Οι Παλαιστίνιοι: από αγρότες, επαναστάτες

( Ένα σπάνιο και δυσεύρετο βιβλίο σε μορφή pdf )

Οι Παλαιστίνιοι: από αγρότες, επαναστάτες

( Ένα σπάνιο και δυσεύρετο βιβλίο σε μορφή pdf )

Της Rosemary Sayigh – Ρόζμαρυ Σαγίγκ (*)

Πρόλογος: Νόαμ Τσόμσκι.

Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ. Εξώφυλλο: Γιάννης Ρεμούνδος

Οι Παλαιστίνιοι:  Από αγρότες, επαναστάτες εκδόθηκε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις  Ζad Press,  Λονδίνο, Αγγλία τον Απρίλιο 1979. Τίτλος  πρωτοτύπου:Palestinians: From Peasants to Revolutionarias.  Για την ελληνική γλώσσα εκδόθηκε από τις εκδόσεις Άλμπατρος, το 1981, σελ. 304

Το βιβλίο υπάρχει στο διαδίκτυο σε μορφή pdf και μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ ή εδώ: Οι Παλαιστίνιοι Από αγρότες, επαναστάτες

Διαβάστε το ή κατεβάστε το και από εδώ: https://archive.org/details/20250405_20250405_1826

Οι Παλαιστίνιοι: από αγρότες, επαναστάτες

Προλογικό επιμέλεια δημοσίευσης: Γιώργος Μεριζιώτης

Προλογικό

Ένα από τα πρώτα μου πολιτικά συνθήματα που έγραψα στους τοίχους το 1980-81 ήταν το  «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» μετά από λίγο καιρό διάβασα το βιβλίο που παρουσιάζω, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αμεσότητα του. Ανέσυρα από το αρχείο μου αυτό το παλιό βιβλίο και το παρουσιάζω ως ένα από τα καλύτερα ντοκουμέντα αφηγηματικής ιστοριοδιφικής αφήγησης του παλαιστινιακού ζητήματος.

Το βιβλίο είναι παλιό, αλλά αξίζει να αφιερώσουμε λίγο χρόνο, να του ρίξουμε μια ματιά για να κατανοήσουμε τη κατάσταση του παλαιστινιακού λαού από το 1948 και πως άρχισαν όλα.  Είναι δυσεύρετο γιαυτό το έχω ανεβάσει  σε μορφή pdf και δημοσιεύω από το βιβλίο το πρόλογο του Νόαμ Τσόμσκι  και την εισαγωγή της συγγραφέως, διατηρώντας την ορθογραφία του βιβλίου.

ΥΓ. Το παλαιστινιακό εθνκοαπελευθερωτικό κίνημα ήταν στην βάση του κοσμικό – πολιτικό και με ταξικά χαρακτηριστικά, ήταν το «Βιετνάμ» της Μέσης Ανατολής. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη κρίση της αριστερής μαρξιστικής ιδεολογίας, το παλαιστινιακό κίνημα (όπως και άλλα κινήματα) άρχισε να μετατοπίζεται στον εθνοθρησκευτισμό και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Το ίδιο έγινε και στην κοινωνία του Ισραήλ με τις διάφορες θρησκευτικές εβραιοφονταμενταλιστικές σέκτες που σήμερα έχουν το πάνω χέρι στα πολιτικά πράγματα του Ισραήλ.

Βιβλιοπαρουσίαση:

Το «Οι Παλαιστίνιοι: Από αγρότες, επαναστάτες» δεν είναι επίσημη ιστορία, είναι «λαϊκή ιστορία». Δεν ασχολείται με μεγάλα γεγονότα ή ηγετικές φυσιογνωμίες, αλλά με τον τρόπο που βίωσε αυτά τα γεγονότα ο κοινός λαός και με τον τρόπο, με τον όποιο τα γεγονότα αυτά άλλαξαν τη ζωή των παλαιστινιακών εκείνων τάξεων — αγροτών, εργατών και μικροαστών — που δεν είχαν δυνατότητα προφύλαξης από τη Συμφορά του 1948.

Στα πολλά και διάφορα βιβλία που έχουν γραφτεί σχετικά με το παλαιστινιακό πρόβλημα, είτε από Σιωνιστές είτε από Άραβες, λείπουν οι φωνές του ίδιου του παλαιστινιακού λαού, ωστόσο, το σημερινό σκηνικό της Μέσης Ανατολής είναι αδιανόητο χωρίς αυτόν τον λαό.

Η αφήγηση της Ρόζμαρυ Σαγίγκ μας σκιαγραφεί πρώτα την παλαιστινιακή κοινωνία, όπως ήταν πριν από αυτό που τα μέλη της αποκαλούν «σιωνιστική εισβολή», μας περνάει μέσα από τη συμφορά του 1948, τα δεινά και τα μαρτύρια της εξορίας, και μας φέρνει ως την περίοδο που η παλαιστινιακή αντίσταση δημιούργησε κάποια νέα μορφή κοινωνικής δομής μέσα στα στρατόπεδα και μια ελπίδα για το μέλλον ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν λένε πια πως είναι «τα υποζύγια της γης», αλλά πως «το καθετί στη ζωή μας είναι αγώνας».
Η μελέτη αυτή φιλοδοξεί να ανασυνθέσει ένα μικρό μέρος από τις εμπειρίες των Παλαιστινίων, που ήταν αγρότες ως το 1948. Έπειτα έγιναν πρόσφυγες και ξεπρόβαλαν πάλι μετά το 1967, ως μαχητές κι επαναστάτες.

Οι Παλαιστίνιοι: από αγρότες, επαναστάτες

Της Rosemary Sayigh

ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στους Παλαιστίνιους, τις εμπειρίες των όποιων φιλοδοξεί να καταγράψει: στους Παλαιστίνιους πού ζουν στα στρατόπεδα προσφύγων επίσης στους Παλαιστίνιους πού ζουν υπό ισραηλινή κατοχή· και στον λαό του Τέλ άλ-Ζάατερ, πού κανένα μνημείο δεν φτάνει για να τον τιμήσει.

Παίρνοντας συνεντεύξεις γι’ αυτό  το βιβλίο, γνώρισα ανθρώπους κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, — ανθρώπους πού ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα: οικοδόμους, πλύστρες, εμπόρους, τεχνίτες, φοιτητές και νοικοκυρές. Μπορώ να πω, ειλικρινά, πώς είναι άνθρωποι, με τούς όποιους θα ήμουν ευτυχισμένη να έχω την ίδια πατρίδα. Μακάρι αυτό το βιβλίο να εκφράζει ένα μέρος απ’το θάρρος και την καλοσύνη της ψυχής τους.

Από τούς πολλούς πού με βοήθησαν, θα ήθελα να εκφράσω την ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη μου στους: Σερήν ’ Αμπντούλ-Ραζάκ, Ά ντ- νάν άμπού-Χατζέρ, Σαμίρ Άγιούμπ, Ναμπίλ Μπαντράν, Μπαντρι- γιέχ Χαμπέτ, Μπαγιάν καί Σαφίκ άλ-Χούτ, Χανί Μουντούς, Ραμπάχ Μουσταφά, Σαμπάχ Ναμπουλσί, ’Αχμάντ Σαλέχ, Χάλα Σαγιέγκ, Μπάσεμ Σιρχάν, Χισάμ Σαράμπι, Μάικλ Σίμπσον κανέ­νας άπ’αύτούς δεν ευθύνεται για τυχόν λάθη ή μεροληπτικές κρί­σεις. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω ξεχωριστή ευγνωμοσύνη στην οικογένεια μου, πού ανέχθηκε την παρατεταμένη απουσία μου.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτού του βιβλίου θα διατεθούν στο Ντάρ άλ-Σαμμούντ (για τα ορφανά του Τέλ άλ-Ζάατερ) και στο πολιτιστικό ίδρυμα Χασάν Καναφάνι.

Ρόζμαρυ Σαγίγκ Νοέμβρης 1978 Βηρυτός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΤΟΥ ΝΟΑΜ ΤΣΟΜΣΚΥ

Η ιστορία είναι ιδιοκτησία των νικητών. Αυτό ισχύει, σε γενικές γραμμές, για τα έθνη, τις τάξεις και τα άτομα. Οι αγρότες, πού οι φωνές τους ακούγονται στη συγκινητική μελέτη της Ρόζμαρυ Σαγίγκ, αποκαλούν τούς εαυτούς τους «υποζύγια της γης». Αφηγήσεις σαν τις δικές τους σπάνια μπαίνουν στα χρονικά τής ιστορίας. Στις βιομηχανικές κοινωνίες, το ενδιαφέρον πού υπάρχει για την τύχη τους είναι ελάχιστο — φυσικά, με μια σημαντική εξαίρεση: όταν κάποια περιοχή απελευθερωθεί από τον αποικιοκρατικό ζυγό, ή βαθειά συμπάθεια για τούς καταπιεσμένους, τόσο χαρακτηριστική για τη δυτική ευαισθησία, αφυπνίζεται ξαφνικά και τότε δεν έχει όρια ή αγανάκτηση για τα δεινά πού υφίστανται οι φτωχοί και αθώοι υπήκοοι ενός ώμου επαναστατικού καθεστώτος.

Αλλά, στις υπόλοιπες περιπτώσεις, είναι απλώς τα υποζύγια τής γης, άγνωστα στο δυτικό ανθρωπισμό. Αν τα υποζύγια καταδικάζονται από την πρόοδο του πολιτισμού να βόσκουν σε απόμακρες και άγνωστες τους βοσκές, ή αν εξαναγκάζονται σε βαριά εργασία, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό ηθικό πρόβλημα. “Έτσι μπορούμε, ίσως, να καταλάβουμε την έλλειψη ενδιαφέροντος πού επέδειξε ή Δύση, όταν ή κατά κύριο λόγο αγροτική κοινωνία τής Παλαιστίνης (για να μη μιλήσουμε για τις τριγύρω περιοχές), καταστράφηκε στα τελευταία 30 χρόνια. Στην εποχή τής αποικιακής Αμερικής, ο πουριτανός κληρικός Κόττον Μάδερ έγραψε κάποτε, αναφορικά με τον αποδεκατισμό των Ινδιάνων από τις αρρώστιες, ότι «τα δάση σχεδόν καθάρισαν απ’αυτά τα βλαβερά όντα και δημιουργήθηκε χώρος για μια καλύτερη φύτρα». Ένα ανάλογο αίσθημα εξέφρασε, με πιο εκλεπτυσμένο και μοντέρνο τρόπο, ο Χαΐμ Βάιτσμαν, πρώτος πρόεδρος τού Ισραήλ, όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις τού 1948 οδήγησαν σ’ένα αποτέλεσμα πού το αποκάλεσε «θαυματουργή εκκαθάριση του εδάφους: ή θαυματουργή απλούστευση του καθήκοντος του Ισραήλ».

Οι Αμερικανοί και άλλοι δυτικοί παρακολούθησαν σιωπηρά τα διαδοχικά κύματα διωγμών. ‘ Η έξοδος των προσφύγων από τη μεταπολεμική Ινδοκίνα, πού ο αμερικανικός πόλεμος είχε βυθίσει στα ερείπια, στη λιμοκτονία και στις αρρώστιες, αποτελεί μεγάλη φρικαλεότητα· όταν όμως, τον Μάρτη του 1978 (για να πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα ισραηλινής επιθετικότητας), ένα τέταρτο του εκατομμυρίου Λιβανέζοι και Παλαιστίνιοι διώχνονταν απ’τά χωριά και τα στρατόπεδα τους από μια δυτική στρατιωτική δύναμη εξοπλισμένη από τις  Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τύπος και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν έβρισκαν χώρο παρά μόνο για να κάνουν σχόλια πάνω σε ζητήματα αποτελεσματικότητας και τακτικής.

Παρόμοια, δεν άκούσθηκε σχεδόν ούτε ψίθυρος όταν εκκαθαρίστηκα ή κοιλάδα του  Ιορδάνη ή όταν ενάμιση εκατομμύριο Αιγύπτιοι διώχτηκαν άπ’την περιοχή του Σουέζ (σύμφωνα με εκτιμήσεις του αρχηγού του ισραηλινού επιτελείου Μορντεχάι Γκούρ) κατά τη διάρκεια του «πολέμου φθοράς» του 1970. Γύρω στους 400.000 Παλαιστίνιοι, πολλοί απ’αυτούς ήδη πρόσφυγες, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ή εκδιώχθηκαν κατά τον πόλεμο του Ιουνίου 1967, και όπως μαθαίνουμε από τον γενικό διοικητή των δυνάμεων του ΟΗΕ Οντ Μπούλ και άλλες πηγές, ή εκκένωση αυτή συνεχίσθηκε για πολλούς ακόμα μήνες μετά άπ’αύτόν τόν πόλεμο. Δεν έγιναν διαμαρτυρίες από τούς ανθρωπιστές τής Δύσης. Απεναντίας. Το 1967, κι ακόμα εντυπωσιακότερα το 1970, ή συμμαχία των ΗΠΑ με το Ισραήλ εδραιώθηκε και ή βοήθεια αυξήθηκε γοργά, καθώς το Ισραήλ θεωρήθηκε εγγυητής των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή.

Ούτε ένιωσε φρίκη ή δυτική κοινή γνώμη για τη φυγή και την εκδίωξη προσφύγων πού έγιναν παλιότερα, το 1948, υπό περιστά­σεις πού περιγράφονται γλαφυρά από τούς ίδιους τούς πρόσφυγες σε τούτο δω το βιβλίο, και λιγοστών ιδρώνει τ ’αυτί όταν το Ισραήλ, από το 1948 και δώθε, αγνοεί μόνιμα επανειλημμένες εκκλήσεις του ΟΗΕ για επανεγκατάσταση ή αποζημίωση των προσφύγων. Μόνον ή απόφασή του 1947 για τη διχοτόμηση είναι ιερή και απαραβίαστη· κατοπινές αποφάσεις τής Γενικής Συνέλευ­σης τού ΟΗΕ αγνοούνται ως κουρελόχαρτα.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση «μικρότερων» διωγμών, λόγου χάρη στην περιοχή τής Γάζας και του βορειανατολικού Σινά, όπου χιλιάδες βεδουίνοι, πολλοί άπ’αύτούς αγρότες επί σειρά γενεών, εκδιώχθηκαν μετά το 1950, με βαναυσότητα πού κορυφώθηκε την τελευταία δεκαετία, ώστε να προλειανθεί το έδαφος για την ίδρυση καθαρά εβραϊκών οικισμών. Το ζήτημα αυτό προκαλεί σήμερα κάποια διεθνή προσοχή μόνο και μόνον επειδή οι οικισμοί του Σινά ίσως σταθούν εμπόδιο στήνω επίτευξη μιας πολιτικής συμφωνίας του είδους πού ευνοούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και πού, τουλάχιστο για των ώρα, δεν προσφέρει στους Παλαιστίνιους τίποτα άλλο έξω από ρητορικές υποσχέσεις. Ένας άπ’τούς πρόσφυγες πού μιλάει σ ’αυτό το βιβλίο, λέει πώς «μέσα σε δώδεκα ώρες πέσαμε από την αξιοπρέπεια στην ταπείνω­ση».

Η περιγραφή πού μας δίνει η Σαγίγκ για τη ζωή των αγροτών μάς υπενθυμίζει ότι τα «υποζύγια της γης» ζούσαν πλούσια και ολοκληρωμένη ζωή πριν από το 1948, παρά των καθυστέρηση και τη φτώχεια, ότι μια σφριγηλή καίω περίπλοκη αγροτική κοινωνία καταστράφηκε, καθώς ή χώρα, πού καλλιεργούνταν μ’επιμέλεια επί αναρίθμητες γενιές, εκκαθαρίστηκε «θαυματουργά». Κι αυτή επίσης ή οπτική γωνιά είναι ξένη στη δυτική ευαισθησία. Μερικά από τα πιο επονείδιστα ρητορικά σχήματα της θλιβερής εποχής του Βιετνάμ προέρχονταν από φιλελεύθερες «περιστερές», πού εξηγούσαν την αποτυχία της αμερικανικής στρατηγικής εκεί λέγοντας πώς ήταν μια «λογική στρατηγική» για ανθρώπους «πού αγαπούν τη ζωή και φοβούνται τις “θυσίες” », αλλά ακατάλληλη όταν εφαρμόζεται εναντίον των χωρικών τής Ινδοκίνας, πού δεν γνωρίζουν τέτοια αισθήματα και πού «υπομένουν στωικά την καταστροφή τής περιουσίας τους και την απώλεια τής ζωής τους»· «ευτυχία, περιουσία, δύναμη — οι ίδιες οι λέξεις, συνδυασμένες μεταξύ τους, αποκαλύπτουν μια διάσταση της εμπειρίας μας πέρα από εκείνη των φτωχών Ασιατών», πού μάς προκαλούν έτσι, με την απάθεια τους, να ακολουθήσουμε τη «στρατηγική λογική μας ως την έσχατη συνέπειά της, πού είναι ή γενοκτονία», παρόλο πού τότε δειλιάζουμε, μη θέλοντας να «καταστραφούμε… αντιφάσκοντας- στο δικό μας σύστημα αξιών» (Willam Pfaff).

Για τούς δυτικούς σχολιαστές, πού στοχάζονται και μάς εξηγούν τις μυστηριώδεις λειτουργίες του ασιατικού μυαλού, είναι αυτονόητο ότι αυτοί οι αξιοθρήνητοι χωρικοί δεν αγαπούν τη ζωή και δεν μπορούν να συλλάβουν την έννοια τής ευτυχίας. Αντιλήψεις σαν κι αυτές ίσως μάς βοηθούν να εξηγήσουμε την αδιαφορία πού επιδείχνεται για τις συμφορές τους, όταν ή δομή της ζωής τους αποσυντίθεται με τη διείσδυση τού «πολιτισμού» ανάμεσά τους.

Οι Εβραίοι τής Ευρώπης έπαθαν μία συμφορά, πού η κλίμακα και ο χαρακτήρας της δεν έχουν προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία, μια συμφορά πού ήταν το αποκορύφωμα μακραίωνων διωγμών και τρομοκρατίας. Το εθνικό τους κίνημα, καθώς ανδρωνόταν, στράφηκε προς μια πατρίδα πού δεν είχε σβήσει στη μνήμη της παράδοσης. Ο συντάκτης της Δήλωσης Μπάλφουρ εξέφρασε αισθήματα πού είχαν πλατιά διάδοση στη βιομηχανική Δύση, όταν έγραψε, το 1919, ότι «ο σιωνισμός, είτε έχει δίκιο είτε άδικο,, είτε είναι καλός είτε κακός, είναι ριζωμένος σε μιά μακραίωνη παράδοση, σε σημερινές ανάγκες, σε μελλοντικές ελπίδες, κι έχει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από τις επιθυμίες και τις προκαταλή­ψεις των 700.000 Αράβων πού κατοικούν σήμερα σ ’αυτή την αρχαία χώρα». Κατά κάποιο τρόπο οι Παλαιστίνιοι αγρότες, αιχμάλωτοι των προκαταλήψεων τους, δεν κατόρθωσαν ποτέ να προσμετρήσουν την ηθική ευθύνη πού είχαν για την εξιλέωση των άμαρτιών τής χριστιανικής Ευρώπης.

Ότι κι αν φρονεί κανείς για τις αλληλοσυγκρουόμενες επικλήσεις εθνικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων στην πρώην Παλαιστίνη, είναι δύσκολο να μην ανατριχιάσει όταν οι δυτικοί πολιτικοί και διανοούμενοι εξηγούν την υποστήριξη τους προς την πολιτική τού Ισραήλ μιλώντας για «ηθική υποχρέωση», λες και οι αμαρτίες των ναζιστών και των προδρόμων τους, ή των Αμερικανών πού έκλεισαν την πόρτα σε πρόσφυγες πού γλύτωσαν απ’την κόλαση του Χίτλερ, απαιτούν τη θυσία των Παλαιστινίων — για ηθικούς λόγους. Πόσο εύκολο είναι να εκπληρώνει κανείς τις ηθικές υποχρεώσεις του θυσιάζοντας τη ζωή κάποιου άλλου!

Για να καταλάβουμε πόσο ασήμαντη θεωρεί ο Δυτικός την οικτρή κατάσταση και τη μοίρα τού Παλαιστίνιου αγρότη, ας εξετάσουμε ένα από τα περιστατικά, για το όποιο γίνεται επανειλημμένα μνεία στο κείμενο πού ακολουθεί — την κατάληψη, από τούς Ισραηλινούς, του χωριού Χούλα, στη λιβανέζικη πλευρά των συνόρων Λιβάνου-Ισραήλ, το φθινόπωρο τού 1948. ‘Ένας νεαρός Λιβανέζος, πού προσχώρησε στην παλαιστινιακή αντίσταση εξηγεί πώς η  οικογένειά του εγκατέλειψε το χωριό «επειδή οι Σιωνιστές έκαναν σφαγή στη Χούλα, ένα χωριό κοντά στο δικό μας, σκοτώνοντας γύρω στους 70 νέους άνδρες μέσα σ ’ένα τζαμί». Μερικές πληροφορίες γ ι’αυτή τη σφαγή ήρθαν πρόσφατα στο φως στον ισραηλινό τύπο. Πρόσφατα διορίσθηκε καινούργιος γενικός γραμματέας ως επικεφαλής του Εβραϊκού Γραφείου, δηλαδή του εκτελεστικού οργάνου της Παγκόσμιας Σιωνιστικής «Οργάνωσης, πού είναι υπεύθυνη για πάμπολλα αναπτυξιακά προγράμματα μέσα στο Ισραήλ και στα κατεχόμενα εδάφη.

Ο νέος γενικός γραμμα­τέας, Σμουέλ Λάχις, δεν είναι άλλος από τον ύπεύθυνο για τη σφαγή πού έγινε στη Χούλα. Εκείνος πού ήταν διοικητής του στην επιχείρηση του 1948 έγραψε ένα γράμμα, ζητώντας να ακυρωθεί ο διορισμός και περιγράφοντας τα γεγονότα πού συνέβησαν. ‘Η Χούλα κυριεύθηκε χωρίς να προβληθεί αντίσταση. Πολλοί άπ’τούς χωρικούς τράπηκαν σε φυγή, άλλα έμειναν γύρω ατούς 100, πού,παραδόθηκαν. Οι άνδρες (πάνω από 50, σύμφωνα με τον Ρ. Μπαρκάν πού διερεύνησε και δημοσίευσε την υπόθεση στην Άλ-Χαμισμάρ, στις 3 Μαρτίου 1978) κλείσθηκαν σ ’ένα «σπίτι» κάτω από την επίβλεψη του Σμουέλ Λάχις κι ενός άλλου στρατιώτη, οι όποιοι «σκότωσαν όλους τούς αιχμαλώτους πού βρίσκονταν στο σπίτι με μιά αυτόματη καραμπίνα κι ύστερα ανατίναξαν το σπίτι για να γίνει ο τάφος τους», όπως αναφέρει ο διοικητής το «σπίτι» ήταν στην πραγματικότητα ένα τζαμί, σύμφωνα με τον πρόσφυγα πού αναφέραμε πιο πάνω. ‘Η συνέχεια αυτών των γεγονότων είναι αποκαλυπτική. Ο Λάχις δικάσθηκε και καταδικάσθηκε σ ’επτά χρόνια φυλάκιση. Το εφετείο μείωσε την ποινή σ ’ένα χρόνο. Ο Λάχις περίμενε την επικύρωση της απόφασης από τον επιτελάρχη, διατελώντας σε ανοιχτό περιορισμό, μέχρι την πρώτη επέτειό τής ανεξαρτησίας του Ισραήλ, οπότε του δόθηκε αμνηστία. Αργότερα ό Λάχις ζήτησε · άδεια άσκησης επαγγέλματος δικηγόρου.

Το Νομικό Συμβούλιο, του Ισραήλ, εξετάζοντας το ζήτημα, έκρινε ότι όσα είχε κάνει ό Λάχις «δεν ήταν πράξη πού συνεπάγεται στίγμα», κι έτσι ο Λάχις εντάχθηκε στους δικηγόρους του Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, του είχε δοθεί στο μεταξύ μια δεύτερη αμνηστία πού, σύμφωνα με την ισραηλινή νομοθεσία, «εξαλείφει την ποινή καθώς και την κατηγορία». ‘Η έκθεση πού δημοσιεύθηκε στην Άλ-Χαμισμάρ καταλήγει: Οι χωρικοί της Χούλα «βασίσθηκαν στις καλές σχέσεις πού είχαν στο παρελθόν με τούς ανθρώπους της άλλης πλευράς των συνόρων, από το [κιμπούτς] Μανάρα, και το πλήρωσαν αυτό με τη ζωή τους». Ο δολοφόνος τους κατέχει σήμερα μια από της ανώτερες θέσεις στην Παγκόσμια Σιωνιστική Οργάνωση, με άμεσες ευθύνες για την πολιτική πού άφορά Εβραίους και Άραβες στο Ισραήλ και στα κατεχόμενα εδάφη.

Όλα αυτά είναι άγνωστα στη Δύση, όπου, ωστόσο, τα γεγονότα πού συμβαίνουν στο Ισραήλ και στον παγκόσμιο σιωνισμό παρακολουθούνται από κοντά και εκτίθενται καταλεπτώς. «Αν γίνουν γνωστά, πράγμα πολύ απίθανο, δεν πρόκειται να προκαλέσουν σχεδόν καμιά αναταραχή. Πρόσφατα ανάφερα όλα αυτά τα περιστατικά σ ’ένα δημοσιογράφο πού είχε περάσει 20 χρόνια στέλνοντας ρεπορτάζ από το Ισραήλ  σ ’ένα μεγάλο περιοδικό, και πού εξακολουθεί, έχοντας στο μεταξύ επιστρέψει στις ΗΠΑ, να γράφει για υποθέσεις πού αφορούν το Ισραήλ. Αντέδρασε σηκώνοντας τους ώμους και λέγοντας πώς σε κάθε πόλεμο γίνονται ωμότητες, πράγμα πού αληθεύει βέβαια, αλλά είναι άσχετο με το θέμα. Αν κάτι απ’όλα αυτά γίνει γνωστό, είναι απίθανο να προκαλέσει τα σχόλια των ηθικολόγων, πού στηλιτεύουν με πάθος τις «τρομοκρατικές πράξεις» των Παλαιστινίων.

Ή αφήγηση της Ρόζμαρυ Σαγίγκ μάς σκιαγραφεί πρώτα την παλαιστινιακή κοινωνία, όπως ήταν πριν άπ’αυτό πού τα μέλη της αποκαλούν «σιωνιστική εισβολή», μάς περνάει μέσα από τη «συμφορά» του 1948, τα δεινά και τα μαρτύρια της εξορίας, και μάς φέρνει ως την περίοδο πού η παλαιστινιακή αντίσταση δημιουργεί  κάποια νέα μορφή κοινωνικής δομής μέσα στα στρατόπεδα και μιά ελπίδα για το μέλλον ανάμεσα σ ’ ανθρώπους πού δεν λένε πια πώς είναι «τα υποζύγια της γης», αλλά πώς «το καθετί στη ζωή μας είναι αγώνας». Είναι εντυπωσιακή η αίσθηση πού αποκομίζει κανείς όταν συγκρίνει τις αφηγήσεις των προσφύγων πού ζουν στα λιβανέζικα στρατόπεδα μ’εκείνες των Παλαιστινίων πού βρίσκον­ται υπό ισραηλινή στρατιωτική κατοχή, για τις όποιες ξέρουμε από άλλες πηγές.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητές, κι ανάμεσα τους το γεγονός ότι, ουσιαστικά, όλοι τους ζουν σ ’ένα καθεστώς πού ισοδυναμεί με στρατιωτική διακυβέρνηση. Ή μελέτη της Σαγίγκ μάς δίνει μιά αποκαλυπτική εικόνα του ταξικού χαρακτήρα της παλαιστινιακής κοινωνίας, όπως εξελίχθηκε μέσα άπ’αυτές τις τραγωδίες, καθώς και της μετάβασης από την τοπικιστική νοοτρο­πία του αγροτικού παρελθόντος στη δημιουργία ενός εθνικού κινήματος.

Ποιές προοπτικές έχει αυτό το εθνικό κίνημα; Ποιά ελπίδα υπάρχει για μιά δίκαιη ειρήνη, πού θα ικανοποιήσει τα νόμιμα αιτήματα των Παλαιστινίων και των  Εβραίων του ’ Ισραήλ; Είναι δύσκολο να δοθεί αισιόδοξη απάντηση σ ’αυτά τα ερωτήματα. Ή μελέτη της Σαγίγκ δεν ασχολείται μ ’αυτά. Αλλά μάς δίνει μιά ανεκτίμητη μαρτυρία για τον λαό πού οι σιωνιστικές επιτυχίες είχαν ως αποτέλεσμα να στερηθεί τη γη του, πού καταδιώχθηκε υστέρα ακόμα και στη διασπορά και πού καθυβρίζεται ή περιφρονείται στη Δύση, αλλά πού πάντα ορθοποδίζει με καινούργια δύναμη έπειτα από κάθε του ήττα.

Νόαμ Τσόμσκυ 26 Ιουνίου 1978. Καΐμπριτζ (Μασαχουσέτη)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Της Rosemary Sayigh

Ελάχιστοι μπορούν ν ’αμφισβητήσουν σήμερα πώς τα μεγαλύ­τερα θύματα από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ υπήρξαν οι Παλαιστίνιοι. ‘Ως λαός απομακρυσμένος βίαια από τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές, στερημένος από την εθνική του επικράτεια και ταυτότητά, καταδικασμένος να αποτελεί μιά μειονότητα στις χώρες άλλων, οι Παλαιστίνιοι έχουν το ίδιο δικαίωμα ν ’ασχοληθούν μαζί τους ο κόσμος όσο κι άλλοι καταπιεσμένοι λαοί, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των Εβραίων. Ωστόσο, γενιές ολόκληρες η ιστορία τους καταπνιγόταν, αγνοούνταν ή διαστρεβλωνόταν, και μονάχα με την άνοδο του αντιστασιακού κινήματος, δηλαδή μετά το 1967, λίγες μεμονωμένες παλαιστινια­κές φωνές — του Μαχμούντ Νταρουής, του Φαουάζ Τουρκί, του Φαουζί άλ-’Ασμάρ — άρχισαν να διαπερνούν το τείχος τής σιωπής. Τώρα πια είναι καιρός να προστεθούν σ ’αύτά τα ονόματα οι ανώνυμες φωνές των παλαιστινιακών μαζών.

Η μελέτη αυτή φιλοδοξεί ν ’ανασυνθέσει ένα μικρό μέρος από τις εμπειρίες των Παλαιστινίων, πού ήταν αγρότες ως το 1948, έπειτα έγιναν πρόσφυγες και ξεπρόβαλαν πάλι, μετά το 1967, ως μαχητές κι επαναστάτες. Το βιβλίο βασίζεται σε καταγραμμένες συνεντεύξεις με Παλαιστίνιους των στρατοπέδων[1] του Λιβάνου. Οι συνεντεύξεις αυτές πάρθηκαν ανάμεσα στο 1975 και το 1978. Οι μισές περίπου άπ’αύτές πήραν τη μορφή ενιαίας αυτοβιογραφικής αφήγησης, άλλες πάλι ήταν απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικές με συγκεκριμένες πλευρές και ιστορικές φάσεις τής παλαιστινιακής εμπειρίας. Το δείγμα ήταν κάτι πού οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν «διαρθρωμένο δείγμα», διαλεγμένο έτσι ώστε ν ’αποφευχθούν οι διακρίσεις υπέρ ορισμένων ηλικιών, ορισμένου φύλου, ορισμένου μορφωτικού και κοινωνικοοικονομικού επιπέδου και ορισμένων πολιτικών τάσεων. Καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια ώστε να βρεθούν «συνηθισμένοι» Παλαιστίνιοι και όχι ηγέτες και επίσημοι εκπρόσωποι των μαζών.

Το «Οι Παλαιστίνιοι: Από Αγρότες, Επαναστάτες» δεν είναι επίσημη ιστορία, είναι λαϊκή ιστορία. Δεν ασχολείται με μεγάλα γεγονότα ή ηγετικές φυσιογνωμίες, άλλα με τον τρόπο πού βίωσε αυτά τα γεγονότα ο κοινός λαός και με τον τρόπο, με τον όποιο τα γεγονότα αυτά άλλαξαν τη ζωή των παλαιστινιακών εκείνων τάξεων — αγροτών, εργατών και μικροαστών —, πού δεν είχαν δυνατότητα προφύλαξης από τη Συμφορά του 1948. Στα πολλά και διάφορα βιβλία πού έχουν γραφτεί σχετικά με το «παλαιστινιακό πρόβλημα», είτε από Σιωνιστές είτε από Άραβες, λείπουν οι φωνές του ίδιου του παλαιστινιακού λαού. Κι ωστόσο, το σημερινό σκη­νικό της Μέσης Ανατολής είναι αδιανόητο χωρίς αυτόν τον λαό.

Μια έθνο-ιστορική προσέγγιση έχει ουσιώδη σημασία, γιατί, από τότε πού η Παλαιστίνη άρχισε να διοικείται από τούς Βρεταννούς κατ’έντολή της Κοινωνίας των Εθνών ως τη λήξη του καθεστώτος αυτού, η παλαιστινιακή κοινωνία υπήρξε κατά κύριο λόγο αγροτική, αν και η αλήθεια αυτή συσκοτιζόταν από το γεγονός ότι το εθνικό κίνημα το κατεύθυναν αριστοκρατικές οικογένειες, μεγαλογαιοκτήμονες και αστοί έμποροι — οι «μπέηδες» και «Εφέντηδες» πού τόσο χρήσιμο στόχο αποτέλεσαν για τη σιωνιστική προπαγάνδα. Η πρώτη βρεταννική απογραφή του 1921 έδειξε ότι τα 80% του ντόπιου πληθυσμού εξαρτώταν από τη γεωργία, ενώ για τη μουσουλμανική πλειονότητα το ποσοστό ήταν ακόμα μεγαλύτερο, 90% (γιατί οι χρι­στιανοί, οι Εβραίοι και άλλες μειονότητες ζούσαν κυρίως σε αστικά κέντρα). Η μικρή παλαιστινιακή ομάδα των βεδουίνων [2] (ήμι- εδραίος πληθυσμός) μοιραζόταν τις ίδιες γενικές συνθήκες και την ίδια φτώχεια με την τάξη των αγροτών. Και, το 1948, παρά την εβραϊκή μετανάστευση και την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της αστυφιλίας, τα δύο τρίτα του αραβικού πληθυσμού της Παλαιστί­νης εξακολουθούσαν να είναι αγρότες. Υπάρχουν λοιπόν βάσιμοι λόγοι να θεωρούμε την παλαιστινιακή κοινωνία ως αγροτική κοινωνία και τον αγώνα της για ελευθερία ως αγώνα με αγροτική βάση.

Σ ’ολόκληρη την περίοδο τής βρεταννικής κατοχής (1918-1948), οι αγρότες συνέβαλαν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τάξη στο εθνικό αντιστασιακό κίνημα- κι όμως, ποτέ δεν πλησίασαν καν στο σημείο να το καθοδηγήσουν ή να του αποτυπώσουν τη σφραγίδα του ταξικού χαρακτήρα τους, για λόγους πού είναι γνωστοί στους μελετητές των αγροτικών κοινωνιών. Από τούς έξι λόγους πού απαριθμεί ό Ε. Wolf [3] ως ανασταλτικούς παράγοντες για μιά παρατεταμένη αγροτική εξέγερση, ο τελευταίος – αποκλεισμός από τη γνώση – ίσως είναι αυτός πού ισχύει περισσότερο από κάθε άλλο για την κατάσταση της παλαιστινια­κής αγροτιάς. Ένα ρητό των φελάχων, πού αναφέρθηκε από περιηγητές στα μέσα του 19ου αιώνα, δείχνει καθαρά τη γνώμη πού έχουν για τούς εαυτούς τους σε σύγκριση με τις άλλες τάξεις: «Οι κάτοικοι των πόλεων είναι οι αφεντάδες του κόσμου. Οι χωριάτες είναι τα υποζύγια του κόσμου». [4]

Η αυτο-υποτίμηση είναι κοινό χαρακτηριστικό της αγροτικής τάξης στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Αλλά είναι ιδιαίτερα βαθιά ριζωμένη στον αραβικό χώρο, πού οι παλιές του πόλεις αποτελούν τα κέντρα του εμπορίου, τής εξουσίας και της ισλαμικής θρησκείας. Ο αποκλεισμός από τη γνώση και τη λήψη αποφάσεων, πού διαιώνιζε την υποταγή των αγροτών της Παλαιστίνης, έγινε βαθύτερος στα χρόνια τής βρεταννικής κατοχής. Το 1948, μόνο τα μισά από τα χίλια μικρά χωριά της χώρας είχαν σχολεία, και αυτά πάλι ήταν τετρατάξια ή πεντατάξια δημοτικά σχολεία.

Μετά τη Συμφορά, [5] οι αγρότες πρόσφυγες θα συσχέτιζαν άμεσα την έλλειψη μόρφωσης με τον μαζικό διωγμό τους. Εξάλλου, οι μορφωτικές ανισότητες πού υπήρχαν στην Παλαιστίνη συντέλεσαν αποφασιστικά στο να έχουν οι διάφοροι Παλαιστίνιοι διαφο­ρετικές ευκαιρίες αποκατάστασης στη διασπορά. Οι διπλωματούχοι Παλαιστίνιοι κατάφεραν να βρουν εύκολα δουλειά στις αραβικές χώρες, πού μόλις είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται. Οι Παλαιστίνιοι πού δεν είχαν μόρφωση, κεφάλαιο ή ειδίκευση – μ ’άλλα λόγια η μάζα του αγροτικού/έργατικού βεδουίνικου πληθυ­σμού – ήταν αυτοί πού γέμισαν τα στρατόπεδα. Σάν να μην έφτανε πού η ιδιότητά τους ως αγροτών τούς έκανε περιθωριακούς, τώρα έγιναν διπλά περιθωριακοί, και ως αγρότες και ως πρόσφυγες.

Την οικονομική μετατροπή τους από τάξη μικροκληρούχων αγροτών και πακτωτών σε λούμπεν -προλεταριάτο, συνωστισμένο στις παρυφές των πόλεων, την ακολούθησε γρήγορα μιά παραπέρα μετατόπιση προς τις υπηρεσίες, με ιδιαίτερη έμφαση στις πνευμα­τικές απασχολήσεις και πιο πολύ στο επάγγελμα του δάσκαλου. Όμως αυτές οι ριζικές οικονομικές αλλαγές έγιναν χωρίς να ανατραπούν οι αγροτικές άξιες. Όπως παρατηρεί ο Bourdieu για τους  Αλγερινούς στην περίοδο της γαλλικής κατοχής, η προσή­λωση στην παράδοση ήταν, για τούς Παλαιστίνιους των προσφυγικών στρατοπέδων, «κατά βάση μιά συμβολική λειτουργία· έπαιζε, αντικειμενικά, τον ρόλο μιας γλώσσας της άρνησης». [6]

Ταυτόχρονα, ή συνοχή και ο συλλογικός χαρακτήρας των άγροτικών κοινωνικών σχέσεων, πού διαμορφώθηκαν στην Παλαιστίνη ως αμυντικό όπλο κατά της ταξικής καθυπόταξης, έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στην πετυχημένη προσπάθεια των Παλαιστινίων ν ’αντέξουν το συντριπτικό βάρος της Συμφοράς. Ο φορέας της ιδέας και της πρακτικής της αντίστασης ήταν ο αγροτικός πολιτισμός και η αγροτική συνοχή, όχι οι δυτικής έμπνευσης μορφές οργάνωσης.

Για παραπάνω από μισόν αιώνα, η εμπειρία των παλαιστινιακών μαζών συνοψίζεται σε συνεχείς πιέσεις, κρίση, απειλή και αναταραχή. Ασκήθηκε πάνω τους κάθε είδος βίας για να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους και ν ’αποδεχθούν την ανακατανομή τους πέρα από τα σύνορα του Ισραήλ. Ωστόσο, η αντίσταση μέσα κι έξω άπ’ την κατεχόμενη Παλαιστίνη, παρά την ισχύ των Ισραηλινών, τις σφαγές πού έγιναν το 1970 στην Ιορδανία και τον διετή αιματηρό πόλεμο στον Λίβανο, δεν έσβησε. Αυτή η πεισματώδης αντίσταση, πού συνεχίσθηκε ακόμα και σε περιόδους σύγχυσης από την πλευρά της ηγεσίας, αποτελεί σαφές γνώρισμα των αγροτικών αγώνων στον Τρίτο Κόσμο, πού πάντα τείνουν να γίνονται πιο ριζοσπαστικοί όταν προσκρούουν σε εσωτερικά κοινωνικοπολιτικά εμπόδια.

Αυτή ακριβώς η θέση των παλαιστινιακών μαζών στην καρδιά του «παλαιστινιακού προβλήματος» ως θυμάτων, πού ωστόσο εκτρέπονται ολοένα από τον ενεργό αγώνα για τον τερματισμό αυτής τους της κατάστασης, τις κάνει ένα παράγοντα της αραβικής πολιτικής πού αποκτά κάθε τόσο ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Αυτό δεν οφείλεται μονάχα στο γεγονός ότι είναι αναγκασμένοι ν ’ αντιστέκονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε λύσεις της κρίσης πού επιβάλλονται άπ’έξω, αλλά και στο ότι ή θέση τους στον αραβικό κόσμο, ως «εξαρτημένης προφυλακής», τις κάνει να είναι μια ιδιαίτερα σημαντική εστία ανάλυσης της αραβικής πολιτικής πραγματικότητας. Ο καίριος χαρακτήρας της κρίσης, την όποια περνάνε, τις αναγκάζει να διεισδύουν σ ’αυτή την πραγματικότητα πιο βαθιά από άλλους Άραβες, να τη διαγνώνουν, να εντοπίζουν λανθασμένες τροπές και να επανεξετάζουν τα αξιώματα των εκσυγχρονιστών και «έκδυτικιστών». Μέσα στο παλαιστινιακό αντιστασιακό κίνημα βρίσκονται τα σπέρματα της αντίστασης όχι μόνο στη πολιτική, αλλά και στην πολιτιστική εξάρτηση.

Το φούντωμα του αντιστασιακού κινήματος, πού αυτοπροσδιορίζεται ως αντιιμπεριαλιστικός, αντιαποικιοκρατικός απελευθερωτικός αγώνας, όπως κι άλλοι αγώνες στον Τρίτο Κόσμο, δεν απέτυχε στην προσπάθειά του να προκαλέσει ενδιαφέρον και υποστήριξη από ριζοσπαστικές ομάδες έξω άπ’τον αραβικό κόσμο. Ενώ μιά παλιότερη γενιά εκπροσώπων των Παλαιστινίων είχε παρουσιάσει το «παλαιστινιακό πρόβλημα» ως νομική περίπτωση, επικαλούμενη ένα πλασματικό σύστημα διεθνούς ηθικής χρησιμοποιώντας νομική και διπλωματική γλώσσα, τα καινούργια μαχητικά στοιχεία άρχισαν να μιλάνε μιά ατίθαση και αγωνιστική γλώσσα, απορρίπτοντας ολωσδιόλου το αστικό σύστημα νομιμότητας πού είχε απαλλοτριώσει την Παλαιστίνη από τούς γονείς τους.

Οι γεροντότεροι Παλαιστίνιοι είχαν προσπαθήσει, με την επιμελημένα κόσμια ομιλία και το προσεγμένο ντύσιμο, ν ’ αποδείξουν πώς ήταν το ίδιο «πολιτισμένοι» όσο και οι Σιωνιστές· οι νέοι Παλαιστίνιοι μιλούν στους δημοσιογράφους μέσα σε λιτά επιπλωμένα γραφεία χωρίς να φορούν τα σακάκια τους. Ωστόσο, παρά τους όλο και στενότερους δεσμούς ανάμεσα στο αντιστασιακό κίνημα και άλλες αντιιμπεριαλιστικές και αντιαποικιοκρατικές δυνάμεις, εξακολου­θούν να υπάρχουν κατάλοιπα παρεξηγήσεων.

Μερικά άπ’αυτά τα κατάλοιπα φαίνονται καθαρά στην περίπτω­ση του Ζάν-Πώλ Σάρτρ, που η υποστήριξή του προς τους  Αλγερινούς εκφράζεται με συγκινητικό τρόπο στην εισαγωγή πού έγραψε για το βιβλίο του Φανόν «Τής γης οι κολασμένοι». Οι ρίζες του Σάρτρ στην αντίσταση κατά του φασισμού και οι μακρόχρονοι δεσμοί του με εβραϊκά μαχητικά στοιχεία δεν του επιτρέπουν να δει καθαρά το Ισραήλ ως αποικιοκρατικό κράτος ή να θεωρήσει τους Παλαιστίνιους ως ένα λαό πού κάνει νόμιμο αγώνα. Στην Αμερι­κή, όπως και στην Ευρώπη, παρανοήσεις αυτού του είδους εμπόδισαν την υποστήριξη των Παλαιστινίων από εκστρατείες και ομάδες πίεσης, όπως εκείνες πού είχαν οργανωθεί με αφορμή τον πόλεμο τού Βιετνάμ.

Η διαυγέστερη θεώρηση και οι πιο συγκροτημένες απόψεις προέρχονται, σε γενικές γραμμές, από αντισιωνιστές Εβραίους, πού κι αυτοί ακόμα δεν αποφεύγουν την κατηγορία για αντισημιτισμό. Ονόματα πού μάς έρχονται αμέσως στον νου είναι του Ελμερ Μπέργκερ, του Μοσέ Μενουχίν, του Νάθαν Βάινστοκ, της Χάννα “Αρεντ, του Νόαμ Τσόμσκυ, της Ανία Φράνκος, του Ίσραελ Σαχάκ, του Ουρι Νταίηβις και της ομάδας Μάτζπεν. Το έργο τους συντέλεσε περισσότερο άπ’οτιδήποτε άλλο στο να αφαιρεθεί από το Ισραήλ ο πέπλος του απαραβίαστου, πού το στεγανοποιούσε απέναντι σε κάθε κριτική.

Το Οι Παλαιστίνιοι: Από Αγρότες, επαναστάτες γράφτηκε ιδιαίτερα για δύο είδη αναγνωστών: πρώτα-πρώτα για εκείνους πού, είτε στον Τρίτο Κόσμο, είτε στις σοσιαλιστικές χώρες,[7] είτε στη Δύση, υποστηρίζουν κατ’αρχή τον παλαιστινιακό αγώνα, αλλά λίγα γνωρίζουν για τις ειδικές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστι­κές συνθήκες, μέσα στις όποιες διεξάγεται αυτός ο αγώνας.

Δεύτερον, για όλους εκείνους πού ενδιαφέρονται για τον αραβικό χώρο ως εμπειρογνώμονες – δημοσιογράφους, φοιτητές, δασκά­λους – και που γνωρίζουν το παλαιστινιακό πρόβλημα ως διεθνές ζήτημα, αλλά όχι ως συγκεκριμένη κατάσταση, στην όποια ζουν καθημερινά τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Ο περιορισμός της εστίασης του βιβλίου στους Παλαιστίνιους εκείνους πού ζουν στον Λίβανο είναι αποτέλεσμα της ανεπάρκειας του μεμονωμένου ερευνητή και όχι καμιάς θεωρητικής επιλογής.

Οι συνθήκες πού επικρατούν στις διάφορες χώρες της διασποράς διαφέρουν έντονα μεταξύ τους. Ο Λίβανος πρόσφερε στους Παλαιστίνιους ένα μείγμα κινδύνων [8] και πλεονεκτημάτων εντελώς διαφορετικών από εκείνων της Ιορδανίας, ας πούμε. Μερικές από τις διαφορές θα επισημανθούν σ ’αυτό το βιβλίο, αλλά εξακολουθούν να μην υπάρχουν αρκετές πληροφορίας ώστε να δοθεί μια πλήρης και καθολική εικόνα. Από τη σκοπιά των παλαιστινιακών μαζών, όλα τα μέρη της γκούρμπα είναι το ίδιο ξένα, και η τάση να θεωρούνται μερικές περιοχές καλύτερες ή χειρότερες από άλλες είναι ασήμαντη. Γ΄αυτές τις μάζες, ή γενική κατάσταση της απώλειας της γης και της διασποράς είναι απαράδεκτη, είναι μια συνεχής εξώθηση στην εξέγερση. Ένας χωρικός πού έχει χάσει τα υπάρχοντά του, πού το ηθικό του σύμπαν έχει ανατραπεί και πού ύστερα απόκτησε πρόσβαση στη γνώση χάρη στη σύγχρονη παιδεία, δεν εγκαταλείπει εύκολα τον αγώνα του. Το βαθιά ριζωμένο μέσα του αίσθημα της κτήσης, η επιμονή και η υπομονή του, η μακροπρόθεσμη προοπτική του, συνδυάζονται μεταξύ τους για να τον κάνουν έναν εχθρό πιο φοβερό, ακριβώς επειδή οι αδυναμίες του είναι φανερές, ενώ η δύναμη του κρυμμένη.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*) σημ.τ.συν. Η Rosemary Sayigh ( γεννήθηκε το 1927) είναι βρετανικής καταγωγής δημοσιογράφος και μελετητής της ιστορίας της Μέσης Ανατολής. Η Sayigh είναι γνωστή για τα έργα της σχετικά με τον παλαιστινιακό λαό , ιδιαίτερα τους πρόσφυγες από τη Nakba που κατέφυγαν στον Λίβανο.

Είναι η κόρη του Μαρκ Μπόξερ , Βρετανού δημοσιογράφου. Απέκτησε το μεταπτυχιακό της από το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού το 1970 και το διδακτορικό της από το Πανεπιστήμιο του Χαλ το 1994. Η Sayigh ήταν δημοσιογράφος στον Economist μέχρι το 1970, όταν έφυγε λόγω της αηδίας για την άκριτη, φιλοαμερικανική θέση του περιοδικού για τον πόλεμο του Βιετνάμ . Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Λιβάνου το 2006 , η Sayigh και η οικογένειά της διέφυγαν από το σπίτι τους στην Βηρυτό στην Κύπρο.

Είναι η συγγραφέας του Palestinians: From Peasants to Revolutionaries; A People’s History (1979, Zed Books) και Too Many Enemies: The Palestinian Experience in Lebanon (1993, Zed Books).

Rosemary Sayigh σελίδα συγγραφέα , BADIL Resource Center for Palestinian Residency and Refugee Rights, nd , ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2013

1] Ο όρος «στρατόπεδο Παλαιστινίων» χρησιμοποιείται σ ’ολόκληρο αυτό το βιβλίο για να υποδηλώσει τις φτωχότερες εκείνες τάξεις – αγρότες, βεδουίνους ή κατοίκους πόλεων – πού πέρασαν σημαντικό χρονικό διάστημα σε στρατόπεδα προσφύγων, στις παρυφές τέτοιων στρατοπέδων ή σε περιοχές με χαμηλό εισόδημά – περιοχές πού μοιάζουν με στρατόπεδα στα πάντα έκτος άπ’το όνομα  – στις διάφο­ρες αραβικές χώρες πού συνορεύουν με την Παλαιστίνη.

2] Για όλες τις αραβικές λέξεις βλ. Γλωσσάριο.

3] Ε. Wolf, «Οn Ρeasant Rebellions» στό Τ. Shanin (έπιμ.), Peasants and Peasants Societies, (Ρεnguin, Λονδίνο, 1971).

4] Μιά άλλη παραλλαγή αυτοί του παλιού λαϊκού αποφθέγματος δίνει στους βεδουίνους και όχι στους κατοίκους των πόλεων τη θέση των «αφεντάδων». Οι βεδουίνοι ήταν εξίσου φτωχοί όσο και οι χωρικοί, άλλα απολάμβαναν μεγαλύτερη ελευθερία από την κυβερνητική κατα­πίεση.

5] σημ.τ.συν. Η συγγραφέας αναφέρεται στα γεγονότα του 1948 όταν περισσότεροι από 760.000 Παλαιστίνιοι είτε έφυγαν είτε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη που διεκδικούσε το νέο κράτος, καθώς ο ισραηλινός στρατός ισοπέδωσε περισσότερες από 400 πόλεις και χωριά. Η έξοδος δημιούργησε τεράστιους αριθμούς προσφύγων που διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την περιοχή. Περισσότερα εδώ: Νάκμπα: Η παλαιστινιακή έξοδος του 1948

6] Παρατίθεται από τον Ε. Wolf στο έργο του Ρeasant Wars of the Twentieth Century (Faber, Λονδίνο, 1971).

7] σημ.τ.συν. Η συγγραφέας αναφέρεται στην Σοβιετική Ένωση και το ανατολικό μλοκ, την εποχή που γράφτηκε και εκδόθηκε το βιβλίο το ανατολικό μλοκ δεν είχε ακόμα καταρρεύσει, η κατάρρευση ήρθε από το 1989 και μετά.

8] σημ.τ.συν. Το βιβλίο γράφτηκε λίγο πριν από τις σφαγές των παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων του Λιβάνου Σάμπρα και Σατίλα, δείτε σχετικά: 16 Σεπτεμβρίου 1982 Σάμπρα – Σατίλα: Η Γκουέρνικα της Βηρυτού

Δείτε και αυτό:

Ο Νόαμ Τσόμσκι για την Παλαιστίνη και το Ισραήλ

Σχολιάστε