιδιαίτερης, μειοψηφίας», αναφέρει ο κύριος Μπέγιογλου, επισημαίνοντας ακριβώς τη σημασία της «ανάγκης να ανήκεις κάπου», η οποία μετουσιώνεται σε «πίστη», δίχως το άτομο να κρίνει ορθολογικά τις πεποιθήσεις του, απλά και μόνο για να μη διακινδυνεύσει την «ιδιαίτερη» και «ξεχωριστή» κοινωνική ταυτότητα που του προσδίδει η συγκεκριμένη συνωμοσιολογική ομάδα.

Μήπως απλά.. «είναι στον άνθρωπο»;

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ανάγκη για επικοινωνία και κοινωνική αλληλεπίδραση δε δικαιολογεί από μόνη της την επιθυμία ενός ατόμου να «ξεχωρίσει», υιοθετώντας τέτοιου είδους θεωρίες. «Είναι σημαντικό να τονιστεί η σημασία της ψυχοπαθολογίας της α) οικογενειακής, β) σχολικής και γ) κοινωνικής εκπαίδευσης που τονίζει τον ανταγωνισμό και την ανάγκη να ξεχωρίζουμε και να διακρινόμαστε πάση θυσία. Το «εγώ» καταφέρνει να διακριθεί έστω και εισερχόμενο σε πεδία συνωμοσίας και αίρεσης τελικά, αφού έχει θεωρήσει εαυτόν αποτυχημένο στα υπόλοιπα», αναφέρει ο κ. Μπέγιογλου.

Είναι λοιπόν ο ατομοκεντρικός χαρακτήρας της κοινωνίας (και του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος), που δημιουργεί την τόσο έντονη ανάγκη για να «ξεχωρίσει» κανείς. Παρ’ όλα αυτά, ιδιαίτερη σημασία διαδραματίζουν και ατομικοί παράγοντες-γνωρίσματα των συνωμοσιολόγων.

Όπως με σαφήνεια δηλώνει ο συνεντευξιαζόμενος: «Oι θεωρίες συνωμοσίας προσδίδουν την ψευδαίσθηση της δύναμης και του ελέγχου στο άτομο. Υπό αυτή την έννοια ανήκουν στην ίδια κατηγορία με όλες τις εθιστικές ουσίες και συμπεριφορές οι οποίες δημιουργούν στο άτομο που υποφέρει, πονά και είναι τραυματισμένο ψυχικά, μια σανίδα ή καλύτερα ένα δεκανίκι σωτηρίας. Με άλλα λόγια, το άτομο που πιστεύει, διαδίδει και υπηρετεί φανατικά συνωμοσιολογικές θεωρίες, έχει πρώτα υποστεί μέσα του κάποιου είδους ψυχική κατάρρευση που προέρχεται είτε από παλαιότερο ή μεταγενεστερο τραύμα.Γιατί η χαμηλή αυτοεκτίμηση ή η ανάγκη χειραγώγησης ή ακόμα η ανάγκη συμμόρφωσης σε μια δομή συνωμοσιολόγων, δεν προκύπτει από το πουθενά. Έχει «χτιστεί» μέσα σε προηγούμενα χρόνια κακοποίησης, παραμέλησης ή υπερβολικού ελέγχου και πειθαρχίας, όταν το άτομο ήταν ακόμα παιδί».

Οι συνωμοσιολογικές θεωρίες λοιπόν, «έρχονται για να κρατήσουν αυτά τα άτομα σε μια σχετική σταθερότητα αν και συχνά εμπεριέχουν παράνοια, φόβους καταδίωξης και παραλήρημα μεγαλείου», όπως αναφέρει ο κλινικός ψυχολόγος, καταλήγοντας πως «εάν το άτομο αφεθεί χωρίς αυτές τις θεωρίες, θα καταρρεύσει, θα πιάσει πάτο».

Εν πάση περιπτώσει βέβαια, ακόμη και η εν λόγω κατάρρευση, μπορεί να αποτελέσει «το έναυσμα για μια πορεία αυτογνωσίας, μια πορεία συνάντησης με την ψυχή μας», σύμφωνα με τον κ. Μπέγιογλου.

Όπως άλλωστε έγραφε και ο Καρλ Μαρξ (όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Κοέν, 2016, 153):  «Η μεταρρύθμιση της συνείδησης συνίσταται αποκλειστικά στο να αφήσουμε τον κόσμο να αντιληφθεί τη δική του συνείδηση, ξυπνώντας τον από τα όνειρα που βλέπει για τον εαυτό του, εξηγώντας του τις ίδιες του τις πράξεις».
 
Βιβλιογραφία: Κοέν Τ. Α. (2016). Αν θέλεις την ισότητα γιατί είσαι τόσο πλούσιος; . Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πηγή: tvxs.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s