Στα μονοπάτια της ουτοπίας


street-art-utopia-we-declare-the-world-as-our-canvas24-3d-street-1348079334_b«… Οι αναζητητές της ιδανικής ευτυχίας, ακριβώς έτσι όπως οι αναζητητές της φιλοσοφικής λίθου, ίσως δεν πραγματοποιήσουν ποτέ απόλυτα την ουτοπία τους, όμως η ουτοπία τους θα είναι το αίτιο για τις προόδους της ανθρωπότητας …».   Ντεζάκ (1821- 1864)

Στα μονοπάτια της ουτοπίας

 Tου Θανάση Γιαλκέτση

Το 1516 κυκλοφόρησε στο Αμστερνταμ ένα βιβλίο που επρόκειτο να γνωρίσει μια μοναδική τύχη. Ο συγγραφέας του, ο Αγγλος Τόμας Μορ (1487-1535) αφηγείται την ιστορία ενός ταξιδιώτη, ο οποίος ναυαγεί σε ένα άγνωστο νησί, όπου βρίσκει μια πολιτεία βασισμένη στην κοινοκτημοσύνη των αγαθών, στην υπέρβαση του ατομικισμού και της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Το νησί αυτό ονομάζεται «Ουτοπία», αλλά το όνομά του δεν βρίσκεται σε κανένα γεωγραφικό χάρτη. Ουτοπία σημαίνει άλλωστε τόπος που δεν υπάρχει. Από τότε η ουτοπική σκέψη και φαντασία γέννησε πολλές ιδανικές πολιτείες και αρμονικούς κόσμους, που τοποθετούνται πάντοτε σε ένα φανταστικό «αλλού», σε χώρες και κοινωνίες που δεν υπάρχουν πραγματικά κι ωστόσο είναι προικισμένες με ξεχωριστές αρετές που συχνά αγγίζουν την τελειότητα.

Η «Ουτοπία» του Τόμας Μορ είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία της πολιτικής σκέψης, ένα από τα λίγα εκείνα βιβλία για τα οποία μπορούμε να πούμε ότι άσκησαν βαθιά επίδραση στην πορεία του ανθρώπινου στοχασμού και στην ιστορία του κόσμου.
Αυτό το κλασικό έργο, που μας το είχαν γνωρίσει στο παρελθόν οι εκδόσεις «Κάλβος», επανεκδόθηκε πρόσφατα σε έναν τόμο με τίτλο «Τρία κείμενα για την ουτοπία», στον οποίο συμπεριλαμβάνονται τα έργα «Η Νέα Ατλαντίς» (1627) του Φράνσις Μπέικον και «Η Νήσος των Πάιν» (1668) του Χένρι Νέβιλ (εκδόσεις «Μεταίχμιο», μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης). Πρόσφατα επίσης κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας το βιβλίο του γνωστού «ουτοπικού σοσιαλιστή» Ρόμπερτ Οουεν («Μια νέα θεώρηση της κοινωνίας», (εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», μετάφραση: Β. Δρουκόπουλος, Αν. Μιχαλάκης, Ν. Χριστοδουλάκης). Τα βιβλία αυτά μας δίνουν το ερέθισμα και την αφορμή να μιλήσουμε για την ουτοπία, γι’ αυτή τη μορφή σκέψης που διατήρησε για πολλούς αιώνες ζωντανή την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.
Τι θέλει να πετύχει, τι επιδιώκει ένας συγγραφέας όταν μας παρουσιάζει έναν τόπο που δεν υπάρχει, και μάλιστα μας τον περιγράφει σε όλες του τις λεπτομέρειες και μας τον δείχνει σαν πραγματικό; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό το εγχείρημα; Στην πραγματικότητα μπορεί να σημαίνει πολλά και διαφορετικά πράγματα. Μπορεί να είναι απλώς μια φανταστική αναζήτηση και παρουσίαση εναλλακτικών δυνατοτήτων. Αυτό και μόνον έπαιζε και θα συνεχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο στη διάπλαση μιας κριτικής κοινωνικής συνείδησης. Η ουτοπική σκέψη μάς ταξιδεύει σε άγνωστα νησιά και σε μακρινούς προορισμούς στον χώρο και στον χρόνο, προκειμένου να μας δώσει την αναγκαία κριτική απόσταση που θα μας επιτρέψει να θεωρούμε τον υπάρχοντα κόσμο, όχι τον μόνο δυνατό, αλλά έναν από τους δυνατούς κόσμους. Σε αυτή την περίπτωση η ουτοπία ανακαλεί εκείνη την άκριτη συναίνεση που δίνουμε στον υπάρχοντα κόσμο χάρη στη δύναμη της συνήθειας και της αδράνειας. Η ουτοπία μάς δείχνει ότι και άλλες δυνατότητες θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Και αυτό είναι η πρώτη σημαντική συμβολή της ουτοπικής σκέψης. Η ουτοπία μάς επιτρέπει να δούμε την πραγματικότητα με ένα νέο φως, με το κριτικό φως της αμφισβήτησης αυτού που υπάρχει. Χάρη στην ουτοπία οι άνθρωποι μπορούν να ασκούν κριτική στην κοινωνική πραγματικότητα στο όνομα ανώτερων ιδεωδών, τα οποία προσανατολίζουν τη δράση τους.
Αν βέβαια αποδώσουμε στη λέξη «ουτοπία» το νόημα του εντελώς εξωπραγματικού, του ανέφικτου και του ονείρου, τότε η ουτοπική σκέψη είναι απλώς μια διανοητική άσκηση, μια φανταστική απόδραση από τη σκληρή πραγματικότητα, που δεν παράγει ουσιαστικά αποτελέσματα. Συνήθως όμως ο ουτοπιστής στοχαστής προτείνει ιδέες που μπορεί να μην είναι άμεσα εφαρμόσιμες, αλλά που μπορούν να χρησιμεύουν για να προσανατολίζουν την πράξη, για να δίνουν μια κατεύθυνση και έναν ορίζοντα στη συλλογική δράση.
Αν ως «ουτοπία» θεωρήσουμε κάθε απόπειρα για να υπερβούμε τα δεδομένα, κάθε προσπάθεια για να αμφισβητήσουμε την υπάρχουσα πραγματικότητα με τις ατέλειές της και να σκεφτούμε κάτι που τοποθετείται πέρα από αυτήν και την υπερβαίνει, τότε θα πρέπει να αξιολογήσουμε θετικά την ουτοπία ως έκφραση μιας σταθερής τάσης του ανθρώπου να υπερβαίνει βελτιωτικά τον εαυτό του και τα όριά του. Με αυτήν την έννοια, η ουτοπική σκέψη μετατοπίζει διαρκώς τα ίδια τα όρια αυτού που γίνεται δεκτό ως δυνατό ή ακόμη και ως νοητό.
Ο Λιούις Μάμφορντ σημειώνει: «Θεωρήσαμε την ουτοπία αντίθετο του πραγματικού κόσμου. Κι όμως, αυτό που κάνει υποφερτό τον πραγματικό κόσμο είναι οι ουτοπίες μας… Οσο περισσότερο αντιδρούν οι άνθρωποι στο περιβάλλον τους και το τροποποιούν με βάση ένα ανθρώπινο σχέδιο τόσο περισσότερο ζουν στην ουτοπία» (Λιούις Μάμφορντ «Η ιστορία των ουτοπιών», «Νησίδες», 1998).
Ο Μάμφορντ διακρίνει τις «ουτοπίες φυγής» από τις «ουτοπίες ανασυγκρότησης». Οι πρώτες αφήνουν τον εξωτερικό κόσμο ως έχει και μας προσφέρουν παρηγοριά για τις σκληρές και οδυνηρές δοκιμασίες που μας επιφυλάσσει η πραγματικότητα. Οι δεύτερες επιδιώκουν να αλλάξουν τον κόσμο, για να τον προσαρμόσουν στη φύση και τις επιδιώξεις του ανθρώπου.
Ταξίδια της φαντασίας
Η ουτοπία είναι μια μορφή σκέψης που γεννιέται με τη νεωτερικότητα και, μολονότι στρέφεται συχνά με νοσταλγία προς το παρελθόν, αντλεί τα ερεθίσματά της κυρίως από τους μοντέρνους καιρούς. Ταυτόχρονα ωστόσο είναι και ο κληρονόμος προγενέστερων μορφών σκέψης, οι ρίζες των οποίων φτάνουν ώς την αρχαιότητα. Από τη μια μεριά είναι η αρχαία ελληνική σκέψη, και ιδιαίτερα ο Πλάτωνας και η «Πολιτεία» του, στην οποία αναφέρονται ρητά ο Τόμας Μορ και άλλοι νεότεροι ουτοπιστές. Η άλλη πηγή, επίσης σημαντική, είναι εκείνη της εβραϊκής και της χριστιανικής σκέψης, του μεσσιανισμού, δηλαδή της εσχατολογικής αναμονής ενός νέου κόσμου, της αναγέννησης του ανθρώπου και της επανεύρεσης του χαμένου παραδείσου.
Η ουτοπία γεννιέται αρχικά ως όραμα και σχέδιο μιας άλλης κοινωνίας, βασισμένο σε υψηλά κριτήρια δικαιοσύνης και ευημερίας, σε μιαν εποχή στην οποία επικρατούσαν παντού η αδικία και η ανελευθερία. Στην ιστορική τους εξέλιξη οι ουτοπίες εκφράζουν τις ανησυχίες, τις ελπίδες, τα πάθη και τις εμμονές, τις προσδοκίες και τις αναζητήσεις της εποχής και του κοινωνικού περιβάλλοντος που τις γεννά. Η συζήτηση για τη νομιμότητα και την ορθολογικότητα της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, η διάγνωση και η κριτική των κοινωνικών δεινών και των ηθικών και πολιτικών τους αιτιών, η αναζήτηση λύσεων, τα όνειρα για μια νέα κοινωνία είναι θέματα που τροφοδοτούν σταθερά την ουτοπική σκέψη.
Πολλά ουτοπικά κείμενα ακολουθούν το αφηγηματικό πρότυπο που εισήγαγε ο Μορ. Αφηγούνται δηλαδή ένα φανταστικό ταξίδι, στο τέλος του οποίου ο αφηγητής ανακαλύπτει μιαν άγνωστη χώρα, στην οποία βασιλεύει μια ιδεώδης κοινωνική τάξη, η οποία περιγράφεται λεπτομερώς. Μια διαφορετική μορφή ουτοπικού λόγου ακολουθεί το υπόδειγμα της πλατωνικής «Πολιτείας» και προτείνει το σχέδιο μιας δίκαιης νομοθεσίας ή ενός ιδεώδους συστήματος διακυβέρνησης. Η ουτοπική σκέψη φιλοτεχνεί την εικόνα μιας διαφορετικής κοινωνίας, η οποία αντιτίθεται στην υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα, στους θεσμούς της, στις ιεραρχίες της, στα συστήματα αξιών, στους κανόνες και στις απαγορεύσεις της, στις σχέσεις κυριαρχίας και ιδιοκτησίας κ.λπ. Η ουτοπική πολιτεία ενσαρκώνει συνήθως τις ιδέες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της συλλογικής ευτυχίας.
Οι ουτοπικές αναπαραστάσεις συμβαδίζουν επομένως με μια κριτική στάση απέναντι στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Το ουτοπικό διάβημα ξεκινάει από το συναίσθημα ή και από τη σαφή επίγνωση του χάσματος που υπάρχει ανάμεσα στο «δέον είναι», το ιδεώδες, και στην κοινωνική πραγματικότητα. Η ουτοπία τείνει επομένως προς μια νέα κοινωνία στο όνομα αξιών που υπερβαίνουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και που κρίνεται ότι μπορούν να αναγεννήσουν την ατομική και συλλογική ζωή.
Το να φανταζόμαστε μια διαφορετική και καλύτερη κοινωνία είναι και ένας ιδιαίτερος τρόπος να προσεγγίζουμε και να ζούμε την πραγματικότητα του καιρού μας. Οπως σημειώνει ο Πολωνός ιστορικός Μπρόνισλαβ Μπάτσκο, «οι ουτοπίες είναι ένας από τους τόπους, μερικές φορές ο προνομιακός τόπος, όπου ασκείται η κοινωνική φαντασία, όπου συλλέγονται, διαμορφώνονται και παράγονται τα ατομικά και συλλογικά κοινωνικά όνειρα» (Bronislaw Baczko «L’ utopia», «Einaudi», 1979).
Πολλές ουτοπίες θέλουν να δείξουν ότι είναι ευκταίο ή δυνατό να θεμελιωθεί η κοινωνική ζωή πάνω σε μια δίκαιη και κοινοτική βάση, καταργώντας την ατομική ιδιοκτησία, που είναι η κύρια πηγή ανισοτήτων, αδικίας και αταξίας. Δεν είναι όμως υποχρεωτικό κάθε ουτοπία να εμφανίζεται ως πρόγραμμα δράσης ή να προϋποθέτει ένα πολιτικό όραμα. Πολλές μυθιστορηματικές ουτοπίες παρουσιάζονται μόνο ως ένα διανοητικό παιχνίδι, που φιλοδοξεί απλώς να ερεθίσει γόνιμα τη φαντασία και τον κριτικό στοχασμό των αναγνωστών.
Σύμφωνα με τον Μπάτσκο, υπάρχουν εποχές «θερμές», στις οποίες ανθούν οι ουτοπίες και η ουτοπική φαντασία διεισδύει στις πιο διαφορετικές μορφές της διανοητικής, πολιτικής και λογοτεχνικής δραστηριότητας. Αλλά υπάρχουν και εποχές «ψυχρές», στις οποίες η ουτοπική δημιουργικότητα υποχωρεί και μένει στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής και των διανοητικών και ιδεολογικών δραστηριοτήτων. Ετσι, για παράδειγμα, η εποχή της Αναγέννησης, ο αιώνας του Διαφωτισμού και το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα αποτελούν «θερμές» περιόδους στην ιστορία των ουτοπιών.
Ηδη στον 18ο αιώνα βρίσκουμε όλων των ειδών τις ουτοπίες, ουτοπίες εξισωτικές και κοινοτικές, ουτοπίες γεωργικές και βουκολικές και ουτοπίες των πόλεων, ουτοπίες νοσταλγικές ή και «πρωτόγονες», που επανασυνδέονται με τα θέματα της Αρκαδίας, της «χρυσής εποχής» και του «καλού άγριου», αλλά και ουτοπίες μελλοντολογικές, που στρέφονται προς την πρόοδο της τεχνικής και των επιστημών· ουτοπίες «μεταρρυθμιστικές», που αρκούνται στο να ονειρεύονται την κατάργηση των προνομίων και των καταχρήσεων και ουτοπίες «επαναστατικές», που φαντάζονται μια ριζική μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων· ουτοπίες αναρχικές και ελευθεριακές, αλλά και ουτοπίες κρατικιστικές, στις οποίες η κεντρική εξουσία ρυθμίζει λεπτομερειακά όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής.
Τα φανταστικά ταξίδια γίνονται σε μακρινές και εξωτικές χώρες, στη σελήνη, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα βάθη της γης κ.ο.κ., ενώ τα σχέδια της ιδεώδους νομοθεσίας θέλουν να υλοποιήσουν τη διαρκή ειρήνη, την ευτυχία, την αρετή, την αφθονία ή την τέλεια ορθολογικότητα. Οι ουτοπίες του Διαφωτισμού εκφράζουν το αισιόδοξο πνεύμα της εποχής και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στην ικανότητά τους να οικοδομούν το μέλλον. Συνδεόμενες με την ιδέα της προόδου, οι ουτοπίες μετατοπίζουν τη «χρυσή εποχή». Αυτή δεν βρίσκεται πλέον πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Ετσι, το μέλλον που σχεδιάζουν οι ουτοπίες περιγράφεται ως τόπος συνάντησης των ανθρώπων και των ελπίδων τους, ως προϊόν της ανθρώπινης δημιουργικότητας, η οποία επιτέλους εμφανίζεται ικανή να πραγματώσει τις αρχές της ελευθερίας και του λόγου.
Το πρόσωπο του μέλλοντος
Στη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα ο ουτοπικός λόγος αλλάζει παράδειγμα και εμπλουτίζεται με νέα νοήματα και νέες αμφισημίες. Πολλοί ουτοπιστές δεν γράφουν τώρα για φανταστικά ταξίδια και συστήματα νομοθεσίας και διακυβέρνησης. Τα οράματα των κοινωνιών που αυτοί σχεδιάζουν παρουσιάζονται ως λογικές προεκτάσεις των κοινωνικών θεωριών ή και ως επιστημονικά θεμελιωμένες υποθέσεις. Οι χωρο-χρονικές αποστάσεις ανάμεσα στην ιδεώδη κοινωνία και την υπαρκτή κοινωνία μειώνονται. Η νέα πολιτεία μπορεί να υλοποιηθεί εδώ και τώρα ή έστω σε ένα κοντινό και προβλέψιμο μέλλον. Σύμφωνα με ορισμένους, η έλευσή της είναι και αναπόφευκτη, στον βαθμό που είναι εγγυημένη από την ίδια την πορεία της ιστορικής εξέλιξης και από τους οικουμενικούς νόμους της ιστορίας, οι οποίοι μόλις ανακαλύφθηκαν. Εκτός από τη φιλοσοφική και λογοτεχνική ουτοπία, που γεννιέται από τη φαντασία ενός στοχαστή και συγγραφέα, εμφανίζεται και η ιστορική και πολιτική ουτοπία, η οποία δεν εκφράζεται από ένα μόνο κείμενο ή βιβλίο, αλλά την επεξεργάζεται και την προβάλλει ένα λαϊκό κίνημα που αγωνίζεται για σκοπούς απελευθέρωσης. Η ιστορική ουτοπία εκφράζεται στη νεωτερικότητα κυρίως με την εποχή των επαναστάσεων και του εργατικού κινήματος.
Η ιστορική ουτοπία τείνει να φαντάζεται και να θέλει να οικοδομήσει μια κοινωνία βασιζόμενη σε οικουμενικά ανθρώπινες αρχές, όπως η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ισότητα, η αλληλεγγύη, η αδελφοσύνη, η ειρήνη. Οπου συναντάμε επομένως κοινωνικά κινήματα ή πνευματικά και πολιτικά ρεύματα στα οποία είναι παρούσες αυτές οι αρχές και αυτές οι αξίες, τότε μπορούμε να πούμε ότι αυτά τα κινήματα ή ρεύματα διαπερνιούνται από το πνεύμα της ουτοπίας. Με αυτή την έννοια η ιστορική ουτοπία υπήρξε και συνεχίζει να είναι μια ισχυρή κινητήρια δύναμη που ωθεί την ιστορία προς τα εμπρός, στον δρόμο της ανθρώπινης απελευθέρωσης. Υποκινούμενος από την ελπίδα, ο άνθρωπος προσβλέπει σε ένα μέλλον που θα είναι φορέας, όχι απλώς του νέου, αλλά και του καλύτερου, χάρη στον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας άλλης κοινωνίας, πιο δίκαιης και πιο ελεύθερης από εκείνη στην οποία ζει.
Το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα συλλέγει και αφομοιώνει κριτικά πολλά από τα στοιχεία που παρήγαγε η ουτοπική σκέψη στη διαδρομή του χρόνου. Ο κλασικός μαρξισμός δεν έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για την ουτοπική παράδοση. Ο Μαρξ και ο Ενγκελς θεωρούσαν τους εαυτούς τους κληρονόμους αλλά και αντιπάλους των ουτοπιστών. Πίστευαν δηλαδή ότι ο δικός τους «επιστημονικός σοσιαλισμός» θα έστελνε για πάντα την ουτοπία στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ο Μαρξ με το έργο του θέλει να καταδείξει επιστημονικά ότι οι δομικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας θα προκαλέσουν αναπόφευκτα το τέλος της.
Ο σοσιαλισμός για τον Μαρξ δεν είναι ένα ηθικο-πολιτικό ιδεώδες που το επινόησαν κάποιοι οραματιστές, αλλά είναι κυρίως ένα ρεαλιστικό πολιτικό πρόγραμμα, το οποίο βασίζεται κυρίως στην αντικειμενική δυναμική της ιστορικής ανάπτυξης και της ταξικής πάλης. Η σκέψη του Μαρξ ωστόσο δεν είναι απαλλαγμένη από ουτοπικά στοιχεία. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό όταν σκιαγραφεί τα γνωρίσματα της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας (κατάργηση του κράτους, κατάργηση των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων, αφθονία του υλικού πλούτου για όλη την κοινωνία κ.ο.κ.). Στον 20ό αιώνα άλλωστε εμφανίστηκαν μορφές ουτοπικής σκέψης που συνδέονταν ρητά με τον μαρξισμό. Αρκεί να σκεφτούμε την περίπτωση του Ερνστ Μπλοχ ή εκείνη του Μαρκούζε.
Ο Μπλοχ υπογράμμισε το γεγονός ότι η δεδομένη πραγματικότητα ποτέ δεν ικανοποιεί πλήρως το υποκείμενο, και από αυτή την άποψη δεν είναι «αληθινή». Η αλήθεια προς την οποία τείνει το υποκείμενο, όταν φαντάζεται και επιθυμεί ζωηρά αυτό που του λείπει, δεν είναι δεδομένη, αλλά είναι ουτοπία που υπερβαίνει το παρόν προς την κατεύθυνση του μέλλοντος. Η ουτοπική σκέψη μπορεί να ανακαλύψει ίχνη του μέλλοντος στο παρελθόν. Διακρίνεται ωστόσο από την καθαρή φαντασιοπληξία στον βαθμό που μεσολαβεί διαλεκτικά με αυτό που προτίθεται να υπερβεί, δηλαδή συνδέεται οργανικά με τις υπαρκτές τάσεις και δυναμικές που δρουν στο παρόν, όπως δίδαξε ο Μαρξ. Από αυτή την άποψη είναι, σύμφωνα με τον Μπλοχ, συγκεκριμένη ουτοπία, δηλαδή μια υπαρκτή ιστορική δυνατότητα. Στο επίκεντρο της ουτοπικής σκέψης τοποθετείται επομένως η έννοια της διαλεκτικής μεσολάβησης, η οποία είναι αναγκαία για να εγγραφεί το ουτοπικό στοιχείο στο εσωτερικό των αντιφάσεων που παρουσιάζει η πραγματικότητα και να συνδεθεί με την υπαρκτή κίνηση της ιστορίας.
Η ουτοπία υπό κατηγορία
Στην αυγή του 21ου αιώνα η ουτοπική σκέψη βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Κατηγορείται ότι είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τους ολοκληρωτισμούς και τις καταστροφές του πρόσφατου παρελθόντος.
Η ιστορία του 20ού αιώνα πράγματι μας έμαθε ότι το όνειρο μιας τέλειας και αρμονικής κοινωνίας, ενός παράδεισου πάνω στη γη, μπορεί να μετατραπεί σε συλλογικό εφιάλτη. Ο Νικολάι Μπερντιάγεφ το είχε προβλέψει: «Οι ουτοπίες φαίνεται πως είναι πολύ πιο πραγματοποιήσιμες απ’ ό,τι στο παρελθόν. Και είμαστε αντιμέτωποι με ένα πολύ πιο στενόχωρο πρόβλημα: πώς μπορούμε να αποτρέψουμε την τελική τους πραγματοποίηση; Οι ουτοπίες μπορούν να πραγματοποιηθούν. Η ζωή οδεύει προς την ουτοπία. Και πιθανόν αρχίζει ένας καινούριος αιώνας, ένας αιώνας στον οποίο οι διανοούμενοι και οι καλλιεργημένες τάξεις θα ονειρεύονται τα μέσα με τα οποία θα αποφευχθούν οι ουτοπίες και το πώς μπορούμε να επιστρέψουμε σε μια μη ουτοπική κοινωνία, λιγότερο «τέλεια» και περισσότερο ελεύθερη» Η χρεοκοπία και η κατάρρευση της δυστοπίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» έπληξε σοβαρά το πνεύμα και της ουτοπίας και της ελπίδας, ανέκοψε τον οραματισμό και την αναζήτηση ριζικών λύσεων στα προβλήματα, κατέστησε αναξιόπιστα τα ιδεώδη και τα προγράμματα που απέβλεπαν σε μια κοινωνική αναγέννηση. Ορισμένοι σπεύδουν να συμπεράνουν ότι η εποχή των ουτοπιών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το ναυάγιο των ουτοπικών-επαναστατικών κινημάτων υποτίθεται ότι αποκάλυψε τη μισαλλόδοξη, καταπιεστική και βίαιη τάση του ουτοπικού πνεύματος.
Ο Καρλ Πόπερ ήταν ένας από τους στοχαστές του 20ού αιώνα που αντιτάχτηκε στην ουτοπική σκέψη και θέλησε να φωτίσει τους δεσμούς της με τη βία και την ανελευθερία. Στο έργο του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της» («Δωδώνη», 1980), ο Πόπερ βλέπει στην πλατωνική «Πολιτεία» μια μορφή «κλειστής κοινωνίας», η οποία, στον βαθμό που είναι ήδη τέλεια, δεν αισθάνεται την ανάγκη να ανοιχτεί στη σύγκριση με άλλες κοινωνίες. Σύμφωνα με τον Πόπερ, αυτό είναι ένα κοινό γνώρισμα όλων των ουτοπιών, στον βαθμό που έχουν την αξίωση να θεωρούνται τέλεια υποδείγματα κοινωνίας. Η «ανοιχτή κοινωνία», αντιθέτως, δεν είναι τέλεια, αλλά έχει επίγνωση της ατέλειάς της, και γι’ αυτό παρακινείται από τη σύγκριση με τις άλλες κοινωνίες και έτσι μπορεί να βελτιώνεται αδιάκοπα. Στο έργο του «Η ένδεια του ιστορικισμού. («Ευρασία», 2005), ο Πόπερ ερμηνεύει την ουτοπική σκέψη σαν ένα είδος «ολιστικής κοινωνικής μηχανικής», δηλαδή σαν ένα σχέδιο μετασχηματισμού της πραγματικότητας, το οποίο -διαφορετικά από την τμηματική κοινωνική μηχανική- αντί να προχωράει βαθμιαία και εξελικτικά, και επομένως με δοκιμές και λάθη, με προσπάθειες και διορθώσεις, ισχυρίζεται ότι μπορεί να προσφέρει μιαν ολική αλλαγή της κοινωνίας. Μια ολική αλλαγή όμως είναι κάτι που εξ ορισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και δεν μπορεί να ελεγχθεί, επειδή οι μεταβλητές που μπαίνουν στο παιχνίδι είναι πολλές, τόσες όσες και τα άτομα με τα διαφορετικά τους σχέδια, και τελικά το αποτέλεσμα δεν θα είναι ποτέ το προβλεπόμενο. Η συναίνεση που δίνεται σε αυτό το ολιστικό σχέδιο δεν μπορεί να είναι μια ορθολογική συναίνεση. Ο πειρασμός της προσφυγής στη βία ελλοχεύει όταν το σχέδιο αρχίσει να υλοποιείται και τα αποτελέσματα διαφέρουν αισθητά από τις προβλέψεις, με αποτέλεσμα τη μείωση τη συναίνεσης.
Η ποπεριανή κριτική, που εμφανίζει την ουτοπία σαν προπομπή μιας «κλειστής», δογματικής και δεσποτικής κοινωνίας, επιβεβαιώνεται από εκείνες τις ουτοπίες που δεν διστάζουν να υποχρεώνουν τους ανθρώπους να είναι ευτυχισμένοι. Πολλές ουτοπίες χαρακτηρίζονται πράγματι από την παθολογική τάση να θεωρούν τους ανθρώπους αντικείμενα μάλλον, παρά ελεύθερα υποκείμενα, εργαλεία για την κατασκευή των φανταστικών τους κόσμων. Στα σχέδιά τους κυριαρχούν ιδέες όπως εκείνες της μέγιστης συγκεντροποίησης και του ολικού ελέγχου, της οργάνωσης και της πιο αυστηρής τάξης. Στο σύμπαν αυτών των ουτοπιών δεν υπάρχουν περιθώρια για την αυτονομία του ατόμου, δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση γύρω από τον καλύτερο τρόπο ζωής, επειδή όλα έχουν προαποφασιστεί και προσχεδιαστεί μια για πάντα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ουτοπική σκέψη χαρακτηρίζεται από μιαν απόλυτη ακαμψία, σαν να θέλει να βάλει σε γύψο την πραγματικότητα και επομένως να ανακόψει την κίνηση της ιστορίας.
Η Μαρία-Λουίζα Μπερνέρι περιέγραψε τις «εξουσιαστικές ουτοπίες» που καταπνίγουν την ατομικότητα του ανθρώπου μέσα στην ομάδα, που σχεδιάζουν «καλοκουρντισμένες κοινωνίες, συγκεντρωτικά κράτη και έθνη ρομποτοποιημένων ανθρώπων» («Περιήγηση στην ουτοπία», «Νησίδες», 1999). Οταν οι ουτοπικοί θεσμοί θεωρούνται τέλειοι, το ουτοπικό κράτος γίνεται στατικό ή ακόμη και ολοκληρωτικό, αφού δεν επιτρέπει στους πολίτες του να ονειρευτούν μια καλύτερη κοινωνία.
Παρά τα ισχυρά της επιχειρήματα, η κριτική του Πόπερ δεν αποφεύγει την πολεμική υπερβολή και τείνει προς μια γενική καταδίκη της ουτοπίας. Ο Αυστριακός στοχαστής παραγνωρίζει ή υποτιμά τον θετικό και ενεργητικό ρόλο που έπαιξαν οι ουτοπίες, το γεγονός ότι πολλές φορές επιδιώκοντας το αδύνατο μπορούμε να κατορθώσουμε το μέγιστο του δυνατού, ότι μπορεί συχνά να προσανατολίζουμε τη δράση μας προς ουτοπικούς στόχους, ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να τους υλοποιήσουμε ολοκληρωμένα. Εκτός από τις εξουσιαστικές ουτοπίες υπήρξαν άλλωστε και ουτοπίες ελευθεριακές, που δεν προέβαλαν ένα έτοιμο και τέλειο υπόδειγμα κοινωνίας, αλλά πρότειναν τολμηρές, ρηξικέλευθες και ανορθόδοξες ιδέες και ενδιαφέρθηκαν για την ελεύθερη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Οσο για τη σχέση ανάμεσα σε ουτοπίες και μεταρρυθμίσεις είναι αρκετά πιο πολύπλοκη απ’ όσο αφήνει να εννοηθεί η ποπεριανή διάκριση ανάμεσα σε ολιστική και τμηματική κοινωνική μηχανική. Παρότι είναι αλήθεια ότι οι ουτοπίες συνήθως δεν συμβιβάζονται με το μερικό και το σχετικό, αλλά εμπνέονται από το απόλυτο και επιδιώκουν την ολική απόρριψη του «συστήματος», στην πραγματικότητα αναζητούνται συχνά συμβιβασμοί ανάμεσα στο ουτοπικό και το μεταρρυθμιστικό πνεύμα. Μερικές φορές μάλιστα τα φιλόδοξα ουτοπικά σχέδια εμπνέουν και ενεργοποιούν τη βούληση για μεταρρυθμιστική δράση ή δίνουν έναν ευρύτερο ορίζοντα στις επιδιωκόμενες τμηματικές αλλαγές, χωρίς να παραβλέπουν την πολυπλοκότητα και τους κινδύνους του παρόντος.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, μετά τις τραυματικές εμπειρίες του 20ού αιώνα, το ερώτημα παραμένει και διατυπώνεται προκλητικά: είναι ακόμα δυνατό στον σύγχρονο κόσμο να σκεφτόμαστε «ουτοπικά» ή όλες οι βασικές προϋποθέσεις που τροφοδοτούσαν αυτή τη μορφή σκέψης έχουν εκλείψει οριστικά; Μπορούν σήμερα να βρεθούν νέα μονοπάτια για την ουτοπία, για μιαν ουτοπία απαλλαγμένη από την αξίωση για τελειότητα, η οποία κατέστησε στο παρελθόν αυτή τη μορφή σκέψης επικίνδυνα ανίκανη για αυτοκριτική συνείδηση; Σήμερα διαθέτουμε τεχνικά εργαλεία πολύ πιο ισχυρά από την ικανότητά μας να τα ελέγχουμε ουσιαστικά. Επομένως, αν από τη μια μεριά η τωρινή τεχνολογική εποχή μοιάζει εξοπλισμένη και έτοιμη να υλοποιήσει πολλά παλιά ουτοπικά όνειρα και σχέδια, από την άλλη μεριά αυτή η αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα ή σε νέους δεσποτισμούς.
Μπροστά σε αυτά τα σενάρια δεν αρκεί να επικαλούμαστε την «αρχή της ελπίδας» (Ερνστ – Μπλοχ). Χρειάζεται να επικαλεστούμε και την «αρχή της ευθύνης» (Χανς Γιόνας). Μια σύγχρονη ουτοπία δεν μπορεί παρά να είναι μια ουτοπία της ευθύνης, δηλαδή της επίγνωσης των ορίων, της σύνεσης και του αυτοπεριορισμού, του σεβασμού της ελευθερίας, της πολλαπλότητας των μορφών σκέψης και των δικαιωμάτων των άλλων. Το να χάσουμε όμως ή να εγκαταλείψουμε εντελώς το πνεύμα της ουτοπίας θα σήμαινε σε τελευταία ανάλυση ότι αισθανόμαστε ικανοποιημένοι από την υπάρχουσα πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται πρόδηλα από τόσες ελλείψεις, ατέλειες, αδικίες κ.λπ. Θα σήμαινε ότι δεν έχουμε κάποια ιδεώδη, κάποιες αξίες ικανές να μας εμπνεύσουν για να βαδίσουμε στον δρόμο της κοινωνικής μεταρρύθμισης. Σε αυτό το σημείο ο Πόπερ έχει δίκιο: μια κοινωνία βέβαιη για την τελειότητά της θα έχανε κάθε κίνητρο για να συγκριθεί με άλλες και να βελτιωθεί.
Οι αμφισημίες των ουτοπιών, οι αδυναμίες και οι αντιφάσεις τους, ο εξουσιαστικός και αυταρχικός χαρακτήρας ορισμένων από αυτές δεν πρέπει να συγκαλύπτουν το κύριο, αυτό που αληθινά μετράει στην ιστορία της ουτοπικής σκέψης. Και αυτό είναι η ατελεύτητη και ανεξάντλητη προσπάθεια των ανθρώπων να σκεφτούν και να κατανοήσουν πώς θα πρέπει να είναι η κοινωνία προκειμένου να μπορέσει να απαλλαγεί από τα μεγάλα δεινά της και να γίνει πιο δίκαιη και πιο ελεύθερη.
This entry was posted in ΑΝΘΡΩΠΟΣΦΑΙΡΑ - ΟΥΤΟΠΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s