Σχετικά με το ζήτημα της οργάνωσης

Του Γιώργου Μεριζιώτη

Επίμετρο

«… Από την εποχή που εμφανίστηκε η πατριαρχία, η ιεραρχία, η ταξική και πολιτική κυριαρχία στην ανθρωπότητα  και μέχρι σήμερα,  όλα τα συστήματα, θρησκεύτηκα ή κοσμικά- πολιτικά  είναι συστήματα διαχείρισης των ανθρώπων. Διαχείριση των από κάτω, από τους από πάνω, δηλαδή από τις εκάστοτε κυρίαρχες θρησκευτικές, πολιτικές και οικονομικές ελίτ, στο όνομα της τάξης που εκπροσωπούν.

Θα έρθει ο καιρός που θα περάσουμε από τα συστήματα διαχείρισης των ανθρώπων στα συστήματα διαχείρισης των πραγμάτων… και από το “βασίλειο” της αναγκαιότητας στο “βασίλειο” της ελευθερίας …” Κάτω η κυριαρχία…» Γ. Μεριζιώτης

Εισαγωγικό

«… Ο αναρχισμός ορίστηκε ως αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός κατά την περίοδο της Α’ Διεθνούς, όταν ο Μπακούνιν και η πλειοψηφία των τμημάτων-μελών της οργάνωσης έθεσαν τα θεμέλια της αναρχικής κομμουνιστικής θεωρίας τον οργανωτικό δυϊσμό, δηλαδή τον ρόλο των μαζών ως την μόνη επαναστατική δύναμη και τον ρόλο της συνειδητής μειοψηφίας ως τον «αφανή οδηγό» που εισέρχεται στην μαζική οργάνωση, την Διεθνή Ένωση Εργαζομένων και την αναρχία ως την ουτοπιστική διεύθυνση μιας ελευθεριακής κοινωνίας ισότητας την οποία και επιζητούμε.

Ο Κάρλο Καφιέρο συνόψισε τον καταφανή κομμουνιστικό χαρακτήρα του αναρχισμού ως ακολούθως: «δεν είναι αρκετό να δηλώσουμε ότι ο κομμουνισμός είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί. Ούτε μπορεί κάποιος να είναι κομμουνιστής. Πρέπει να είναι, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει η επανάσταση» «όταν ονομαστήκαμε κάποτε «κολεκτιβιστές» για να ξεχωρίσουμε από τους ατομικιστές και από τους εξουσιαστές κομμουνιστές, βασικά ήμασταν αντιεξουσιαστές κομμουνιστές και ονομάζοντας τους εαυτούς μας «κολεκτιβιστές» νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την αντίληψή μας ότι κάθε τι πρέπει να είναι κοινό, χωρίς να υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στα μέσα και στις πηγές της εργασίας και της παραγωγής της συλλογικής εργασίας»· «Δεν μπορεί να είναι κάποιος αναρχικός χωρίς να είναι κομμουνιστής»· «Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές, επειδή στον κομμουνισμό μπορεί να επιτευχθεί η πραγματική ισότητα»· «Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές επειδή ο λαός που δεν καταλαβαίνει τα κολεκτιβιστικά σοφίσματα, καταλαβαίνει τον κομμουνισμό θαυμάσια»·

«Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές, επειδή είμαστε αναρχικοί, επειδή αναρχία και κομμουνισμός είναι οι δύο απαραίτητοι όροι της επανάστασης».

    Ενώ ο αναρχισμός γεννήθηκε αναμφισβήτητα κομμουνιστικός, είναι αλήθεια ότι η ποινικοποίηση της Διεθνούς από τις κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου οδήγησε σε παρεκκλίσεις της Μπακουνικής θεωρίας, παρεκκλίσεις οι οποίες άφησαν τα σημάδια τους στην ιστορία του αναρχικού κινήματος, πάνω απ’ όλα στο Ιταλικό κίνημα. Μαζί με την «προπαγάνδα με το παράδειγμα» (propaganda be the deed) – που ήταν μια προσπάθεια να ωθήσει τις μάζες σε εξέγερση και είχε ως αποτέλεσμα να τις αναπλήρωσει · ένα άλλο ρεύμα που αναπτύχθηκε και ανατράφηκε ήταν το αντι-οργανωτικό ρεύμα, το οποίο, κατά κάποιο τρόπο, είχε τις ρίζες του στις θεωρίες του Κροπότκιν.

Στην πραγματικότητα, στην αναρχο-κομμουνιστική θεωρία του Κροπότκιν, ο στόχος της επαναστατικής δράσης είναι πάντα μια κοινωνία όπου «ο καθένας δίνει ανάλογα με τις ικανότητές του και ο καθένας παίρνει ανάλογα με τις ανάγκες του», με άλλα λόγια, κομμουνισμός. Αλλά ο κομμουνισμός αυτός αντιλαμβάνεται ως μια φυσιολογικά αρμονική κατάσταση στην οποία μπορεί να στραφεί η ανθρωπότητα, ως αποτέλεσμα δύο παράλληλων υποθέσεων: της έμφυτης φυσιολογικής αλληλεγγύης του ανθρώπου και της ιδέας της βασικής καλοσύνης της ανθρώπινης ψυχής που οδηγεί στην προτίμηση για κάθε μορφή αυθόρμητου. Παραπέρα, από την στιγμή που απελευθερωθεί από την καπιταλιστική κυριαρχία, η επιστημονική πρόοδος (την οποία η καπιταλιστική κυριαρχία χρησιμοποιεί για να κρατά μακριά τον Άνθρωπο από την φύση) θα είναι ο πιθανός παράγοντας της διαμόρφωσης του κομμουνισμού.

 Καθώς ο κομμουνισμός είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανθρώπινης ιστορίας, υπό την προϋπόθεση ότι έχει επεκταθεί αυθόρμητα ως αποτέλεσμα ορισμένων αναπόφευκτων παραγόντων, όπως οι κλίσεις του Ανθρώπου και οι νόμοι της φύσης, υπάρχει μια συνολική απουσία στον Κροπότκιν κάθε ίχνους πολιτικής στρατηγικής. Πάντως, για τον Κροπότκιν και τους μιμητές του, κάθε μορφή οργάνωσης, πολιτική ή συνδικαλιστική, πρέπει να απορριφθεί ως τρόπος για να τεθεί σε ένα κανάλι το αυθόρμητο το οποίο ουσιαστικά είναι καλό και αυτόματα οδηγεί στον κομμουνισμό. Για τους αναρχικούς κομμουνιστές, από την άλλη πλευρά, η οργάνωση είναι απαραίτητη για τους αγώνες μας και εγγύηση για το επαναστατικό αποτέλεσμα αυτών των αγώνων.

Για τους αναρχοκομμουνιστές, η οργάνωση είναι ένα «αστικό» φαινόμενο, το οποίο, με το να συμπυκνώνει τον αυθορμητισμό, μας φέρνει πέρα από το τελικό αποτέλεσμα και εμποδίζει την ανάπτυξη της καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης και την τάση της προς μια θετική αυτο-οργάνωση. Καθώς το σπουδαιότερο πράγμα είναι η γνησιότητα της θεωρίας όσον αφορά το αρμονικό της όραμα για τον κόσμο, με άλλα λόγια ο στόχος τον οποίο ο Άνθρωπος επιθυμεί να πετύχει, η ταξική πάλη είναι περισσότερο ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναρχο-κομμουνισμός απέχει από το ιστορικό μονοπάτι του αναρχικού κομμουνισμού (που κατανοείται ως θεωρία για την χειραφέτηση των καταπιεσμένων τάξεων και γι’ αυτό συνδέεται αξεχώριστα με την ταξική πάλη) και γίνεται, αντίθετα, μια θεωρία, η οποία ισχύει για τον καθέναν. Αυτό οδηγεί σε μια απόρριψη της ταξικής πάλης, η οποία εκλαμβάνεται ως μια θεωρία που περιορίζεται στο να ισχύει για πάντα, τη οποία βασίζεται στην φιλοδοξία της προσωπικής ελευθερίας κάθε ανθρώπου, μια προφορά που τοποθετείται μόνο στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων…» Adriana Dada

1. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ *

Πιστεύοντας πως οι παλιές κριτικές και αναλύσεις δεν είναι για πέταμα και χρειάζονται όσο και οι νέες, και αποσκοπώντας να ξεκινήσει μία νέα συζήτηση πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης, αυτό  το  κείμενο προσπαθεί όσο μπορεί  να αναδείξει  ένα  φάσμα  απόψεων γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης  καθεαυτό.

Κατά τη γνώμη μας, η οργάνωση δεν είναι το παν και δεν επιτρέπει να χαθούν ή να κερδηθούν τα πάντα ( δηλαδή, δεν πρέπει η οργάνωση να είναι αυτοσκοπός). Η οργάνωση των αναρχικών λειτουργεί σε δύο επίπεδα: το πρώτο είναι η οργάνωση, η συνοχή και η αποτελεσματικότητα του αγώνα μας, το δεύτερο  -που κατά τη γνώμη μας είναι και το πιο ουσιώδες- είναι η επιβεβαίωση στην πράξη ότι μπορούν να υπάρξουν δομές και υποδομές  οριζόντιας και κυκλικής σύνθεσης χωρίς  τον συγκεντρωτισμό, την ιεραρχία, των εντολών και  του διατάζει.

Γύρω μας τα πάντα είναι ιεραρχικοποιημένα και είναι επόμενο να δεχόμαστε τις επιδράσεις αυτής της ιεραρχίας και κυριαρχίας. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να πειραματιστούμε σε συμφωνία με το αξιακό μας πλαίσιο. Δε μιλάμε εδώ για τις μικρές κυτταρικές μορφές συλλογικότητας (ομάδες) -που τις περισσότερες φορές η εσωτερική τους συγκρότηση είναι εμπειρική, εθιμική- αλλά για ευρύτερα σύνολα ατόμων και ομάδων, όπου λόγω της ευρύτητας  τους είναι αναγκασμένα να πραγματώνουν την αυτο-θέσμιση και την αυτο-διεύθυνση. Αυτοί οι ευρύτεροι οργανισμοί,  είναι επίσης απαραίτητοι γιατί μπορεί να συγκεράσουν την τάση των ατόμων ή των μικρών ομάδων να βλέπουν τον κόσμο μοριακά και μικροσκοπικά  (τοπικιστικά όχι μόνο με την έννοια του χώρου αλλά και των ιδεών), κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό αρκεί να μην θέλουν να αναγορεύουν  το μικρόκοσμο τους και την μερικότητα  σαν το όλο.

Δεν μπορεί να είμαστε παντού και να τα ξέρουμε όλα. Το ποσοτικό και το ποιοτικό για μας τους αναρχικούς, βρίσκεται σε μια αλληλουχία. Είναι οργανικά συνδεδεμένο το ένα με το άλλο γιατί αν μείνουμε μόνο στην ποιότητα κινδυνεύουμε να γίνουμε ελιτιστές, ενώ αν μείνουμε μόνο στην ποσότητα υπάρχει ο κίνδυνος να  μετατραπούμε σε μάζα. Να γιατί είναι απαραίτητοι οι μαζικοί (από το πολλοί μαζί- όσο πιο πολλοί τόσο καλύτερα) οργανισμοί. Απαραίτητοι στους αναρχικούς που είναι διατεθειμένοι να υπερβούν το κίνημα διαμαρτυρίας, εμπαθούς δράσης που επικρατεί τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα και να θέσουν τις βάσεις για ένα ιστορικό – επαναστατικό κίνημα αμφισβήτησης και ανατροπής του ισχύοντος πολιτικού – κοινωνικού συστήματος. Δηλαδή, να θέσουν κοινωνικό και πολιτειακό ζήτημα.

2. Σκιαγραφώντας την κατάσταση

Εκείνο που είναι ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι οι νέες καταστάσεις  που προβάλλουν στο προσκήνιο – παράλληλα με τα παλιά προβλήματα – στο μέτρο που γίνονται πια ολοφάνερες στα μάτια χιλιάδων προλετάριων της σημερινής εποχής ορισμένες καταστάσεις, λογουχάρη, ο αποκλεισμός των εφικτών λύσεων μέσα στη αστική καπιταλιστική κοινωνία, η πλήρης αποτυχία του σοβιετικού αυταρχικού  «κομμουνισμού»  από την άποψη των δεδηλωμένων του στόχων, η συμπαιγνία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, τον “προωθημένο φιλελευθερισμό” και μια ορισμένη λανθάνουσα φασιστικοποίηση ρατσιστικοποίηση της κοινωνίας, αναγκάζουν ένα ποσοστό του προλεταριάτου των πόλεων (ιδιαίτερα των νέων) και ορισμένα στρώματα των μισθωτών να αντιμετωπίσουν συνολικά το σύστημα και (τηρουμένων των αναλογιών), όπως έκανε και το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. Αν σήμερα  σπρώχνονται  εκατοντάδες χιλιάδες καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι στο να διεκδικούν αυτό που ήδη υπάρχει – υπήρξε   και στον κρετινισμό του κοινοβουλευτισμού, αύριο θα καταλάβουν ότι αυτό το σύστημα δεν επιδέχεται βελτίωση προς το ανθρωπινότερο ούτε καν μεταρρύθμιση, γιατί η αξιακή του αναγωγή βασίζεται στο “ παν μέτρο είναι το χρήμα  το κέρδος και η κυριαρχία  ”.

Ανοίγοντας μια παράγραφο ισχυριζόμαστε ότι :

Ενώ έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή της βιομηχανικής αστικής πρωτοσυσσώρευσης κεφαλαίου και την προβληματική της, στην πραγματικότητα όμως δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι το προλεταριάτο, στον εμπειρικό προσδιορισμό του, από τη μια δεν είχε εκληφθεί μόνο σαν οι χειρώνακτες εργαζόμενοι, οι παραγωγοί, αλλά προπάντων σαν η δυνατή ελευθερία. Από την άλλη οριζόταν αρνητικά για να τονιστεί ότι αποτελεί το αντίθετο της αστικής τάξης.

Μέσα σε μια κατάσταση όπου η μεγάλη τάση του σύγχρονου κόσμου είναι – για πρώτη φορά σε τέτοιο μέγεθος στην ιστορία – η πολιτική πόλωση της κοινωνίας σε δύο τάξεις, η αστική τάξη έχει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής και απολαμβάνει από αυτά, ενώ το προλεταριάτο ούτε τα έχει στην κατοχή του, ούτε απολαμβάνει τίποτα. Προτιμούμε να λέμε «έχει στην κατοχή της» και όχι «είναι ιδιοκτήτρια», για να κάνουμε πιο φανερό ότι η νομική ιδιοκτησία είναι ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα που μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο. Για παράδειγμα με τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τη κομματική – κρατική γραφειοκρατία.

Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, τα διαπλέκει, τα εντείνει και το κυριότερο τα μεταθέτει στο χρόνο. Ούτε τα ζητήματα της φτώχιας διευθετεί. Αυξάνει τόσο την σχετική όσο και την πραγματική φτώχια, εν μέσω αφθονίας -εδώ να σημειώσουμε ότι είναι πράξη ελευθερίας το να επιλέξεις να ζεις λιτά, αντίθετα όταν σου το επιβάλλουν είναι πράξη καταναγκασμού- ούτε τα νέα ζητήματα ελευθερίας,  ούτε τα οικολογικά προβλήματα που διογκώνονται και προσπαθούν να μας πείσουν οι ελίτ ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Και ενώ  πετά έξω από την παραγωγική διαδικασία (ανεργία) λόγο του  αυτοματισμού της ρομποτικής και της οικονομικής αναδιάρθρωσης  χιλιάδες εργαζόμενους  μετατρέποντας τους  σε πλεονάζοντας πληθυσμούς  προσπαθεί να διαχειριστή αυτή την κρίση – αναδιάρθρωσης με νέο δεσποτικούς νέο απολυταρχικούς τρόπους.   Παράλληλα  η συστημικη κρίση είναι πολυδιάστατη και αγγίζει όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής είναι κρίση οικονομική, θεσμική, οικολογική , πολιτισμική.

Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, τα ζητήματα ποιότητας ζωής,  το οικολογικό –  κλιματικό πρόβλημα η οικονομική περιθωριοποίηση του  λαού  είναι άμεσα συνδεμένα με τα κοινωνικά και ταξικά – ζητήματα.

3. Κοινωνία και ταξική πάλη (βασικές κοινοτοπίες)

α) Εκμεταλλευτές – εκμεταλλευόμενοι

Προκύπτει η ανάγκη μίας συνοπτικής αναφοράς στην ταξικότητα του συστήματος και επομένως στο υποκείμενο στο οποίο απευθυνόμαστε, καθώς είναι απαραίτητη η διαφοροποίηση από διαταξικές, δεξιόστροφες, στιρνερικές και νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και λογικές που καλλιεργεί η κυριαρχία και αναπαράγει δυστυχώς  ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου. Επιπλέον, αν και η ταξική πάλη δεν είναι γραμμική, αν και έχει σημεία ύφεσης και κορύφωσης, δεν πρέπει να  παραγνωρίζουμε ότι η ταξική διαίρεση της κοινωνίας αναπαράγεται σε συνέχεια και προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ξέχωρα όμως από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, διακρίνουμε και μορφές κοινωνικού αγώνα, που δεν είναι κατ’ ανάγκη ταξικές, αλλά που μέσα από τους αγώνες και τις διεκδικήσεις τους θέλουν και προσπαθούν να διευρύνουν τις μορφές της κοινωνικής ελευθερίας. Αναφερόμαστε σε αγώνες ενάντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό την πατριαρχία, του περιβαντολογικους, φεμινιστικούς  αγώνες κλπ.

Αν και οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή η ταξική διαίρεση της κοινωνίας και ο ίδιος ο ρόλος και η θέση των εκμεταλλευόμενων – εξουσιαζόμενων σε αυτή, είναι που δημιουργούν την ανάγκη για υπέρβαση και ανατροπή του συστήματος, και που οδηγούν και πολλές φορές σε αυθόρμητες αντιδράσεις, αυτές η αντιδράσεις δεν είναι από μόνες τους ικανές για την υπέρβαση και την ανατροπή του. Χρειάζεται να αναπτυχθεί η επαναστατική συνείδηση. Χρειάζεται να αναπτυχθούν εκείνοι οι υποκειμενικοί παράγοντες, που μπορούν οδηγήσουν στην συνολική ανατροπή του συστήματος .

β) Διευθυντές – διευθυνόμενοι (εξουσιαστές – εξουσιαζόμενοι)

Η ταξική πάλη είναι κεντρικό σημείο αναφοράς στην αντίληψή μας, και δεν αναφέρεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση αλλά και στην σχέση μεταξύ διευθυντή – διευθυνόμενου δηλαδή στην σχέση μεταξύ μίας πολιτικής και τεχνικογραφειοκρατικής ελίτ η οποία σχεδιάζει, αποφασίζει και επιβάλλει και της υπόλοιπης κοινωνίας που απλώς εκτελεί.
Το κράτος ως υπερθεσμός και ως κύριος εκφραστής της ταξικότητας της καπιταλιστικής κοινωνίας, αναπαράγει και επιβάλλει την  ταξική διαίρεση της κοινωνίας, τις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις, και προσπαθεί να συγκεντρώνει στα χέρια του και να διαμεσολαβεί σε κάθε λειτουργία της κοινωνικής ζωής. Επομένως, η ταξική πάλη είναι πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος το οποίο ζει σε βάρος του δημοσίου δηλαδή της κοινωνίας.

Το βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι η ιδιοποίηση του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου μέσω της ατομικής μορφής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, και συνεπώς η επικαρπία της υπεραξίας από τους καπιταλιστές. Ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής μορφής παραγωγής συνιστά την κύρια μορφή εκμετάλλευσης. Παράλληλα, η αναπαραγωγή του κεφαλαίου δημιουργεί  και επιβάλλει τις αντίστοιχες κοινωνικές σχέσεις (εμπορευματοποίηση, αλλοτρίωση, ανταγωνισμός, ατομισμός, ιεραρχία , κυριαρχία κλπ), με το κράτος, σαν συλλογικό καπιταλιστή, να αναπαράγει και να διαιωνίζει με τη βία αυτές τις σχέσεις. Η πάλη ενάντια σε αυτές τις σχέσεις στο πεδίο της ταξικής σύγκρουσης έχει να κάνει με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στην κατεύθυνση της αταξικής, ακρατικής κοινωνίας, μέσα από την κοινωνική επανάσταση, η οποία, σε αντιδιαστολή με την πολιτική, δεν επιζητά την επανασύσταση και επαναδημιουργία του κράτους και τους θεσμούς του.

Αντίθετα με την πολιτική επανάσταση ή τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις – και εννοούμε πολιτική, τη διαχείριση του συστήματος της ανισότητας και της κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα – η κοινωνική επανάσταση σε όλα τα επίπεδα, είναι η αναγκαία συνθήκη για να αποκτήσει η πολιτική την πραγματική της σημασία. Να περάσει, δηλαδή,  στα χέρια των πολιτών η διεύθυνση  και η διαχείριση  τον λειτουργιών της πόλης, της κοινότητας, της εργασίας  και της συλλογικής δημόσιας  ζωής.

Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από αλλοτριωμένες κοινωνικές ταξικές σχέσεις που επιβάλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της «νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, διευθυντή και διευθυνόμενου, κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Μια κοινωνία διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και πλούτου, μεταξύ αυτών που δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη, γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.

4.  Σκιαγραφώντας το υποκείμενο της σημερινής εποχής

Από αυτή την πλευρά, οι υπάλληλοι, οι τεχνικοί, οι μαθητές- φοιτητές χωρίς προοπτική  και οι λούμπεν (τα κατώτερα στρώματα του συστήματος),  μπορεί να έχουν την ίδια αντιληπτική στάση της κατάστασης τους , να είναι διαθέσιμοι για αγώνες  όπως και οι εργάτες. Η ενότητα των «λούμπεν» και των «μηχανικών», η σύγχρονη περιθωριακότητα «των φοιτητών χωρίς διπλώματα και των πτυχιούχων χωρίς δουλειά», οι περιθωριοποιημένοι μικρό συνταξιούχοι, οι προλεταριοποιημένοι μικροί αγρότες, ακόμα και οι μετανάστες μπορεί να βρεθούν και να είναι κάποια στιγμή διαθέσιμοι.

Ενάντια σε μια διαταξική αντίληψη στιρνερικού δεξιόστροφου λόγου που αναπαράγεται τον τελευταίο καιρό στον ελλαδικό αναρχικό χώρο, εμείς προτείνουμε το παρακάτω περίγραμμα που λίγο ως πολύ ισχύει και για την ελληνική κοινωνία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στις σημερινές συνθήκες δε χρειάζεται μια νέα πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση των  κοινωνικών συνθηκών που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, όπου εννοείτε ότι μέσα σε αυτές ζούμε και αγωνιζόμαστε.   Άλλωστε κάνοντας μια κοινωνική χαρτογράφηση του αναρχικού κινήματος  τη χώρα μας θα δούμε ότι σε μικρογραφία  από αυτές τις τάξις και υπό κατηγορίες αντλούν διαθεσιμότητα οι αναρχικές ιδέες. (*)

Η διαφορά εμάς των δρώντων αναρχικών με την υπόλοιπη καταπιεσμένη κοινωνία (δηλαδή πάνω από το 80 τις εκατό του πληθυσμού), έγκειται  στο ότι εμείς βρισκόμαστε σε άλλους χρόνους εξεγερτικούς- επαναστατικούς ενώ αυτή όχι. Ένα μεγάλο μέρος του  αγώνας μάς επικεντρώνεται και πρέπει στον σινχρονισμό με την καταπιεσμένη κοινωνία όχι προς την μεριά της αδράνειας αλλά προς την μεριά μας της κοινωνικής επανάστασης .  Ώμος όταν δεν συμβαίνει αυτό βρίζουμε τους καταπιεσμένους – εκμεταλλευομένους υπεκφεύγοντας και παρακάμπτοντας την δική μας ευθύνη  και αδυναμία να προτείνουμε κοινωνικά προγράμματα και συνεκτικές κοινωνικές  δομές,  έτσι ανυψωνόμαστε πάνω από την τάξη μας αποκτώντας μια ελιτίστικη αριστοκρατική νοοτροπία.

Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετη με αυτή την νοοτροπία, είμαστε σάρκα από την σάρκα αυτής της καταπιεσμένης εκμεταλλευομένης κοινωνίας και ότι πάθη αυτή θα πάθουμε και εμείς, κλίνοντας τη παράγραφο  θα αναφερθούμε σε μια σοφή ρύση ενός συντρόφου και ο νοών νοείτω,  « Πιο εύκολα πεθαίνεις για της ιδέες σου παρά ζώντας με αυτές » .

Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ανακαλύπτουμε πάλι ορισμένες κριτικές και δράσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό οικονομισμό (τραίηντ-γιούνιονς) και κορπορατιβισμό,  κριτικές ενάντια στις δομές κυριαρχίας, στην πατριαρχική  οικογένεια και την καθημερινή ζωή. Επιπλέον, ορισμένες μορφές αγώνα που κατατείνουν να αυτονομηθούν και να αυτοοργανωθούν έξω από το κατεστημένο συστημικό συνδικαλιστικό πλαίσιο,  όπως και αρκετοί κοινωνικοί αγώνες έξω από την πολιτική διαμεσολάβηση, αλλά και  το σαμποτάζ και ορισμένες μορφές άμυνας, περισσότερο ή λιγότερο παράνομες, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.

5. Αυθορμητισμός και οργάνωση

Οπωσδήποτε, η αντίθεση ανάμεσα στην τάση για οργάνωση και τη μη οργάνωση, ανάμεσα στον αυθορμητισμό, την αυτοθέσμιση και τη θεσμοποίηση, ανάμεσα στο συγκεντρωτισμό και την ετερονομία  την αποκέντρωση και την αυτονομία, είναι εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα, στην ταξική κοινωνία, όπως και η μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Είναι αλήθεια αυτό που γράφει ο Μάτικ: “ Όσο θα διαιωνίζονται η ταξική κοινωνία και οι προσπάθειες για την καταστροφή της, θα υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση και τον αυθορμητισμό’’.

Με αυτή την συλλογιστική  θέλουμε να καταδείξουμε τα διάφορα επίπεδα με βάση τα οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα της οργάνωσης. Γιατί αλλά ζητήματα θέτει κατά την γνώμη μας η οργάνωση και ο αυθορμητισμός των μαζών ειδικά κατά την εξεγερτική ή επαναστατική διαδικασία, άλλα η ειδική οργάνωση των επαναστατών και εντελώς άλλα πάλι, η εφικτή οργάνωση μιας κοινωνίας χωρίς κυριαρχία και εκμετάλλευση. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι βρισκόμαστε σε επαναστατική περίοδο, αλλά δεν είναι κακό να λαμβάνουμε υπόψη μας μερικούς παράγοντες.

  Όπως έχει δείξει η κοινωνική ιστορία (την οποία πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, αν δεν θέλουμε να μας κλείνει πονηρά το μάτι), είναι ότι στα πλαίσια μιας επανάστασης, η σχέση μεταξύ προγράμματος και πράξης (εξέγερση) παίρνει δραματική οξύτητα.

Εκεί συναντώνται:

α. Η παλιά κοινωνία, μια κοινωνία που πεθαίνει αλλά ανθίσταται.

β. Ο αυθορμητισμός των μαζών που επιζητά την οργάνωση μιας νέας κοινωνίας.

γ. Οι επαναστάτες, αυτοί που έχουν μελετήσει και επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα μέσα στα σκοτάδια των διώξεων, μέσα από τις ρωγμές του παλιού κόσμου.

      Είναι φανερό ότι από αυτήν την άποψη, δύο είναι τα σημαντικά προβλήματα που εμφανίζονται συνεχώς  κατά την κοινωνική επαναστατική διαδικασία :

α. Το ένα αναφέρεται στη δυνατότητα ύπαρξης μιας κοινωνίας χωρίς καταναγκασμούς, μιας κοινωνικής οργάνωσης, μιας αυτοθέσμισης της κοινωνικής ζωής που θα βασίζεται στην αυτονομία των ατόμων και των κοινοτήτων. Εν προκειμένω μιας αντιεξουσιαστικής  οργάνωσης της κοινωνίας ως ένα όλον.

β. Το άλλο αναφέρεται στη σχέση που πρέπει να εδραιωθεί στο εσωτερικό της υπάρχουσας κοινωνίας, μιας ταξικής, ιεραρχικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας, ανάμεσα στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων που “πρέπει” να κάνουν την επανάσταση  και τη μειοψηφία των επαναστατών  που ‘’θέλουν’’ να την κάνουν.  Ανάμεσα σ΄ αυτά τα προβλήματα που περιγράψαμε σχηματικά, εμφανίζονται και τα προβλήματα που αναφέρονται στη συνείδηση   της κατάστασης και στο πρόγραμμα για την αλλαγή.

 Ως προς το πρώτο, είναι πια γνωστό ότι οι αναρχικοί επιμένουν πως υπάρχει η δυνατότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης χωρίς κυριαρχία και ιεραρχία η οποία θα βασίζεται στις ελεύθερες συμφωνίες μεταξύ των ανθρώπων και στην κοινωνική αλληλεγγύη. Η οργάνωση της ελευθεριακής κοινωνίας είναι ο βασικός πυρήνας της αναρχικής θεωρίας, όπως και η ιδέα ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει εδώ και τώρα, στο παρόν της καθημερινής ζωής και όχι σε ένα υποθετικό μέλλον όπου, χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, θα καταλήξουμε στην εξαφάνιση των τάξεων και στο μαρασμό του κράτους.

Πράγμα που σημαίνει – και αυτό αναφέρεται στο δεύτερο πρόβλημα που τέθηκε προηγουμένως –  ότι στο εσωτερικό  της πάλης των τάξεων (με τη σημερινή ευρύτερη έννοια), έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα στο  σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και σε συνάρτηση με ένα αντιεξουσιαστικό επαναστατικό πρόγραμμα, η θεωρητική και πρακτική κριτική των σχέσεων εξουσίας (κυριαρχίας) θα πρέπει να γίνεται τόσο με βάση τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εφικτή οργάνωση των αναρχικών, όσο και με βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και την μειοψηφία στο εσωτερικό των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα.

  “Πρέπει να απαλλαγούμε από το αστικό  ρομαντισμό. Θέλω να πω: να δούμε τις μάζες  σε προοπτική. Δεν υπάρχει ο ομοιογενής λαός αλλά το πλήθος των ανθρώπων που διαφέρουν μεταξύ τους, που είναι χωρισμένοι σε κατηγορίες. Δεν υπάρχει η επαναστατική θέληση των μαζών αλλά επαναστατικές στιγμές κατά τις οποίες οι μάζες λειτουργούν ως κινητήριος μοχλός’’, γράφει πολύ σωστά από το 1925 κιόλας ο Καμίλο Μπερνέρι. Πώς να οργανωθούμε – ή να μην οργανωθούμε – λοιπόν; Να περιμένουμε πότε θα φτάσει η επαναστατική στιγμή; Να θεωρήσουμε ως συνώνυμα τον αυθορμητισμό της μάζας και την αυτονομία της;

Είναι σαφές ότι για τους αναρχικούς η συνείδηση δεν είναι “εξωγενής” ως προς την τάξη. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοποριακή ομάδα που πρέπει να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το προλεταριάτο. Ωστόσο, η συνείδηση αυτή δεν είναι ούτε “ενδογενής”. Είναι αποτέλεσμα της επαναστατικής διαδικασίας. Είναι η επεξεργασία του προγράμματος από μέρους των διαφορετικών  επαναστατικών ομάδων οι οποίες, σε συνάρτηση με την επιμέρους συνείδηση που έχουν για τη διαδικασία, αγωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας. Αυτή η επιμέρους συνείδηση εκφράζεται με τις ιδέες, τις ιδεολογίες, τις θεωρητικές αντιλήψεις. Χάρη σε αυτές συναντώνται, έρχονται σε επαφή, οργανώνονται οι επαναστάτες και όχι μόνο σε σχέση με την ταξική τους θέση. Αλλά, όπως επεσήμανε ο Μπακούνιν, “οι ιδέες μπορούν να επιδράσουν μόνο πάνω στα άτομα. Οι μάζες παραμένουν αδιάφορες ή εχθρικές εφόσον οι ιδέες τους δεν συναντώνται και δεν συνδέονται με τα ίδια τους τα ένστικτα, με τη μοιραία κίνηση που τους επιβάλλεται από την οικονομική τους κατάσταση”.

Ειδικότερα στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε δευτερόλεπτο από τα μαζικά μέσα αποβλάκωσης, και η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε άλογες πρακτικές. Αυτό που χρειάζεται είναι η ανασυγκρότηση των επαναστατικών εννοιών ενάντια στην ασυναρτησία, ιδιαίτερα τώρα που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα  κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως “δημιουργικό καταστροφισμό”.

Η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι  μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας στο «Η Κατασκευή Υπηκόων» ότι: «όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του…».

Αλλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών που προάγουν αναπαράγουν οι απολογητές (θεραπαινίδες) του συστήματος, είναι ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας, εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο «Ο Πόλεμος των Ορισμών» ότι: «… Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής… έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται…»

Σίγουρα το ζήτημα της οργάνωσης δεν είναι εννοιολογικό, από την άλλη θα επαναλάβουμε με  έναν κουραστικό τρόπο ότι η οργάνωση δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Είμαστε της άποψης ότι καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όμως μπορούμε να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και συνοχή το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε.  Γνωρίζουμε  ότι για να περάσουμε σε μια σοβαρή διαδικασία αμφισβήτησης και ανατροπής των αφεντικών και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος,  πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.

Για τους αναρχικούς, πτυχή αυτής της διαδικασίας και προωθητική για αυτή τη διαδικασία, είναι η επεξεργασία  προγράμματος από μέρους των διαφορετικών αναρχικών ομάδων, οι οποίες, σε συνάρτηση με την επί μέρους συνείδηση που έχουν για την διαδικασία, αγωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας. Αυτή η επί μέρους συνείδηση εκφράζεται με τις ιδέες, και τις θεωρητικές αντιλήψεις. Όμως, χωρίς κοινή στόχευση και συλλογική δράση, χωρίς συνεκτικότητα λόγου, αλλά και μέσων και σκοπών, οι αγώνες των αναρχικών οι οποίοι αναπτύσσονται, δύσκολα μπορούν να ξεφύγουν από τη μερικότητα  την αποσπασματικότητα και την ασυνέχεια με λίγα λόγια απέχουμε πολύ ακόμα από το να μιλάμε με όρους κινήματος .

Ως αναρχικό  κίνημα θεωρούμε ένα εκτεταμένο  σύνολο δίκτυο  ανθρώπων που δρα συλλογικά μέσα στην κοινωνία, έχοντας ως στόχο, μέσα από κοινές θέσεις, περιεχόμενα και αξίες, την υπέρβαση του εκμεταλλευτικού – εξουσιαστικού συστήματος, θέλοντας να οργανώσει την κοινωνική ζωή από «κάτω» προς τα «πάνω», χωρίς εκμετάλλευση, ιεραρχία  και καταπίεση από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Από τη στιγμή που ένα μέρος του κινήματός μας παύει  να είναι κολλημένο επίμονα στην ιδεολογία της αδιαρθρωσίας, της μερικότητας, της αποσπασματικότητας της ασυνέχειας  και του ατομιστικού αφορμαλισμού θα είναι έτοιμο και ώριμο  να αναπτύξει  εκείνες τις μορφές οργάνωσης που θα ταιριάζουν καλύτερα στην αναρχική, ελευθεριακή  λειτουργία του. Δυστυχώς, στην εποχή του μη αυτονόητου και της σύγχυσης,  είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για την «κοινωνική αναρχία», λες και δεν είναι. Εδώ χρειάζεται να διευκρινίσουμε κάτι. Εμείς θεωρούμε την άμεση δημοκρατία σαν ιδιοσυστατικό της αναρχίας, αλλά ακόμη και η  περιεκτική είναι πιο  κοντά με τις αναρχικές, ελευθεριακές αρχές με την  έννοια της Μπακουνικής κληρονομιάς, παρά με αυτό το νιχιλικό, στιρνερικό συνοθύλευμα αρνητικών θελήσεων που θέλει να αποκαλείται τυχοδιωκτικά  αναρχικό. Η άμεση δημοκρατία είναι το οξυγόνο και η  γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση, το καύσιμο της αναρχίας, ενώ οι οργανώσεις, συλλογικότητες και λοιπές συσσωματώσεις μας  είναι οχήματα προς την ελευθεριακή κοινωνία.

Οι οργανώσεις μας  πρέπει να είναι συλλογικές οντότητες – ζωτικότητες και προπάντων αντιθεσμίσεις, στις οποίες η αναρχία σαν κοινωνική δυνατότητα βιώνεται προς τα μέσα και  επιβεβαιώνεται προς τα έξω  (όσο γίνεται) σε μικρογραφία, γι΄ αυτό δεν πρέπει να  συγχέουμε την αναρχική οργάνωση ούτε με την  παρέα (παρεϊσμός)  ούτε με τον  λειτουργισμό. Οι οργανώσεις μας,  δεν είναι λειτουργικά εργαλεία σαν των εξουσιαστών όπου ένα πεφωτισμένο διευθυντήριο τις χρησιμοποιεί   για να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία και το κράτος.

 Μερικές από τις «παραδοσιακές» παλιές τεχνικές θα αποδειχτούν χρήσιμες αν και όχι τέλειες. Άλλες πάλι θα μας βοηθήσουν να δούμε τι δεν πρέπει να κάνουμε για να φτάσουμε σ’ ορισμένους στόχους με τις λιγότερες «θυσίες» για τα άτομα  και το κίνημα, επιπλέον θα μπορέσουμε να αποφύγουμε την αναπαραγωγή στην εσωτερική μας συγκρότηση  αλλοτριωμένων  συμπεριφορών και τάσεων του κυρίαρχου συστήματος, δηλαδή του καπιταλισμού.

Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι η συνειδητοποίηση και η προσπάθεια εξάλειψης μιας σημαντικής  αντίφασης που υφίσταται εντός του κινήματος και που  για μας τους αναρχικούς, παίρνει πολλές φορές οριακές διαστάσεις.  Το δέον είναι, εφόσον την αναγνωρίζουμε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για την άρση της. Το μη δέον είναι το να την αγνοούμε, αλλά και όταν παραδεχόμαστε την ύπαρξη της να μην είμαστε διατεθειμένοι να πράξουμε για την υπέρβασή της.

Ενώ κατανοούμε ότι κουβαλάμε συνήθειες και αντιλήψεις του κόσμου που ζούμε (αλλά και θέλουμε να αλλάξουμε), γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ατομικές και συλλογικές ανεπάρκειες (κανείς τέλειος, όχι με την θρησκευτική έννοια ούτε με την φιλοσοφική τελεολογία), πολλές φορές αναπαράγουμε αυτόν τον κόσμο στο εσωτερικό μας, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αυτό καταντάει την αναρχία αναξιόπιστη και χιμαιρική επιβεβαιώνοντας αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατες οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων χωρίς ιεραρχία και κυριαρχία.

Το μη δέον είναι, ότι ξέροντας  πως από το κέλυφος της παλιάς κοινωνίας θα γεννηθεί η νέα, εντούτοις δε βρίσκουμε εκείνες τις διαδικασίες και τα συλλογικά εκείνα εργαλεία  για να αποτρέπουμε την αναπαραγωγή αυτών των παλιών συνηθειών στις μεταξύ μας σχέσεις (ιδιαίτερα όταν οι παλιές συνήθειες αναπαράγονται με την μορφή της «άτυπης ιεραρχίας» και των  αόρατων διευθυντηρίων λήψης αποφάσεων που είναι δύσκολο λόγω του ότι είναι «αόρατα» να ελεγχθούν και να εξαλειφθούν).

Το δέον είναι, το να παλεύουμε να ξεπεραστεί, όσο είναι δυνατόν, η συνείδηση της ιεραρχίας-κυριαρχίας και των διακρίσεων-προνομίων μεταξύ των ανθρώπων (ιδιαίτερα στον τρόπο που παίρνουμε και υλοποιούμε τις συλλογικές μας αποφάσεις) και το να μη φοβόμαστε να πειραματιστούμε με νέες πρακτικές, ενάντια στη δύναμη της συνήθειας που παράγει συντηρητισμό.

Θα αφήσουμε κατά μέρος τους ισχυρισμούς ότι «οποιαδήποτε οργάνωση οδηγεί αναπόφευκτα στην ολιγαρχία»  και ότι η ατομικότητα είναι το παν,  (αυτή είναι μια κατάσταση που ταιριάζει καλύτερα στη ζωή της αρκούδας). Στην ανθρώπινη διάσταση δε χρειάζεται να αποδεικνύουμε το αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας, στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ισότητας. Η αναρχία αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο μέσα από τον δισυπόστατο χαρακτήρα του: από τη μια, ο ατομικός-ιδιωτικός και από την άλλη, ο συλλογικός-δημόσιος που πρέπει να εκπληρώνονται και οι δύο και ο ένας να μην ζει εις βάρος του άλλου. Δεν μπορεί να υπάρχει  ατομικότητα χωρίς  κοινωνικότητα  και  κοινωνικότητα χωρίς ατομικότητα.  Γιατί το να μιλάει κανείς για το άτομο ως διαχωρισμένο από τις κοινωνικές του ρίζες και τις κοινωνικές του περιπλοκές είναι τόσο κενό νοήματος, όσο το να μιλάει  κανείς για μια ζωή χωρίς οξυγόνο, για μια κοινωνία άδεια από ανθρώπους άρα και θεσμούς. Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπου πραγματοποιείται μέσω των σχέσεων του με τους άλλους ανθρώπους δηλαδή μέσω της κοινωνίας, γι΄ αυτό ο «νόμος της κοινωνικής αλλαγής είναι ο καλύτερος ανθρώπινος νόμoς». Μ. Μπακούνιν

 Γι αυτό οσο εμείς οι αναρχικοί δεν προτείνουμε μια άλλη εφικτή οργάνωση της κοινωνίας (όχι με την μορφή του σχεδιασμού αλλά με την μορφή της υπέρβασης του υπάρχοντος), όσο εμείς οι αναρχικοί δεν διάγουμε ένα βίο όσο το δυνατόν κοντά στις αρχές μας, αλλά και με το παράδειγμα μας σαν στάση ζωής (άλλωστε για να αλλάξουμε τον κόσμο χρειάζεται πρώτα να αλλάξουμε τους εαυτούς μας) τόσο θα διαιωνίζεται στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων-εκμεταλλευομένων της σημερινής εποχής,  ο ιστορικός ρόλος  της οργάνωσης του καπιταλισμού, το  σύγχρονο εθνικό ή διεθνοποιημένο κράτος, η ιεραρχία και η κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα που απορρέουν από αυτό.

 Ας έρθουμε τώρα  σε ένα άλλο ζήτημα όχι δευτερευούσης σημασίας, την  κοινωνική απεύθυνση,  το πώς παρουσιαζόμαστε, το  «προς τα έξω» στην επαφή μας με τις καταπιεσμένες – εκμεταλλευόμενες τάξεις της σημερινής εποχής (ενώ  σωστά καταδικάζουμε τη πολιτική διαμεσολάβηση).   Θέλει προσοχή για να μην μεταβληθεί – εκ των περιστάσεων –  ο αγώνας μας και οι δράσεις μας ως η διαμεσολάβηση του κοινωνικού αγώνα. Επιλέγοντας να μιλάμε πάντα σε πρώτο πρόσωπο στην απεύθυνση μας προς στους εξουσιαζόμενους – εκμεταλλευόμενους, δηλαδή σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα  κοινωνία, είμαστε πρώτα και κύρια εμείς οι ίδιοι εκμεταλλευόμενοι – εξουσιαζόμενοι, γι΄αυτό δεν είμαστε «πεφωτισμένες» πρωτοπορίες, ενώ  είναι έξω από τον αξιακό μας κόσμο το αξίωμα  «όποιος δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερος θα αναγκαστεί να ζήσει ελεύθερος».

Με λίγα λόγια ή θα απαλλαγούμε όλοι μαζί από την μιζέρια της οικονομικής εκμετάλλευσης, την εξουσία  και τη λεηλασία της φύσης ή που δε θα απαλλαγούμε. Παραφράζοντας το παλιό σύνθημα «Η χειραφέτηση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών», που ήταν, είναι και θα είναι σύνθημα μας,   δεν πρέπει να ξεχνάμε το  ότι η «Η χειραφέτηση της κοινωνίας  πρέπει να είναι έργο της ίδιας της  κοινωνίας». Το πώς και πότε θα συμβεί αυτή η χειραφέτηση είναι ένα «στοίχημα» που τίθεται από την εκάστοτε γενιά επαναστατών εδώ και πάνω από διακόσια χρόνια.

 Κάνοντας μια φανταστική υπόθεση: Αν αύριο ξέσπαγε μια επανάσταση και δεν είχε διαμορφωθεί μια αρκετά διευρυμένη αντι κρατική, αντι ιεραρχική, αντι καπιταλιστική προταγματική συνείδηση, ένας υπολογίσιμος συσχετισμός δύναμης, μια πλειοψηφούσα  κοινωνική δυναμική,  πάλι κράτος, ιεραρχία και καπιταλισμός θα δημιουργηθεί..(αυτό μην εξηγηθεί ως εναντίωση στην αντίσταση ή στην εξέγερση).

  Ο σύντροφος Α. Πάπι γράφει σχετικά: «Οι εξεγέρσεις και οι διάφορες μορφές της επανάστασης με κανέναν τρόπο δεν είναι μια δική μας ιδιαιτερότητα, δεν είναι αυτό που μας διακρίνει. Οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων, των ισλαμιστών, μέχρι και των φασιστών, εφόσον καταπιέζονται και εμποδίζονται να εκφραστούν, τείνουν να εξεγείρονται, προκειμένου ν’ απελευθερωθούν απ’ ότι τους καταπιέζει.

  Αλλά η εξέγερση τους και, εφόσον υπάρξει, η επανάστασή τους, έχουν μια γεύση καθ΄όλα διαφορετική από τη δική μας. Αναμφιβόλως αντίθετη. Αυτοί, με ιδεολογικές αιτιολογήσεις και ιδανικά διαφορετικά μεταξύ τους, θέλουν την εγκαθίδρυση μιας νέας ισχυρής εξουσίας, απόλυτης, ολοκληρωτικής και θεοκρατικής.  Εξεγείρονται απέναντι στην υπάρχουσα εξουσία επειδή θέλουν να μπουν στη θέση της και να κυριαρχήσουν πάνω στους ανθρώπους.

     Εμείς, όταν καταφέρουμε να εξεγερθούμε, αντιθέτως, θα θέλουμε να γκρεμίσουμε όχι μόνο την υπάρχουσα εξουσία, αλλά και κάθε άλλη μορφή κυριαρχίας, γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην απουσία ιεραρχίας και κυρίαρχης εξουσίας. Δεν παρουσιαζόμαστε ως εκ τούτου σαν εξεγερτικοί, αλλά κυρίως ως φανατικοί εραστές της ελευθερίας, όλης της δυνατής ελευθερίας, της αυτο-κυβέρνησης, της θέλησης να μην μας κυβερνούν από τα πάνω και να ζούμε και να συμβιώνουμε με τους άλλους χωρίς βίαιη επιβολή, με αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα και τη μέγιστη συναινετική συμφωνία…»

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, όπως ο Λαντάουερ, ότι πρέπει να οργανωθούμε όχι στα πλαίσια του κράτους αλλά έξω απ’ αυτό, χωρίς κράτος –παράλληλα προς το κράτος. Οφείλουμε να συνειδητοποιή­σουμε ότι η πραγμάτωση των ιδεών, της οργάνωσης και του πάθους για την αναρχία, είναι, και ανέκαθεν υπήρξε, επίκαιρη, υπάρχοντας παράλληλα προς το κράτος… Πρέπει να γίνει συνείδηση στον καθένα ότι εμείς είμαστε το «κράτος» και θα συνεχίσουμε να είμαστε μέχρι να δημιουργήσουμε τους θεσμούς τις κοινωνικές, αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις εκείνες που θα συνθέτουν μια δίκαιη α-κρατική κοινωνία.

Ο Λαντάουερ γράφει: «Το κράτος είναι μια κατάσταση, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ανθρώπων, ένας τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς· το καταστρέφουμε συνάπτοντας άλλες σχέσεις, συμπεριφερόμενοι διαφορετικά. Οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλον στα πλαίσια μιας «στατικής» σχέσης που καθιστά ανα­γκαίο το καθεστώς του κρατικού καταναγκασμού και αντιπρο­σωπεύεται από αυτό και μέσα σε αυτό. Συνεπώς, το καθεστώς μπορεί να ξεπεραστεί μόνο στον βαθμό που αυτή η σχέση μεταξύ των ανθρώπων θα αντικατασταθεί από κάποια άλλη.

Αυτή η άλλη σχέση είναι οι Άνθρωποι. Είναι ένας δεσμός μεταξύ των ανθρώπων που ήδη υπάρχει, μόνο που δεν έχει ακόμη αποκτήσει σάρκα και οστά, δεν έχει ακόμη εξελιχθεί σε ανώτερο οργανισμό. Στον βαθμό που οι άνθρωποι, βάσει της προόδου της παραγωγής και της διανομής, ανακαλύπτουν ότι πλησιάζουν ο ένας τον άλλον ως άνθρωποι και αναπτύσσονται μαζί σαν ένας οργανισμός με αναρίθμητα όργανα και μέλη, ο σοσιαλισμός, που τώρα ζει μόνο στον νου και στις επιθυμίες μοναχικών, ατομικοποιημένων ανθρώπων, θα γίνει πραγματικό­τητα όχι μέσα στο κράτος αλλά έξω απ’ αυτό, χωρίς το κράτος, και αυτό σημαίνει παράλληλα προς το κράτος. Το ότι «οι άνθρωποι βρίσκονται μαζί», δεν σημαίνει ότι γεννιέται κάτι και­νούργιο, αλλά ότι αποκτά σάρκα και οστά και ανα-συστήνεται κάτι που υπήρχε πάντα –η κοινότητα, που στην πραγματικότητα υπάρχει παράλληλα προς το κράτος, αν και θαμμένη και αφη­μένη στην τύχη της.

Κάποια μέρα θα καταλάβουν όλοι ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια εντελώς καινούργια επινόηση, αλλά η ανακάλυψη ενός πράγματος που υπήρχε πάντοτε, ενός πράγμα­τος που αναπτύχθηκε. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η υλοποίηση του σοσιαλισμού είναι πάντα εφικτή, αν την επιθυμεί ένας ικα­νός αριθμός ανθρώπων. Η υλοποίησή του δεν εξαρτάται από το επίπεδο της τεχνολογίας, αν και όταν ο σοσιαλισμός γίνει πράξη, θα είναι φυσικά διαφορετικός, θα ξεκινήσει και θα εξελιχθεί διαφορετικά, σύμφωνα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας· εξαρ­τάται από τους ανθρώπους και την διάθεσή τους. Ο σοσιαλισμός κάθε εποχή είναι και εφικτός και ανέφικτος. Είναι εφικτός όταν υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι που να τον θέλουν και να τον πραγματοποιήσουν, και ανέφικτος όταν οι άνθρωποι είτε δεν τον θέλουν ή απλώς φαντάζονται ότι τον θέλουν, δεν είναι όμως ικα­νοί να τον πραγματοποιήσουν…».

Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη  θέση βάσει της όποιας μόνον ελευθεριακά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή  κομουνιστική κοινωνία. Αυτή είναι  και ή σημασία της άποψης του Μπακούνιν (ή όποια θεωρήθηκε σαν ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε  ότι «η ελευθερία μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία».

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το αναρχικό – αντιεξουσιαστικό κίνημα πρέπει να είναι ένας μικρόκοσμος της νέας κοινωνίας, ή οποία, τοιουτοτρόπως, έρχεται στο φως «δημιουργημένη μέσα στο κέλυφος της παλιάς». Ή νέα ανθρωπότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί για να ζήσει σε μια κοινότητα χωρίς κυριαρχία, εάν καθοδηγείται από μία επαναστατική ελίτ. (κάτοχο του μυστικού της φύσης του  επαναστατικού κινήματος), ή εάν οι δομές των επαναστατικών οργανώσεων είναι διαμορφωμένες με βάση τα μοντέλα των ιεραρχημένων οργανώσεων της αστικής κοινωνίας. Οι επαναστατικές δομές πρέπει, αντιθέτως, να εμπεριέχουν την ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης, της υπευθυνότητας, της αυτοδιεύθυνσης και της ελεύθερης δραστηριότητας.   Ή  νέα ανθρωπότητα όταν και εφόσον θελήσει να λέγετε νέα πρέπει να δημιουργηθεί  όχι διά μέσου μιας νέας κατάκτησης της εξουσίας, αλλά με τη δημιουργία νέου τύπων ανθρωπίνων κοινωνικών  σχέσεων.

Ένα ακόμα ζήτημα υπαρξιακής φύσης είναι η ταύτιση που γίνεται -αν και είναι ανθρώπινο και κατανοητό-  όταν συνδέουμε τον ατομικό βιολογικό μας κύκλο με την ελευθεριακή,   κοινωνική  προοπτική. Είναι ότι αύριο θέλουμε να γίνει η αναρχία. Απογοητεύονται σύντομα και πολλοί σταματούν την ενεργό δράση λόγω ανυπομονησίας και απογοήτευσης . Δεν καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ο τοίχος της κοινωνικής αδράνειας και κύρια του φόβου. Αν πέσουμε επάνω του με 150  χιλιόμετρα είναι σίγουρο πως θα γίνουμε χαλκομανία. Ενώ μπορούμε με το καλέμι σιγά να τον υποσκάπτουμε   για να πέσει.  Οι αναρχικοί μόνο έτσι μπορούν να δράσουν. Δηλαδή, σαν συνεργεία κατεδάφισης αυτού του τοίχου,  σαν ωθητήρες αντίστασης και ανατροπής.

Μπορούμε να δρούμε ενώ παράλληλα να δημιουργούμε ανθρώπινες συσσωματώσεις (συλλογικότητες), κύρια ζωτικού και βιοτικού χαρακτήρα και όχι μόνο  λειτουργικoύ. Το ιδανικότερο είναι όσο προσπαθούμε και αγωνιζόμαστε για την κοινωνική επανάσταση μέσα από εξεγερτικές φάσεις να δημιουργούμε και να ζούμε  την αντικοινωνία μας, όχι σαν εσώκλειστοι καλόγεροι, και βέβαια  ανεξάρτητα από το πότε θα γίνει αυτή η επανάσταση.

Σήμερα, οι περισσότερες συλλογικότητες αποτελούμενες από νεαρούς συντρόφους -αυτό δεν είναι κατ΄ ανάγκη περιοριστικό- είναι σαν τον άνεμο. Σήμερα υπάρχουν, αύριο όχι. Έτσι όμως, δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά αποτελεσματικός ο κοινωνικός απελευθερωτικός αγώνας, ο οποίος προϋποθέτει συνέχεια, συνέπεια, επιμονή,  υπομονή και προπάντων οραματικό πρόταγμα. Αλλά, ακόμα και όταν δημιουργείται μια αντιεξουσιαστικη συλλογικότητα, όσο μικρή και ασήμαντη και αν φαίνεται, όσο βραχύβια και να είναι, για μας είναι ένα σπουδαίο γεγονός αφού έστω και για λίγο καταφέρνουν αυτοί οι άνθρωποι να ζήσουν, να  πάρουν αποφάσεις και να δράσουν απαλλαγμένοι στο εσωτερικό τους από τον κρετινισμό της ιεραρχίας  της ανάθεσης και της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο.

Περισσότερο από όλα, θα πρέπει να πειραματιστούμε με διάφορα είδη αντί ιεραρχικής   δομής και να αναπτύξουμε μια ποικιλία τεχνικών για χρήση σε διαφορετικές περιπτώσεις, αναγνωρίζοντας ότι  χρειάζονται και νέες ιδέες για το ζήτημα της οργάνωσης. Αλλά, πριν προχωρήσουμε στον έξυπνο πειραματισμό, είναι χρήσιμο  να δεχτούμε την ιδέα πως δεν υπάρχει κανένα έμφυτο κακό στην ίδια την έννοια της  δομής – παρά μονάχα στην υπερβολική χρήση της – είναι χρήσιμο όμως να καταλάβουμε ότι οι ομάδες και οι διαδικασίες στις  συνελεύσεις τους  χρειάζεται να διέπονται από μια «αναρχική  τυπικότητα».

Όχι μόνο γιατί πολλές φορές  «ο τύπος κάνει την ουσία» αλλά και γιατί έτσι αποφεύγουμε να ολισθήσουμε σε άτυπες ιεραρχίες. Δεν μπορεί  να μετατρέπεται η καθημερινή ζωή σε διαδικασία συνέλευσης γιατί έτσι χάνεται η ουσία της – εκτός του ότι έχουμε ανάγκη και την χαλάρωση – ή από την άλλη να μετατρέπεται η συνέλευση και η δράση σε εικοτολογία και η χαλαρότητά μας να τη μετατρέπει σε ιδιωτική κοινωνία και να χάνουμε την δημόσια σφαίρα.   Όσο ασχολούμαστε με αυτούς τους προβληματισμούς  να έχουμε στο νου μας και μερικές ακόμα αρχές λειτουργίας  που είναι αναγκαίες για ένα  αμεσοδημοκρατικό οριζόντιο – κυκλικό  τρόπο οργάνωσης και δράσης.

 6. Η οριζόντια κυκλική δομή και η αναρχική άμεση δημοκρατία

   Η οργάνωση Ιστός

 «… Αν θέλουμε να επιτελέσουμε κάτι πραγματικά χρήσιμο, η συνεργασία είναι απόλυτα αναγκαία – σήμερα περισσότερο από ποτέ. Αναμφίβολα, η συνένωση πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει την πλήρη αυτονομία των ατόμων που συμμετέχουν και η ομοσπονδία πρέπει να σέβεται αυτή την αυτονομία στην περίπτωση των ομάδων. Καλό θα είναι, όμως, να απορρίψουμε την πεποίθηση ότι η έλλειψη οργάνωσης αποτελεί εγγύηση ελευθερίας. Όλα αποδεικνύουν ότι ισχύει το αντίθετο.  Οι κρίσεις από κάποιες πολεμικές μπορεί να δείχνουν ότι υπάρχουν αναρχικοί που απεχθάνονται κάθε είδους οργάνωση. Αλλά στην πραγματικότητα οι πολλές, πάρα πολλές, συζητήσεις για αυτό το θέμα, ακόμα και όταν κρύβονται από γλωσσικές ερωτήσεις ή φαρμακώνονται από προσωπικά ζητήματα, αφορούν τους τρόπους και όχι την πραγματική αρχή της οργάνωσης. Έτσι συμβαίνει όταν αυτοί οι σύντροφοι, που μοιάζουν οι πιο εχθρικοί προς την οργάνωση, θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι να οργανώνονται όπως και εμείς οι υπόλοιποι και συχνά πιο αποτελεσματικά. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνω, είναι μόνο στους τρόπους … ».  Ερρίκο Μαλατέστα

 Δε φετιχοποιούμε την οργάνωση, η οργάνωση δεν είναι το παν και δεν επιτρέπει να χαθούν ή να κερδιθούν τα πάντα.  Είμαστε της άποψης, ότι  καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όπως  επίσης, ότι όταν μια οργάνωση φτάνει στα όρια της και δεν έχει να δώσει τίποτα πλέον, καλό είναι να διαλύεται για να μην παγώνει στο χρόνο και να γίνεται απολίθωμα. Θα επαναλάβουμε με έναν κουραστικό τρόπο ότι: Οι οργανώσεις μας είναι συλλογικές οντότητες – ζωτικότητες και προπάντων αντιθεσμίσεις, στις οποίες η αναρχία σαν κοινωνική δυνατότητα βιώνεται προς τα μέσα και  επιβεβαιώνεται προς τα έξω  (όσο γίνεται) σε μικρογραφία. Οι οργανώσεις μας,  δεν πρέπει να είναι μόνο λειτουργικά εργαλεία σαν των εξουσιαστών όπου ένα πεφωτισμένο διευθυντήριο τις χρησιμοποιεί   για να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία είτε με τις εκλογές είτε με έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα.  Οργάνωση σημαίνει και οργανισμός (συνασπισμός κυττάρων). Τι παραπάνω από ομοσπονδία κυττάρων είναι ο οργανισμός του ανθρώπου και των άλλων πλασμάτων; Έτσι βλέπουμε την οργάνωση. Σαν μια οργανική  φυσική κατάσταση που δεν είναι στατική .

 Οι οργανώσεις που προτείνουν οι αναρχικοί είναι ζωντανοί οργανισμοί, αντιθεσμίσεις, μια ρωγμή μέσα στον ιστορικό χωρόχρονο της κυριαρχίας. Γι΄αυτό είναι δύσκολο για τους αναρχικούς λόγω του  ότι εναντιώνονται στην πραγματικότητα (δηλαδή το κράτος, την κάθετη υπερδομή), να είναι υποχρεωμένοι να ζουν μέσα σε αυτή την πραγματικότητα και παράλληλα να της εναντιώνονται. Από εδώ προκύπτει πολλές φορές η δυσπιστία για την οργάνωση αλλά και  ο φόβος για πειραματισμό, φόβος για τυχόν λάθη, παραλείψεις και αποτυχημένες προσπάθειες.  Εμείς δεν έχουμε να ακολουθήσουμε καμιά πεπατημένη σε σχέση με τους εξουσιαστές και ιδιαίτερα της αριστεράς που αναπαράγουν τις αστικές  κάθετες δομές (το λενινιστικό «κόμμα νέου τύπου») είτε σε χαλαρή είτε σε σφιχτή μορφή στο εσωτερικό τους.

Η πρόταση μας για την ομοσπονδία (οργάνωση ιστός), θα συζητηθεί πιο αναλυτικά όταν υπάρξουν οι προϋποθέσεις και  φυσικά όταν βρεθούν τα άτομα και οι ομάδες που θα επιδιώξουν κάτι τέτοιο (εμείς εδώ απλώς παραθέτουμε μια πρόταση),  δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε σ΄αυτό που υποστηρίζανε παλιά κάποιοι σύντροφοι: «… η Οργάνωση, θα πρέπει να απορρέει απ΄ την ενότητα ως προς το σκοπό και τη δράση. Απ΄ τις ίδιες τις  ομάδες, που συνενώνονται σιγά – σιγά μέσα από τη δράση, πρέπει να ξεπηδήσει η αναρχική ομοσπονδία κι όχι επειδή θα έχει αποφασιστεί η δημιουργία μιας ομάδας επιφορτισμένης να οργανώσει αυτήν την ομοσπονδία…».

Προς το παρόν περιοριζόμαστε σε ένα δυο πράγματα μόνο. Η ομοσπονδία ιστός,   είναι διεύρυνση της αντιθέσμισης στο χωρόχρονο  και παράλληλα  δίκτυο  και συνασπισμός  δράσης.  Μπορεί επίσης να είναι και ένα  εργαστήριο πειραματισμού του πώς μπορούν να λειτουργήσουν στο σήμερα και στην πράξη οι οριζόντιες κυκλικές αντιιεραρχικές δομές  και αρχές λειτουργίας, όπως  και πολλές από τις αναρχικές αρχές σε ένα διευρυμένο σύνολο ανθρώπων και να επαληθευτούν στην πράξη. Η οργάνωση ιστός είναι ένα ομόκεντρο, παράλληλο και πολυεπίπεδο σύστημα σχέσεων. Το μόνο κέντρο που έχει, είναι η συμφωνία των κοινών αποφάσεων  και η υλοποίησή τους από αυτούς που έχουν συμφωνήσει. Παράλληλα, όπως βλέπετε, υπάρχουν άπειρες διαδρομές προς όλες τις κατευθύνσεις για τη σύναψη των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων των ομάδων και των ατόμων μεταξύ τους.

Δεν υπάρχει το «από κάτω προς τα πάνω», ούτε το «από πάνω προς τα κάτω», αλλά από το κατώτερο στο ανώτερο, από το μοριακό στο πολυσύνθετο, από το μερικό στο ολικό, από το συνειδητό στο αυθόρμητο και το αντίστροφο. Δεν είναι οριζόντιο γιατί είναι κυκλικό. Δεν είναι η οριζοντικοποίηση του κύκλου. Δεν είναι ούτε το πίσω ούτε το μπροστά. Στην οριζόντια σχέση κάποιος είναι στην αρχή, κάποιος είναι στη μέση και κάποιος είναι πιο μπροστά, ενώ στην κυκλική δεν υπάρχει αρχή, μέση ή τέλος. Η γνώση και η εμπειρία διαμοιράζεται προς όλες τις κατευθύνσεις εκ των πραγμάτων.  Παράλληλα, εμπεριέχει το στοιχείο της αλληλοκάλυψης και της αλληλοσυμπλήρωσης. Στρατηγικά, αν καταστραφεί μια διαδρομή υπάρχουν άπειρες άλλες για να πας εκεί ή όπου αλλού θες και δεν είσαι μόνος και εκτεθειμένος. Επίσης, είναι   η οριζόντια κυκλική σχέση αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και στο κράτος, από τον αγώνα για να είναι κανείς άνθρωπος μέσα σε μια ανθρώπινη κοινωνία.

«… Δεν πρέπει να φοβόμαστε να δανειστούμε, οφείλουμε ό­μως να παραμείνουμε αμετακίνητοι στις ιδέες μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε τόπους ελευθεριακού πειραματισμού, όπου θα μπορούμε να ζούμε και να δοκιμάζουμε μορφές αυτοκυβέρνησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, λέγοντας όχι στη διδαχή ενός και μόνο μοντέλου, ναι σε πολλά περισσότερα. Πολυσθενείς, πολυκεντρικοί και άκεντροι τόποι, χωρίς ιεραρχίες και γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους, ικανοί να γεννούν καινοτομίες και πολιτιστικές ανατροπές, να είναι δημιουργικοί και χωρίς προκαταλήψεις, αποτελώντας παραδείγματα για το πώς μπορεί να φτιαχτεί και να υπάρξει μια κοινωνία. Στιγμές συλλογικής αυτοκυβέρνησης, ελευθεριακά κοινωνικά κέντρα, ελευθεριακά σχολεία, ελευθεριακοί δήμοι κοινότητες κλπ , οργανωμένοι από τα κάτω, δυνατότητα για όποιον επιθυμεί να προβεί σε κοινούς πειραματισμούς και οτιδήποτε άλλο έρχεται στο μυαλό που αντιπροσωπεύει και δείχνει την κοινωνία την οποία επιθυμούμε…». Θα αφήσουμε σκόπιμα να αιωρείται το αφηρημένο, ανεπεξέργαστο του θέματος. Όχι γιατί είμαστε πιο έξυπνοι και έχουμε κάποια λύση στο τσεπάκι μας, αλλά για να αφεθεί η φαντασία όλων να οργιάσει και να αυτοσχεδιάσει, άλλωστε στην πράξη και στην καθημερινή ζωή επαληθεύονται η διαψεύδονται όλα.

 7. Ο αναρχικός κομμουνισμός

Οι αναρχικοί έχουν εκπονήσει και εφαρμόσει πολυάριθμα δημιουργικά προγράμματα. Έχουν οργανώσει κοινόβια και «τράπεζες», και έχουν αναπτύξει την αυτοδιεύθυνση στην γεωργία, στο εργοστάσιο, στην κοινότητα και στην ομοσπονδία.

Αναρχικός κομμουνισμός σημαίνει ένα εκτεταμένο δίκτυο ατόμων και ομάδων που παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις, ελέγχουν την ζωή τους και αναπτύσσουν την ατομικότητά τους. Η κοινωνική οργάνωση αυτών των δικτύων έχει την μορφή κομμούνων, συμβουλίων και συνδικάτων, η δε οργάνωση της εργασίας/ζωής είναι αποκεντρωτική, μεταξύ αλληλεπιδρώντων ατόμων τα οποία ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις αυτόνομα και ισότιμα. Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να οικοδομηθεί επί τη βάσει μιας σειράς αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες θα μπορούν ελεύθερα να δημιουργούν ομοσπονδίες και δεσμούς μεταξύ τους.

8. Εν κατακλείδι (και αυτό έχει να κάνει με την προταγματική μας αντίληψη) υποστηρίζουμε  ότι:

Από την αρχαιότητα, ο όρος κομμουνισμός δεν σήμαινε μια μέθοδο αγώνα και πολύ λιγότερο μια συγκεκριμένη μέθοδο συλλογισμού, αλλά ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ολοκληρωτικά ριζοσπαστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, στη βάση της κοινής ιδιοκτησίας του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, της κοινής απόλαυσης των καρπών της κοινής εργασίας από τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς κανείς να μπορεί να οικειοποιείται κάποιο κοινωνικό κεφάλαιο για τον εαυτό του για τα αποκλειστικά του οφέλη και να αποκλείσει ή να βλάψει τους άλλους.  Ο κομμουνισμός πρέπει να συνθέτει την οικονομική-κοινωνική βάση μιας κοινωνίας που έχει μετασχηματιστεί μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας, ενώ η αναρχία  είναι το πολιτικό της αποκορύφωμα.

Ο ελευθεριακός κομμουνισμός είναι η οικονομική-πολιτική διευθέτηση πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση. Η αυτοοργάνωση-αυτοδιεύθυνσης όλης τις δημόσιας σφαίρας, η   άμεση δημοκρατία αναφορικά με τους τρόπους λήψης των αποφάσεων της ελευθερίας  του λόγου του πράττειν του σκέπτεστε και του συνέρχεσθε  βρίσκουν την κορύφωση τους στην αναρχία,(δηλαδή, στην απουσία κάθε  κυβέρνησης από τα πάνω), ενώ  η ελεύθερη και εθελούσια οργάνωση από τα « κάτω προς τα πάνω» των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος να εφαρμοστεί ο κομμουνισμός. Η  μια κατάσταση είναι, κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο, η εγγύηση τις άλλης και αντιστρόφως. Από εδώ και η συγκεκριμένη διατύπωση του Αναρχικού κομμουνισμού ως ιδανικού και ως κίνητρου για αγώνα.

Σημείωσεις:

1) Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι – εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν  ή τον άλλο δρόμο.

   Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκενρωτικές  οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!

Καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεριακη-αντιιεραρχική κοινωνία χωρίς ελευθεριακούς-αντιεξουσιαστές, και καθώς αυτοί δημιουργούνται μόνο από την ορθολογική συζήτηση και κατανόηση των αγώνων, εκείνοι που ήδη αντιπαρατίθενται στο κράτος και την ταξική κυριαρχία οφείλουν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν θετικά και πρακτικά αυτές τις διαδικασίες και τους αγώνες .

    Σ΄ αυτή την κατεύθυνση, είναι αναγκαία η δημιουργία ελευθεριακών συλλογικοτήτων δράσης (συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές κατοίκων, συνεργατικές δράσεις, αυτόνομα συνδικάτα, πολιτιστικά στέκια, εργασιακά συμβούλια, σύλλογοι νέων και φοιτητών, οικολογικές ομάδες και οργανώσεις, οικοκοινότητες,  κτλ), που μπορούν να μετατραπούν σε  όργανα αποδόμησης του κρατικού  και κομματικού ελέγχου και ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση.

   Αυτά τα όργανα αποδόμησης, σε οριζόντια διασύνδεση, συνεργασία και συντονισμό, τόσο για τα ιδιαιτέρα, τα τοπικά, όσο και για τα γενικότερα προβλήματα και ενδιαφέροντα τους, πρέπει να εμπεριέχουν ξέχωρα από το μερικό και το ολικό ζήτημα ανατροπής, μέσα από τη σύνδεση της καθημερινότητας με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κοινωνία της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της μόλυνσης, σε  μια διαδικασία αναπόσπαστη από την υπόθεση της συνολικής ρήξης και ανατροπής της κεφαλαιο-κρατικής  κοινωνίας.

   Αυτές οι αυτοθεσμίσεις χρειάζεται να δημιουργούν το δικό τους πρότυπο ζωής, τη δική τους «εσωτερική» ζωή με τις δικές τους ανθρώπινες σχέσεις που είναι  ενάντια στην αλλοτρίωση και ενάντια στην  αποξένωση, όπου ο κάθε αγωνιστής, αλλά και ο καθένας καταπιεσμένος άνθρωπος, θα πρέπει να βρίσκει ζεστασιά, κατανόηση, αγάπη, θαλπωρή και αλληλεγγύη. Αυτές οι αυτοθεσμίσεις, αυτοί οι συλλογικοί οργανισμοί μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την «αντι- κοινωνία» μας, το πρόπλασμα για την μετάβαση στην νέα κοινωνική ζωή.

2) Ποιες είναι οι βασικές αρχές της αυτοδιεύθυνσης; Θα τις αναφέρουμε εν συντομία:

Αυτοδιεύθυνση, σημαίνει εξ΄ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.  Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή  νομική κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ανεπίσημες ενώσεις του λαού: από τα συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις  και σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία.

Η Αυτοδιεύθυνση, εξ΄ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες περιλαμβανομένων των τεχνικών, των μη-χανικών, των επιστημόνων, των προγραμματιστών, των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή της κοι-νωνίας. Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές: α) πίστη στη δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια αριστοκρατική τάξη “ανώτερων”  ανθρώπων, β) αυτονομία (αυτοκυβέρνηση), γ) αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίηση).

 Προσθήκες

Α) Περί δημοκρατίας

Η λέξη δημοκρατία αποτελείται από τα συνθετικά ‘δήμος’ (το σύνολο ή η συνέλευση των ανθρώπων που έχουν  ίσα πολιτικά δικαιώματα,  στην “κλασική” Αθήνα ισοδυναμούσε περίπου με τον αριθμό των τριάντα χιλιάδων ελεύθερων πολιτών. Η πλειοψηφία που ήταν  σκλάβοι, γυναίκες και μετοικοι απαγορευόταν να μετέχουν στις αποφάσεις και στην διαχείριση της πόλης)   και ‘κράτος’ (δύναμη, εξουσία, κυριαρχία).  Ενώ στις λέξεις ‘μοναρχία’ και ‘ολιγαρχία’ το δεύτερο συνθετικό ‘άρχω’ σημαίνει ‘κυβερνώ, οδηγώ, κυριαρχώ’. Ο όρος, πάντως, ουσιαστικά δηλώνει το πολίτευμα εκείνο στο οποίο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της συνέλευσης των εχόντων  ίσα πολιτικά δικαιώματα. Ήταν μια μορφή ελλιπούς, μισής, ταξικής πολιτειακής συγκρότησης, μια συμφωνία μεταξύ  όχι των δύνασται (της δυνατότητας να συμμετέχουν όλοι) αλλά των  συστημικά υφιστάμενα ίσων.

Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.Χ. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.Χ. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος “Δημοκράτης”, που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.

Στην νέα εποχή,  τέλη του 18ου αιώνα, μέσω της Γαλλικής Επανάστασης (στην όποια κυριάρχησαν οι Ιακωβίνοι), επανήλθε στο ιστορικό προσκήνιο ο αρχαιοελληνικός όρος «Δημοκρατία» που μέσα σε δύο μόνον αιώνες κατόρθωσε, όχι ο ίδιος βεβαίως, αλλά μία παρωδία του που λέγεται  αντιπροσώπευση – «Κοινοβουλευτισμός», να καλύψει ολόκληρη σχεδόν την ανθρωπότητα.

Σήμερα όλοι είναι, ή παριστάνουν ότι είναι … «Δημοκράτες», ο δε πλανήτης κατακλύζεται από… έμμεσο- «Δημοκρατίες» παντός είδους: αστικο-κοινοβουλευτικές, βασιλευόμενες, στρατοκρατικές, τηλεοπτικές, φασιστικές και πάει λέγοντας, προς αύξηση των δόσεων της διαστρεβλώσεως και της αχρηστεύσεως των εννοιών.

Δείτε  μία επιθετική κατηγοριοποίηση της Δημοκρατίας ένα λογοπαίγνιο που θέλει αλά δεν μπορεί να αποκρύψει την πολιτική διαμεσολάβηση και την οικονομική εκμετάλλευση.  Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ο καπιταλισμός, η κυβέρνηση και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δεν σημαίνει τίποτα άλλο εκτός από δουλεία. Άλλωστε εμείς δεν παρασυρόμαστε από τις διάφορες λουσάτες συσκευασίες που διανθίζουν την δημοκρατία. Ένα είναι γεγονός, στη σύγχρονη εποχή έχουν υπάρξει και υπάρχουν δυο συστήματα και τα δυο ολιγαρχικά: το ένα φιλελεύθερο ολιγαρχικό, το άλλο δεσποτικό ολιγαρχικό.

Ορίστε ο κήπος  όπου ανθίζουν όλα τα δημοκρατικά λουλούδια και όπως έχουν παρουσιαστεί τα κράτη σε παγκόσμιο επίπεδο σαν πολιτειακά μορφώματα από τις άρχουσες ελίτ:  Αντιπροσωπευτική δημοκρατίαΒασιλευόμενη Κοινοβουλευτική ΔημοκρατίαΠροεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρα-τία, Σύστημα Γουεστμίνστερ, Προεδρική Δημοκρατία (Con-gressional system), Ημιπροεδρικό σύστημα, Σοσιαλιστική δημοκρατίαΣοβιετική δημοκρατία, Λαϊκή δημοκρατία, Χριστιανοδημοκρατία, Ισλαμική Δημοκρατία.  Έννοιες, όπως: συμμετοχική δημοκρατία, δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Κόμματα, όπως: Χριστιανοδημοκρατικά, Σοσιαλδημοκρατικά, και πάει λέγοντας.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, όπως ήδη προείπαμε, αν και η καρμανιόλα γκρέμισε την θεοκρατία και την μοναρχία ,  οι αστοί Ιακωβίνοι σφετερίστηκαν την μεγάλη λαϊκή επανάσταση  η οποία δεν μπόρεσε να εγκαθιδρύσει την πραγματική Δημοκρατία, δηλαδή την Άμεση, παρά τις κραυγές αρκετών «Ορεινών» αλλά κι κύρια από τον αγώνα των πληβείων (αβράκωτων) ενάντια στην απάτη των εκπροσωπήσεων. Αυτό που επεκράτησε αργότερα παγκοσμίως, ήταν τελικά ο  κυβερνητισμός και ο κρετίνικος αγγλικός κοινοβουλευτισμός (σύστημα Γουεστμίνστερ), ενώ από την γαλλική έκρηξη έμεινε τελικά ο ψευδεπίγραφος εξισωτισμός του «εγκαλιτέ» που είναι το ζητούμενο μέχρι σήμερα.

Η σύγχρονη δυτική πολιτική κουλτούρα έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει αντιφατικών ιδανικών και ειδικά πάνω στην αντιφατική μετεξέλιξη της Γαλλικής Επανάστασης,  της οποίας ο υποτιθέμενος μετασχηματισμός σε πολιτιστική πραγμα-τικότητα, σήμαινε την σταθεροποίηση και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των τυπικών  αστικών ελευθεριών, βρίσκοντας την ιστορική ολοκλήρωση της στον αμερικανισμό, την πρώτη σύγχρονη δουλοκτητική κοινωνία και στην εξέλιξή της δε σε ένα από τα πιο κοινωνικά ανάλγητο σύστημα. Τι να πούμε όμως για την άλλη Μεγάλη Επανάσταση, την Ρώσικη, που την σφετερίστηκαν οι μπολσεβίκοι και παρόλες τις μεγάλες προσδοκίες που καλλιέργησε στην σκλαβωμένη ανθρωπότητα, έπαψε πολύ σύντομα να είναι “εγκαλιτέ” και “λιμπερτέ” (ελευθερία και ισότητα).

Πάντως από την γέννηση της η δημοκρατία εμπεριείχε την κοινωνική μερικότητα και τον αποκλεισμό και προπάντων την αποφυγή από τους αρχαίους και νυν δημοκράτες της αναγκαίας χειρονακτικής εργασίας (στις μέρες μας βρώμικης, μαύρης εργασίας), που κρατάει την ζωή και την κοινωνία σε ένα ανεκτό ανθρωπινό επίπεδο διαβίωσης. Ήταν ένα μισο- αριστοκρατικό σύστημα, όπως είναι στις μέρες μας το λεγόμενο αξιοκρατικό  σύστημα.  Έκτοτε το ζητούμενο για τους δούλους, τους είλωτες, τους πληβείους, τους σκλάβους και τους προλετάριους, ήταν η διεύρυνση αυτής της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, οικονομικό κοινωνικό, και  γι΄αυτό επιζητείται να είναι κάτι παραπάνω από άμεση, δηλαδή αναρχική.

Β) Στην σύγχρονη εποχή, ιδιαίτερα μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο επικράτησαν δυο εκδοχές συστημάτων διαχείρισης του κράτους, στην ουσία τους ελάχιστα διαφοροποιημένα το ένα από το άλλο. Αυτή της ρεπουμπλικάνικης-δημοκρατικής διαχείρισης «δυτικό μπλοκ» με όλες τις παραλλαγές του σοσιαλδημοκρατία, μονεταρισμός, φασιστο-ναζιστικός απολυταρχισμός, βοναπαρτισμός (πεφωτισμένη στρατοκρατία), νεοφιλελευθερισμός , κλπ. Αυτή του «ανατολικού μπλοκ» με την εξουσιαστική μπολσεβίκικη εκδοχή του σοσιαλισμού και την ώριμη κατάληξή της και αυτή της σταλινικής απολυταρχικής διαχείρισης με τις παραλλαγές του κινέζικου, γιουγκοσλάβικου, ρουμάνικου, Κορεάτικου μοντέλου κλπ. Ολιγαρχικές και ελιτίστικες και οι δυο και ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποίησεις τους.

Στην την εποχή μας όπου κανείς δε μένει, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο ανεπηρέαστος από αυτήν. Αυτό φυσικά ισχύει και για τους αναρχικούς ανεξάρτητα αν ιστορικά είναι δικαιωμένοι στην κριτική τους τόσο για την σάπια ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία όσο και για την ριζοσπαστική εκδοχή της, τον μπολσεβικισμό. Η σοσιαλιστική προοπτική της ανθρωπότητας βούλιαξε στους παγωμένους βάλτους της Σιβηρίας και από προοπτική ευτοπίας, έγινε δυστοκία και χίμαιρα στα μάτια των προλετάριων της σημερινής εποχής, ενώ ο ρεπουμπλικανικός νεοφιλελευθερισμός μάς έχει μετατρέψει σε μικροϊδιοκτήτες της αθλιότητας και παθητικές ιδιωτικοποιημένες πληθυσμιακές στοίβες οπαδών – ψηφοφόρων – καταναλωτών.

Το χάσιμο της έννοιας της «society will» (κοινότητας θελήσεων), είναι που δυσκολεύει εμάς και τους προλετάριους της σημερινής εποχής στη συλλογική μας συγκρότηση. Είναι περισσότερο το χάσιμο του ονείρου για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή της πίστης ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία από άνθρωπο σε άνθρωπο, και λιγότερο οι λύσεις που προσφέρει ο καπιταλισμός που σχίζουν την κοινότητά μας. Πόσο μάλλον, από τη στιγμή που ο κοινωνικός δαρβινισμός «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων», δηλαδή ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» έχουν γίνει καθολικά καθημερινά φαινόμενα.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν επικράτησε μέσα από καμιά ηρωική μάχη για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έδωσε καμιά τέτοια μάχη. Ήρθε και θρονιάστηκε στην παρακμή των σοσιαλιστικών ιδεών από τη στιγμή που αυτές έγιναν μπολσεβίκικη σταλινική εκδοχή, και στη ρεφορμιστική του έκδοση σοσιαλ-φιλελευθερισμός. Αν αναλυθεί αυτό το ζήτημα κάτω από άλλη σκοπιά (κάτι που δεν είναι του παρόντος), θα αναδειχθεί η εκπληκτική ομοιότητα και των δυο συστημάτων (δυτικό ανατολικό) τόσο ως προς την απολυταρχική πυραμιδοειδή, πλατωνικού τύπου πολιτεία τους, όσο και στο πόσο ιδιωτικές είναι αυτές οι κοινωνίες. Γιατί όσο πιο δεσποτικά, ολοκληρωτικά διαμορφώνεται η κοινωνική ζωή από τις άρχουσες ελίτ, τόσο πιο πολύ κατατρώνε τη δημόσια σφαίρα.

Το κράτος και τα αφεντικά ζουν σε βάρος του δημοσίου, δηλαδή της κοινωνίας. Σε αυτό ο μπολσεβίκικος ολοκληρωτισμός όσο και ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός της αγοράς, δε διαφέρουν παρά μόνο στις εκφάνσεις. (Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα. Με αυτή την έννοια φανταστείτε πόσο ιδιωτικές κοινωνίες ήταν όχι μόνο εξαιτίας της τρομοκρατίας).

Εάν ο σοσιαλισμός είναι σε κρίση, αναφέρει ο Γουώρντ, αυτό συμβαίνει «ακριβώς επειδή το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα προσανατολίστηκε προς τη διεύρυνση της κρατικής εξουσίας και όχι προς τον περιορισμό της». Η χρεοκοπία σε πλανητική κλίμακα της μαρξιστικής ιδεολογίας και γενικότερα του κρατικού πνεύματος του σοσιαλισμού είχε ως μία από τις πιο πρόσφατες συνέπειές της την αναβίωση του φιλελευθερισμού, που διαβρώνει προοδευτικά όχι μόνο τις εδώ και δεκαετίες κοινωνικές κατακτήσεις των λαϊκών τάξεων, αλλά και την ίδια την ιδέα της δημόσιας υπηρεσίας.

Η ελευθεριακή σκέψη οφείλει να επαναδιατυπώσει ένα κοινοτικό πρόταγμα, έτσι ώστε «ο έλεγχος της κοινότητας, εάν και όταν καταστεί αποτελεσματικός, να αποτελέσει μια συντριπτική πρόκληση όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους διαχειριστές του κεφαλαίου και της οικονομίας». Ο «νέος» αναρχισμός οφείλει να στηρίξει τη «συλλογική δράση ως εναλλακτική λύση απέναντι στην ιδιωτικοποίηση ή στην κρατική ρύθμιση». Η κοινοτική ιδέα του αναρχισμού θα μπορέσει να έχει μια πραγματική δυνατότητα εφαρμογής σε ευρεία κλίμακα, μόνο στο μέτρο που τα νέα αντιφιλελεύθερα κινήματα θα είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δόγματα της αριστεράς του κράτους: «Είναι πέραν κάθε αμφισβητήσεως, ότι τον επόμενο αιώνα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας πρέπει να επανεξεταστούν, προκειμένου να δημιουργηθεί μία κοινωνία πρόνοιας πάνω στα ερείπια του κράτους πρόνοιας».

Η εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί λοιπόν παρά να προέλθει από μία σύγχρονη ανάγνωση της κοινοτικής παράδοσης του αναρχισμού: η «κοινωνία της πρόνοιας», όπως την αποκαλεί ο Γουώρντ, οφείλει να είναι αποκεντρωμένη και οργανωμένη πάνω σε ελευθεριακές, αμεσοδημοκρατικές, συνομοσπονδιακές βάσεις.

Γ) 1.  Ο νεοφιλελευθερισμός, υποστηρίζεται, ότι έκτος από ιδεολογία ή οικονομική πολιτική είναι  πρώτα απ’ όλα και κυρίως ένας τύπος κυβερνητικής ορθολογικότητας. Ο Φουκό ορίζει την κυβερνητική ορθολογικότητα ως μια κανονιστική λογική που διέπει τη δραστηριότητα της διακυβέρνησης, με τη έννοια όχι μόνο της άμεσης αλλά και της έμμεσης καθοδήγησης των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί να οδηγούνται και να συμπεριφέροντε με έναν ορισμένο τρόπο.

Η «ορθολογικότητα» αυτή δεν εφαρμόζεται με την άσκηση   ενός άμεσου αλλά περισσότερο ενός έμμεσου (συγκαλυμμένου),  καταναγκασμού, μιας καταπίεσης. Από αυτή την άποψη, η κριτική ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό δεν θα ‘πρεπε να περιορίζεται μόνο στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων), ούτε σε ένα ορισμένα σύνολο θεωρητικών ιδεών (Φρίντμαν, Χάγεκ), ούτε στους πολιτικούς που στράφηκαν σε αυτόν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Ρέιγκαν, Θάτσερ κλπ).

Η νεοφιλελεύθερη «ορθολογικότητα» έχει μιαν ευρύτερη εμβέλεια και μπορεί να προωθείται ακόμα και από κυβερνήσεις που αναφέρονται στην αριστερά. Αυτό που ορίζει τη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα είναι το ότι οδηγεί τα υποκείμενα να δρουν με βάση το υπόδειγμα του ανταγωνισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί τα άτομα να προ-σπαθούν να μεγιστοποιηθούν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, παραμερίζοντας κάθε ηθική αναστολή.

Οι πρώτοι φιλελεύθεροι στοχαστές, ιδίως ο Ανταμ Σμιθ και ο Φέργκιουσον, στα τέλη του 18ου αιώνα, σκέφτονταν την αγορά με βάση μια λογική ισοδυναμίας και ελαχιστοποίηση των ανισοτήτων. Ο νεοφιλελευθερισμός σκέφτεται την αγορά με βάση τη λογική του ανταγωνισμού, δηλαδή την μεγιστοποίηση της ανισότητας. Αυτή η στροφή χρονολογείται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Άγγλος φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ προτείνει μιαν ερμηνεία του Δαρβίνου που επεκτείνει την έννοια της «φυσικής επιλογής» και σε άλλα πεδία και ιδιαίτερα στο κοινωνικό – οικονομικό πεδίο. Οι νεοφιλελεύθεροι δεν θέλουν να γίνεται  αναφορά στον Σπένσερ εξαιτίας του βιολογισμού του (κοινωνικός δαρβινισμός). Σε αυτόν, όμως, βρήκαν την ιδέα ότι η αγορά  πρέπει να είναι ένας απέραντος ωκεανός  ανταγωνισμού.

Όταν ο «κλασικός» φιλελευθερισμός μπαίνει σε κρίση, τα τέλη του 19ου αιώνα, εμφανίζονται δύο ρεύματα: ένας φιλελευθερισμός που δικαιολογεί την παρέμβαση του κράτους σε μιαν οπτική σταθεροποίησης και αναδιανομής, κορυφαίος εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Κέινς και ο «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος από τη δεκαετία του 1930 θα προτείνει να αναγορευτεί η αγορά σε υπέρτατη αρχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Ο κεϊνσιανισμός επικράτησε θριαμβευτικά μετά τον πόλεμο. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν αφοπλίστηκε. Οι Γερμανοί «φιλελεύθεροι» της σχολής  ordolide realismus (ορθολογικός ρεαλισμός), άσκησαν καθοριστική επιρροή στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση (ευρωπαϊκή ένωση σήμερα), ξεκινώντας από τη Συνθήκη της Ρώμης η  οποία ορίζεται εξ αρχής και απαραβίαστα από την αρχή του «ελεύθερου ανταγωνισμού». Ο νεοφιλελευθερισμός επωφελήθηκε από την κρίση του κεϊνσιανισμού, όπως και ο κεϊνσιανισμός είχε επωφεληθεί από την κρίση του καπιταλισμού στις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Η αρχή του ανταγωνισμού αναγορεύτηκε σε παγκόσμιο κανόνα, η κωδικοποίηση του χρονολογείται άλλωστε από τη  του δεκαετία του 1980, με αυτό που αποκαλείται η «συναίνεση της Ουάσιγκτον» και που προσδιορίζει τους δημοσιονομικούς και νομισματικούς κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται στις χώρες που ζητούν οικονομική βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο όρος που έχει κομβική σημασία είναι η «πειθαρχία». Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας ταυ 1970 οι «ειδικοί» κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. «Η κατάσταση –λένε- δεν μπορεί να κυβερνηθεί, επειδή δεν υπάρχει κοινωνική πειθαρχία».

Ο φιλελευθερισμός είναι εξαιρετικά αναγκαίος στον καπιταλισμό των τραστ των καρτέλ, των πολυεθνικών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αλά  και στο κράτος-πρόνοιας. Τα αμερικάνικα λεγόμενα και φιλελεύθερα, προοδευτικά, ανθρωπι­στικά ιδρύματα (π.χ. Φορντ, Ροκφέλερ, Κάρνεγκυ κλπ) ιδρύθηκαν, ελέγ­χονται και χρηματοδοτούνται από τις ομάδες συμφερόντων των μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών.

Σε μια εποχή κοινωνικού αναβρα­σμού, η κυρίαρχη τάξη χρειάζεται ένα φιλελεύθερο κίνημα το οποίο να μπορεί να λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα στην μαζική δυσαρέσκεια και, μ’ αυτόν τον τρόπο, να αποτρέπει τους ανθρώπους να στραφούν προς μια αποτελεσματική κοινωνική επανάσταση (εδώ αυτό το ρόλο τον παίζουν καλύτερα οι σοσιαλφιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες γιατί μπορούν να δημιουργούν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις). Όσο περισσότερο εδραιώνονται τα καρτέλ, οι πολυεθνικές και

το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τόσο περισσότερη φιλελεύθερη-μεταρρυθμιστική ρητορική υιοθετούν τα κόμ­ματα εξουσίας. Έτσι, το σύγχρονο κράτος διατηρεί υπό τον έλεγχό του την εσωτερική αμφισβήτηση, αναπτύσσοντας και θεσμοποιώντας το εμπόρευμα των  πολιτικών μανδαρίνων τον νέο αυταρχι­σμό,  δηλαδή την μεθοδευμένη γενίκευση της κοινωνίας του ελέγχου.

Την ίδια περίοδο όμως διαπλάθεται και το «νεοφιλελεύθερο υποκείμενο», με την παρόξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων(πόλεμος όλων εναντίων όλων), με τις τεχνικές αξιολόγησης, με την ενθάρρυνση του ιδιωτικού δανεισμού, με την παρακίνηση να μετατραπούν τα υποκείμενα σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», μέσω της καταναλωτικής ζήτησης. Το άτομο πλέον πρέπει να φροντίζει να συσσωρεύει, να επιδιώκει την επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα είναι υπεύθυνο (και επομένως ένοχο), για την ενδεχόμενη αποτυχία του. Το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο συγχέει την ελευθερία και την αυτονομία με τον ανταγωνισμό.

Επιχειρώντας να μεγιστοποιήσει με κάθε τίμημα την απόδοση του ατόμου σε όλα τα πεδία, ο νεοφιλελευθερισμός καταλήγει να αναγορεύει σε κανόνα την έλλειψη κάθε περιορισμού. Αυτή η έλλειψη περιορισμού συγκαλύπτει όμως το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα όριο στην επιθυμία και αυτό το όριο το καθορίζουν το κεφάλαιο και η επιχείρηση. Οι συντηρητικοί και οι θιασώτες του «εκσυγχρονισμού» βλέπουν στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο ένα ον απελευθερωμένο από όλες τις αλυσίδες του. Αλλά η έλλειψη κάθε περιορισμού, που υπόσχεται ο νεοφιλελευθερισμός, δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική ελευθερία. Ο μηχανισμός της «απόδοσης – απόλαυσης», που καθιερώνει ο νεοφιλελευθερισμός, είναι ένα σύστημα που λειτουργεί σαν ψευδαίσθηση της ελευθερίας του ατόμου, γιατί παραμένει στην ουσία ένας τρόπος κοινωνικής χειραγώγησης και πειθάρχησης.

Οι ελευθεριακοί  και οι αναρχικοί πρέπει να ξεκινήσουν τη συζήτηση ότι το κοινό αγαθό είναι κοινή υπόθεση και να αντιτάξουν τη συνεργασία στον ανταγωνισμό. Κάτι που ανάδειξε με σημαντικό τρόπο ο Κροπότκιν (και όσοι εμπνεύστηκαν από αυτόν και από το βιβλίο του «αλληλοβοήθα»), στα έργα του  χτυπώντας κριτικάροντας  τον κοινωνικό δαρβινισμό.

2. Το κοινωνικό συμβόλαιο, δηλαδή το κράτος, είναι το φάντασμα του μαζικού συγκεντρωτικού ελέγχου. Η επίλυση του προβλήματος της κοινωνικής αδικίας και η ισοκατανομή των βασικών  κοινωνικών αγαθών δηλαδή του παραγομένου κοινωνικού πλούτου  πρέπει να  συνάδουν με τα  ιδανικά μας, που δεν συνίστανται μόνο στο πώς θα μοιράσουμε τον πλούτο ή θα κατανείμουμε τους πόρους, διότι ο πλούτος μπορεί να μοιραστεί σχετικά δίκαια ακόμη και μέσα σε μια φυλακή, και οι εξωτερικοί πόροι μπορούν να κατανεμηθούν  σχετικά δίκαια μέσω του κρατικού μηχανι­σμού. Αν και ο Ρωλς συγκαταλέγει την ελευθερία, τις ευκαιρίες και τον αυτοσεβασμό, στα βασικά αγαθά, τα «αγαθά» αυτά δεν μπορούν να αποκτήσουν σάρκα και οστά ούτε μέσω του κράτους, ούτε μέσω του μυθικού κοινωνικού συμβολαίου.

Το κράτος, είναι ένα ιστορικό αλλά  παράλληλα και απάνθρωπο δημιούργημα των αρχουσών ελίτ που διέπεται από αρχές αποφασισμένες:

  1)  Να διατηρούν διά της βίας άδικες μορφές ιδιοκτησίας, που οδηγούν στην φτώχεια και στα κακά που αυτή προκαλεί (σωμα­τικά, πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά), στην παθο-λογική πλεο­νεξία, τον φόβο και την εμπορευματοποίηση όλων των αξιών.

2) Να γεννούν ενοχή, απογοήτευση, σύγχυση, άγχος και εχθρότητα, μέσω πληθώρας αυθαίρετων νόμων και διατάξεων.

3)  Να συμ­βάλλουν στην ενστάλαξη μιας ψευδούς αντίληψης των αξιών, δίδοντας έμφαση σε άσχετα ή βλαβερά “ηθικά καθήκοντα”, όπως η υπακοή στις απαιτήσεις της πολιτικής, θρησκευτικής ή όποιας άλλης εξουσίας, όσο ανούσιες ή ανήθικες κι αν είναι οι απαιτήσεις αυτές.

4) Να προσφέρουν ένα αποθαρρυντικό παρά­δειγμα απερίγραπτης βαρβαρότητας και αδιαφορίας απέναντι στον πόνο, μέσω της στρατιωτικής του δράσης, της οικονομικής του πολιτικής και της αντιμετώπισης αυτών που δεν συμμορφώ­νονται.

 5) Να υπονομεύουν την κοινότητα και την προσωπική ευθύνη, καθιερώνοντας τον έλεγχό του σε όλους τους τομείς της ζωής

Τα ιδανικά μας αφορούν την απελευθέρωση της δημιουργικής παρόρμησης, τις ευκαιρίες για αυτοοργάνωση- αυτοδιεύθυνση και την ανασυγκρότηση της κοινωνίας γι’ αυτόν τον σκοπό.  Η ελπίδα μας για την επίλυση του προβλήματος της κοινωνικής αδικίας βρίσκεται στους ανθρώπους, σε μας, στην πνευματική και κοινωνική μεταμόρφωση και όχι στην πολιτική. Παράλληλα και ενάντια προς το κράτος, χρειάζεται να οικοδομήσουμε νέες κοινωνικές αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνικούς θεσμούς εμποτισμένους με την αναζωογόνηση του πνεύματος, από τις θετικές ιδέες του αναρχισμού.

Δ) Η ταξική συνείδηση μέσα η έξω από την εργατική  τάξη

Στο βιβλίο του Κροπότκιν, «Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση» ( όπου ο Λένιν το θαύμαζε και  του είχε κάνει πρόταση να διδάσκετε στα σχολεία και ο Κροπότκιν αρνήθηκε)  μπορεί κάποιος να διαβάσει με διεξοδικό και συνεκτικό τρόπο ότι στη Γαλλική επανάσταση οι Γιρονδίνοι (και ιδιαίτερα ο Μπρισσό, πρωτεργάτης των Γιρονδίνων, ο οποίος φυσικά εκτελέστηκε),  στα φυλλάδια καθώς και στα λυρικά τραγούδια τους αποκαλούσαν αναρχικούς με την θετική έννοια, την ριζοσπαστική τους  πτέρυγα των Ο­ρεινών, τους Λυσσασμένους, οι οποίοι ήθελαν να σπρώξουν την επανάσταση πιο μακριά, κυρίως προς μια κοινωνική, αν και κάποιος μπορεί χωρίς κανένα ενδοιασμό να πει προς μια σοσιαλιστική κατεύθυνση. Συνεπώς, αυτούς τους αγωνιστές της επανάστασης, οι οποίοι είναι αναμφίβολα οι προπάτορες όλων ανεξαιρέτως των σοσιαλιστικών ρευμάτων των μεταγε­νέστερων και σημερινών εποχών, τους αποκάλεσαν «αναρχι­κούς» με την υβριστική έννοια και οι αντίπαλοι τους, οι προπάτορες των σημερινών συνταγματικών ή φιλελεύθερων.

Στον πληβειακό δημόσιο χώρο που άρχισαν να σκιαγραφούν οι αβράκωτοι, το 1774 οι λυσσασμένοι έριξαν τον σπόρο της αναρχικής ελευθερίας και της άμεσης δημοκρατίας. Ο Jacques Roux, στο βήμα της Συμβατικής, θα αναδείξει την εχθρική φύση των «αντιπροσώπων του λαού» αναφωνώντας: «Η ελευθερία είναι απλώς αυταπάτη όταν μια τάξη ανθρώπων μπορεί ατιμώρητα να κάνει μιαν άλλη να λιμοκτονεί. Η ισότητα είναι απλώς αυταπάτη όταν ο πλούσιος ασκεί προνομιακά το δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των συνανθρώπων του». Και ο J. Varlet, από τη φυλακή του Πλεσίς, έγραφε: «..Για οποιοδήποτε σκεπτόμενο ον, κυβέρνηση και επανάσταση είναι πράγματα ασύμβατα…».

Στο Παρίσι το 1864 εφτά χρόνια προτού την κομούνα, 60 εργάτες κυκλοφορούν ένα μανιφέστο «το μανιφέστο των 60 εργατών», που είχε συντάξει ο χαράκτης Τολέν.   «…Κύριοι της αντιπολίτευσης, το ότι συμφωνούμε μαζί σας στην πολιτική, σημαίνει ότι συμ­φωνούμε και στην κοινωνική οικονομία; Συνεχώς μας λέτε: δεν υπάρχουν τάξεις μετά το 1789, όλοι οι Γάλλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

 Όμως εμείς που δεν έχουμε άλλη ιδιοκτησία πέρα από τα χέρια μας, εμείς που υφιστάμεθα καθημερι­νά τους όρους του κεφαλαίου, εμείς που ζούμε υπό καθεστώς έκτακτων νόμων, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε αυτήν την διαβεβαίωση … Εμείς, που τα παιδιά μας περνούν συνήθως τα πιο τρυφερά τους χρόνια μέσα στο εξαθλιωτικό και αν­θυγιεινό περιβάλλον των εργοστασίων ή ως μαθητευόμενοι στα εργαστήρια. Εμείς, που οι γυναίκες μας αναγκάζονται να εγκαταλείπουν τα σπίτια μας για ένα επιπλέον μεροκάματο, δηλώνουμε ότι η ισότητα αναφέρεται στον νόμο αλλά δεν ισχύει στην καθημερινή μας ζωή.

Μας λένε ακόμη ότι οι εκλεγμένοι βουλευτές μπορούν να διεκδικήσουν όλες τις μεταρρυθμίσεις για εμάς, καλύτερα από εμάς… Απαντάμε: Όχι! Δεν μας εκπροσωπεί κανείς διότι σε μια πρόσφατη συνεδρίαση του Νομοθετικού Σώματος καμιά φωνή δεν υψώθηκε για να διατυπώσει, έτσι όπως τα εννοούμε εμείς, τα αιτήματα, τις επιθυμίες και τα δικαιώματα μας. Δεν μας εκπροσωπεί κανείς, εμάς που αρνιόμαστε να πιστέψουμε ότι η εξαθλίωση έχει Θεϊκή προέλευση…»  

Λίγους μήνες αργότερα δημιουργείται από τους εργάτες η πρώτη μορφή αυτοοργάνωσης στην σύγχρονη εποχή: Στις 28-8-1864, σ’ όλο τον κόσμο ακούστηκε ηχηρότερος από εκείνον των 60 εργατών αυτός ο μεγάλος λόγος: «Η χειραφέτηση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών». Αυτός ο λόγος ειπώθηκε στο Σαιν Μάρτινς Χωλ στο Λονδίνο, σε μια συνέλευση εργατικών αντιπροσώπων που εκπροσωπούσαν πολλά έθνη της Ευρώπης.

Το μικρό απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το μανιφέστο  αυτής της συνέλευσης που δημιούργησε την Πρώτη Διεθνή: «…Πιστεύοντας ότι η χειραφέτηση των εργαζομένων θα πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων, ότι οι προσπάθειες των εργαζομένων θα πρέπει να τείνουν στην καθιέρωση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για όλους και στην εξάλειψη κάθε ταξικής κυριαρχίας … ότι η χειραφέτηση της εργασίας δεν είναι ούτε τοπικό, ούτε εθνικό, αλλά κοινωνικό πρόβλημα που αφορά όλες τις χώρες… δηλώνουμε ότι αυτή η διεθνής ένωση, καθώς και όλα τα άτομα ή οι ομάδες που συμμετέχουν σ’ αυτήν, θα αναγνωρίσουν ως βάση της συμπεριφοράς τους απέναντι σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια, την δικαιοσύνη, την ηθική, χωρίς καμία διάκριση χρώματος, θρησκείας και εθνικότητας, θεωρώντας καθήκον τους να απαιτήσουν για όλους τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη…».

Αυτά ειπώθηκαν προτού  να συμμετέχουν σε αυτή διάφοροι «σοφοί» Μαρξ, Μπακούνιν κλπ. Άπειρα παραδείγματα θα μπορούσαμε να παραθέσουμε. Αναφέρουμε μόνο μερικά χαρακτηριστικά δείγματα, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε, η να μην παραπλανιόμαστε με το ψευτοδίλημμα αν η ταξική συνείδηση προέρχεται έξω ή μέσα από την εργατική τάξη.

Ε) Αποσπάσματα των αποφάσεων του  συνεδρίου που έγινε  στο  Σαιντ Ιμιέ της Ελβετίας το 1872 και θεμελίωσε τις βάσεις για την κοινωνική αναρχία. Το moto έχει δοθεί από τότε γιατί οι σύντροφοι έθεσαν σαν ισοδύναμες αξίες την ελευθερία και την κοινωνική ισότητα, εν ολίγης την κοινωνική αλληλεγγύη. Οποιαδήποτε ερμηνεία που κατηγοριοποιεί αυτές τις αξίες σαν πρώτη ή δεύτερη, σαν ανώτερη ή κατώτερη υποβιβάζει την αναρχία σε φιλελεύθερες ή ελιτίστικες λογικές.

Η Φύση της πολιτικής δράσης του προλεταριάτου

«…Θεωρώντας ότι το να θέλει κανείς να επιβάλλει στο προλεταριάτο μια γραμμή συμπεριφοράς η ένα ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα ως μόνη οδό η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική του χειραφέτηση είναι μια αξίωση τόσο παράλογη όσο και  αντιδραστική (…) ότι οι βλέψεις του προλεταριάτου δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο παρά μόνο τη θεμελίωση μιας απόλυτα ελεύθερης οργάνωσης και μιας απόλυτα ελεύθερης ομοσπονδίας, που θα βασίζονται στην εργασία και στην ισότητα όλων και θα είναι εντελώς ανεξάρτητες από κάθε πολιτική κυβέρνηση, και ότι  αυτή η οργάνωση και αυτή η ομοσπονδία δε μπορούν να είναι παρά το αποτέλεσμα της αυθόρμητης δράσης του ίδιου του προλεταριάτου, των εργατικών ενώσεων και των αυτόνομων κοινοτήτων. Θεωρώντας ότι κάθε πολιτική οργάνωση δε μπορεί παρά να είναι η οργάνωση της κυριαρχίας προς όφελος των τάξεων και σε βάρος των μαζών, και ότι το προλεταριάτο αν θελήσει να καταλάβει την  πολιτική εξουσία, θα γίνει κι αυτό μια κυρίαρχη και εκμεταλλεύτρια τάξη… το συνέδριο του Σαιντ Ιμιέ, δηλώνει :

     α. Η καταστροφή κάθε πολιτικής εξουσίας από τα πάνω  είναι το πρώτο καθήκον του προλεταριάτου.

     β. Κάθε οργάνωση που καταλαμβάνει την πολιτική εξουσία, ακόμη και αν ονομάζεται προσωρινή και επαναστατική, για να εξασφαλίσει αυτή την καταστροφή, δε μπορεί να είναι παρά μια απάτη, και θα είναι τόσο επικίνδυνη για το προλεταριάτο, όσο και οι κυβερνήσεις που υπάρχουν σήμερα.

    γ. Αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό για να επιτύχουν την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης, οι προλετάριοι όλων των χωρών πρέπει να θεμελιώσουν, έξω από τα πλαίσια κάθε αστικής πολιτικής, την αλληλεγγύη της επαναστατικής δράσης…».

 Αντί Επιλόγου

 Η πνευματική και αγωνιστική παρακαταθήκη των προγόνων μας αναρχικών, είναι αγνοημένη από πολλούς «νέο αναρχικούς», αλλά και συκοφαντημένη έως διαστρεβλωμένη από τους εξουσιαστές και ιδιαίτερα από τους μαρξιανούς εξουσιαστές σοσιαλιστές όλων των τάσεων, έως τους σημερινούς νεομαρξιστές, μεταμαρξιστές που επιχειρούν μέσα από μια ιδεολογική σούπα να οικειοποιηθούν καθαρά αναρχικές αξιακές αντιλήψεις χωρίς να αναφέρονται σε αυτές μη τυχόν και υποτιμηθούν.

 Δεν είναι απορίας άξιο για μας το ότι όλοι αυτoί (νεο μαρξιστές, μεταμαρξιστές, νεοφιλελεύθεροι, νέο ατομικιστές, νέο μηδενιστές),  μπορούν να αναφέρονται σε ένα αρχαίο παρελθόν ή στο απώτερο παρελθόν που τους βολεύει, ενώ όταν το επιχειρούμε εμείς μας κατηγορούν ως παρελθοντολόγους. Μπορούν να επικαλούνται το τέλος της ιδεολογίας, αλλά ταυτόχρονα να αναφέρονται στην ιδεολογία, και όταν αναφερόμαστε εμείς στις ιδέες μας να μας κατηγορούν για ψευδή συνείδηση. Είναι επίσης, όλοι αυτοί που ξαναδιαβάζουν τους Στίρνερ, Νίτσε, κλπ ,δηλαδή διανοητών του 19ου αιώνα, ενώ όταν το κάνουμε εμείς αναφορικά με τους διανοητές της κοινωνικής αναρχίας μας λένε παλαιολιθικούς. Ας  τελειώνουμε λοιπόν, με αυτή την υποκρισία!

Η ιστορική κοινωνική αναρχία και η αγωνιστική και πνευματική παράδοση μας ως αναρχικοί, μας είναι  «χρήσιμη» για πολλούς   λόγους. Σταχυολογούμε μερικούς από αυτούς:

   α) Να εμπλουτίσουμε τις θεμελιακές  αξιακές μας σταθερές στις σημερινές συνθήκες.

   β)  Να γονιμοποιήσουμε την επαναστατική εμπειρία του χθες με την επαναστατική εμπειρία που αποκτιέται από τους σημερινούς αγώνες (καθώς οι ανάγκες και οι συνθήκες του αγώνα  είναι διαφορετικές), γιατί η επαναστατική εμπειρία μέσα στο χρόνο είναι διαρκής και αμετάβλητη ως προς τους στόχους της, όσο διαρκής και αμετάβλητη είναι μέχρι σήμερα η κυριαρχία και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

   γ) Να προσπαθούμε να μην μεταφέρουμε λάθη, παραλείψεις, αδυναμίες και ανεπάρκειες του παρελθόντος στο σήμερα, χωρίς να θυσιάζουμε το παρόν στο παρελθόν.

   δ)  Να κατανοήσουμε τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις αγωνίες των παλαιότερων αγωνιστών που έδωσαν ακόμα και την ζωή τους αγωνιζόμενοι για τις ιδέες και  τα ιδανικά της Αναρχίας και του ελευθεριακου κομουνισμού.

κατάλογος

Ανανεώνοντας την Αναρχική παράδοση

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ

*) Ταξική και κοινωνική χαρτογράφηση του ελλαδικού χώρου (μερικές στατιστικές)

Να υπενθυμίσω εδώ ότι τα νούμερα και η στατιστικές  που παραθέτω είναι δυο χρόνια πριν γραφτεί αυτό το κείμενο, ασφαλώς η καπιταλιστική – κρατική οικονομική κρίση στην Ελλάδα – που δεν ξέρουμε πόσο θα διαρκέσει – θα μεταβάλλει αυτά τα νούμερα και τις στατιστικές.

Η ανάγκη αναδιάρθρωσης (σωτηρία)  του συστήματος θα απαιτήσει και θα μετακυλίσει  ένα μεγάλο κομμάτι της μεσαίας (μικροαστικής) τάξης προς την προλεταριοποίηση, φυσικά αυτό δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι η μεσαία τάξη θα αποκτήσει ταξική επαναστατική συνείδηση.

Αλλά ας έρθουμε στις στατιστικές του 2012, στο Διάγραμμα 1 βλέπουμε την ποσοστιαία κατανομή των εργαζόμενων ανά οικονομικό κλάδο όπως δίνονται από την ΕΛΣΤΑΤ.

Διάγραμμα 1

10

 ■   ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ 13,1%    ■ ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ 13,1%    ■ ΤΡΙΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ 70,1%

Από το Διάγραμμα 1 βλέπουμε πως ο τριτογενής τομέας απασχολεί το 70% των εργαζόμενων. Είναι επομένως ιδιαίτερα διογκωμένος με το δευτερογενή τομέα να απασχολεί ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό εργαζόμενων.

Παράλληλα διαπιστώνουμε, μέσα από το επόμενο – Διάγραμμα 2 – πως το 63% των εργαζόμενων είναι μισθωτοί ενώ ένα σημαντικό ποσοστό είναι αυτοαπαχολούμενοι με το ποσοστό τους να ανέρχεται στο 37%.

Διάγραμμα 2

199-0

Ας προσπαθήσουμε τώρα να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας μέσα στο θολό τοπίο τόσο του ορισμού των τάξεων αλλά και άλλο τόσο των ασαφών ορίων και κριτηρίων των διαφόρων τάξεων και στρωμάτων. Ας αρχίσουμε από τα ευκολότερα. Πόση είναι η αστική τάξη στην Ελλάδα; Από τις μελέτες που παρουσιάζουν οι Hakon Leiulfsrud, Ivano Bison & Erling Solheim, αλλά και με βάση όλα τα στοιχεία που παραθέσαμε, η αστική τάξη στη Ελλάδα ανέρχεται σε 300.000 άτομα περίπου. Στο πλήθος αυτό καταλήγουμε κάνοντας χρήση του ορισμού πως στην αστική τάξη ανήκουν τα άτομα που κατέχουν μέσα παραγωγής ή έχουν θέση διευθυντική και ελέγχου στη διαχείριση και τον έλεγχο του κεφαλαίου. Αυτή είναι η μεγαλοαστική τάξη η οποία συνδέεται και κατέχει τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το ποσοστό τους στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό βρίσκεται μεταξύ του 6 και του 8%. Αυτή είναι ουσιαστικά η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα.

Ας περάσουμε τώρα στη διερεύνηση του μεγέθους των άλλων τάξεων και στρωμάτων Το διάγραμμα 7 μας φανερώνει πως το 63% του ενεργού πληθυσμού είναι μισθωτοί. Κοντά στα 2,8 εκατομμύρια επομένως κατά τα έτη 2008 και 2009. Μέσα σε αυτούς βρίσκονται και τα άτομα που ανήκουν στην εργατική τάξη. Φυσικά δεν ανήκουν όλοι οι μισθωτοί στην εργατική τάξη. Αρκετά μέλη ακόμη και της αστικής τάξης εμφανίζονται σαν μισθωτοί. Είναι όλοι αυτοί οι οποίοι παίζουν ενεργητικό και αποφασιστικό ρόλο στη διαχείριση και τον έλεγχο του κεφαλαίου. Ας προχωρήσουμε όμως.

Η «καθαρή» εργατική τάξη πρέπει να ανέρχεται γύρω στα 900.000 άτομα συναριθμώντας τους εργαζόμενους στη μεταποίηση, την ενέργεια και τις κατασκευές. Άλλα 900.000 άτομα εργάζονται στους τομείς των υπηρεσιών. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι τομείς παροχές εστίασης και καταλύματος (296.000), των μεταφορών και αποθηκεύσεων (185.200 άτομα), χρηματοπιστωτικά και διαχείριση ακίνητης περιουσίας (112.000 άτομα). Από αυτούς ένα ποσοστό είναι αυτοαπασχολούμενοι και δεν ανήκουν στην κατηγορία των μισθωτών. Ένα μεγάλο ποσοστό τους όμως εργάζονται σαν μισθωτοί στον τομέα των υπηρεσιών αλλά και του χονδρικού και λιανικού εμπορίου. Ο αριθμός των μισθωτών στο σύνολο των υπηρεσιών που έχουν σχέση εξαρτημένης εργασίας πρέπει να ανέρχεται γύρω στις 700.000 άτομα.

Το σύνολο αυτών των ατόμων ανήκει στην εργατική τάξη γιατί ακόμη κι αν δεν παράγουν άμεσα υπεραξία η εργασία τους ή παίζει έναν ρόλο σημαντικό για την παραγωγή αξίας και υπεραξίας, μεταφορές, επικοινωνίες, πίστη, είτε είναι ενδιάμεσοι φορείς στο μοίρασμα της υπεραξίας μεταξύ των τμημάτων της αστικής τάξης. Το σύνολο επομένως της εργατικής τάξης στην Ελλάδα είναι γύρω στο 1,5 εκατομμύρια άτομα αποτελώντας το 1/3 περίπου του οικονομικά ενεργού πληθυσμού κατά το 2008.

Ιδιαίτερη κατηγορία μισθωτών αποτελούν φυσικά οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο αριθμός τους ανέρχεται κατά το 2008 κοντά στους 800.000. Το 2012 ο αριθμός τους είχε μειωθεί στους  670.000 περίπου. Το σώμα των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι ομοιογενές ταξικά. Ένα σημαντικότατο ποσοστό αυτών σαφώς και δεν έχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που μπορούν να τους κατατάξουν στην εργατική τάξη. Το γεγονός της μη παραγωγής υπεραξίας, τουλάχιστον από ένα σημαντικό ποσοστό αυτών, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν την ένταξή τους στην εργατική τάξη. Όχι μόνο δεν παράγει υπεραξία αλλά το εισόδημά της προέρχεται από την υπεραξία που αποσπάται από τους άμεσους παραγωγούς. Εκτός αυτού μεγάλα τμήματα των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν τον ταξικό κρατικό μηχανισμό που συνειδητά ή μη προασπίζεται και επιβάλλει τα συμφέροντα της αστικής τάξης παίζοντας σημαντικό ρόλο στην αναπαραγωγή του αστικού συστήματος. .

Στην κατηγορία των υπαλλήλων που βρίσκονται σαφώς στην υπηρεσία του συστήματος και αντλούν το εισόδημά τους ακριβώς γι αυτό ανήκουν τα ανώτερα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας, οι δικαστές, η αστυνομία και ο στρατός. Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν απόλυτο αριθμό αυτών τότε θα καταλήξουμε σε έναν αριθμό κοντά στις 250 με 300 χιλιάδες άτομα. Αυτή η ομάδα μισθωτών βρίσκονται ταξικά απέναντι στην εργατική τάξη ταυτίζοντας τα συμφέροντά τους με αυτά της αστικής τάξης. Ένα μικρό ποσοστό αυτών, ιδιαίτερα ανώτερα τμήματα της γραφειοκρατίας, των δικαστικών, του στρατού και της αστυνομίας ανήκουν στην αστική τάξη.

Το υπόλοιπο τμήμα των εργαζόμενων στο δημόσιο βρίσκονται σε μια ταξικά επαμφοτερίζουσα θέση. Από τη μια το εισόδημά τους προέρχεται από την υπεραξία που αποσπάται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό παίζοντας και υποβοηθητικό ρόλο στην αναπαραγωγή του συστήματος από την άλλη όμως η εργασία τους συμβάλλει στην παραγωγή αξίας τόσο με έμμεσο όσο και με άμεσο τρόπο. Στην κατηγορία αυτή ανήκει κυρίως η μεγάλη ομάδα των εκπαιδευτικών και των υγειονομικών καθώς και η κατώτερη γραφειοκρατία.

Τα μικροαστικά στρώματα, εκείνο δηλαδή που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των μεσαίων τάξεων, ανέρχεται στο 37% περίπου του ενεργού πληθυσμού δηλαδή γύρω στα 1,7 εκατομμύρια άτομα σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που έχουμε παραθέσει. Από αυτούς ο κύριος κορμός είναι οι ασχολούμενοι με το εμπόριο, τις υπηρεσίες, ελεύθεροι επαγγελματίες (664.600) και οι αγρότες (491.500).

Καταλήγουμε επομένως στο επόμενο σχήμα:

Διάγραμμα 3

 3

 ■ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ 300.000   ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ 1.500.000   ■ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ 1.700.000  ■ ΕΠΑΜΦΟΤΕΡΙΖΟΝΤΕΣ 900.000

Με τον όρο επαμφοτερίζοντες  o Γιώργος Τριανταφυλλόπουλος εννοεί άτομα που ταξικά βρίσκονται σε ενδιάμεσες θέσεις μεταξύ των τριών άλλων τάξεων. Σε αυτούς ανήκουν μεγάλα τμήματα των εργαζόμενων στο δημόσιο αλλά και μεσαία στελέχη που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα σε αυτό των υπηρεσιών. Η ταξική θέση της πλειονότητας αυτών των στρωμάτων βρίσκεται πιο κοντά στην εργατική τάξη ή ακόμη και εντάσσονται σε αυτή όσον αφορά το εισόδημά τους. Ουσιαστικά βλέπουμε μια τριχοτόμηση της ελληνικής κοινωνίας.

Τα παραπάνω δεδομένα θα ανατραπούν μέσα στην κρίση που βιώνουμε. Το μεταβατικό στάδιο της αλλαγής της κοινωνικής και ταξικής σύνθεσης της ελληνικής κοινωνίας είναι η στρατιά των ανέργων που ανέρχεται πλέον στο 1/3 του πληθυσμού. Το τσάκισμα των μικροαστικών στρωμάτων και η βίαιη προλεταριοποίηση τους θα μειώσει δραματικά το ποσοστό των στρωμάτων αυτών και το ειδικό βάρος τους στο κοινωνικό και πολιτικό status. Παρ’ όλ’ αυτά για το σήμερα μετρά η κοινωνική διαστρωμάτωση που παρουσιάσαμε.

Στο Διάγραμμα 4 που ακολουθεί βλέπουμε την συνεισφορά των διαφόρων κλάδων της ελληνικής οικονομίας σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και τον αριθμό αλλά και το ποσοστό των εργαζόμενων σε αυτούς.

Διάγραμμα 4

11

http://www.sev.org.gr/Uploads/pdf/Greece_10_Years_Ahead_Executive_summary_Greek_version_small.pdf

Σαν αποτέλεσμα της ιδιαίτερης ιστορικής διαδρομής της Ελλάδας αλλά και της θέσης του ελληνικού κεφαλαίου και της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό στην Ελλάδα οι αυτοαπασχολούμενη κατέχουν ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Μόνο η Τουρκία την ξεπερνά, δείτε το Διάγραμμα 5.

Διάγραμμα 5

κατάλογος2

http://www.oecd-ilibrary.org/greece

Στον Διάγραμμα 6 βλέπουμε τον αριθμό των εργαζόμενων ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας.

Διάγραμμα 6

kladoi

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/A0101/PressReleases/A0101_SJO01_DT_QQ_03_2012_01_F_GR.pdf

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/statistics_explained/index.php/Employment_statistics

Η μικρή  συγκέντρωση της εργατικής τάξης αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην απόκτηση εργατικής συνείδησης αλλά και στην αποτελεσματική δράση. Ένα σημαντικό  χαρακτηριστικό ατόμων που ανήκουν στην εργατική τάξη, υπάλληλοι γραφείων,  εμποροϋπάλληλοι κ.λπ. είναι πως δεν εντάσσουν το εαυτό τους στην εργατική τάξη. Η απαξίωση της εργασίας κατά τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική απαξίωση του εργάτη.

Τα εμπόδια επομένως για να γίνει η ελληνική εργατική τάξη από τάξη καθεαυτή σε τάξη για τον εαυτό της είναι πολλά και αντικειμενικά. Ακριβώς αυτά είναι εκείνα τα προβλήματα τα οποία πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη για να καθορίσουμε τις τακτικές και τις πολιτικές τους. τις τακτικές δηλαδή εκείνες που πατώντας στην ήδη υπάρχουσα, θολή και ασαφή, ταξική συνείδηση θα την αξιοποιούν δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για την παραπέρα ωρίμανσή της.

1) Αναφέρουμε εδώ δυο ιστορικά παραδείγματα όχι μόνο γιατί συμφωνούμε αλλά και για να καταδείξουμε την διαχρονικότητα αυτών των προβληματισμών που τηρουμένων των ιστορικο- κοινωνικών και γνωσιολογικών αναλογιών ισχύουν μέχρι σήμερα. Κατανοώντας ότι συζητώντας για οργάνωση, να ξέρουμε ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια.  Έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές στο παρελθόν από τους επαναστάτες. Χωρίς να θέλουμε να θυσιάσουμε το παρόν σε αυτό το παρελθόν και ξέροντας ότι χωρίς οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η στοιχειώδης κοινωνική ζωή, πρέπει να μας απασχολεί πώς η πυραμοειδή οργάνωση σχεδόν όλης της κοινωνικής ζωής έχει αντέξει μέσα στον χρόνο, που από την προϊστορία έχει φτάσει μέχρι σήμερα στην λεγομένη εποχή του μεταμοντερνισμού. Η πυραμίδα είναι παντού, και μια  σοβαρή ρηγμάτωσή της  είναι η ισχυρή αναρχική οργάνωση. Τότε  μόνο το κράτος (δηλαδή η μεγαπυραμίδα), θα δούμε αν πραγματικά θα ανεχτεί τον δυισμό.

Το να αντιγράψουμε αυτές τις φόρμες στη σημερινή εποχή, σίγουρα θα αποδειχθεί αν όχι χυδαία εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό – ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές λίγο πολύ με τέσσερα θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμά τους:

α. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της (από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια του εαυτού, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης , ελευθεριακά σχολεία, κτλ)

 β. με τον κοινοτισμό – κομουναλισμό με κορύφωση την ομοσπονδία και συνομοσπονδία.

γ. Με  τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό αντιαυταρχικό κολεκτιβισμό.

δ. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό.

Μέχρι τότε,   τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πειραματιστούμε. Άλλωστε  οι νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν!

«…Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave επαναλαμβάνει  την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: «… προς τι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους. Είναι αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον ίδιο σκοπό.  Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που χρειάζονται…». Προτείνει, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής δομής. Κάτι που έγινε δεκτό από την Συνδιάσκεψη των Ρώσων  αναρχικών – κομμουνιστών το 1906. Παραθέτουμε  εδώ ένα μικρό απόσπασμα αυτής της απόφασης :

α) Οι Ρώσοι αναρχικοί – κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης, απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες.

β) Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία,  παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα.

γ) Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες ομάδες που δεν τις εγκρίνουν.

δ) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται ( και πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη.

ε) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί – όπως αποδεικνύει η πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις  … που συγκαλούνται περιοδικά, σε καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις απορρίψουν τελείως…».

Επίσης τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού». Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ΄ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός « ο αναρχισμός  δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός πρώτα απ΄ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού». Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα:  «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄ τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ΄την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».

Ο Κόλλιν Γουώντ γράφει σχετικά (να υπενθυμίσουμε ότι αναφέρεται σε ιδική επαναστατική οργάνωση και όχι σε κοινωνικές δομές, παράλληλα δεν συμφωνούμε πλήρως με αυτό το μοτίβο).  «… ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι΄ αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ’ εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής  αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση  και ότι πρέπει να είναι:

Ι) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.

Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα. Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της.

Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν’ αναπτυχθούν.

Αλλά απ’ αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν’ απαντήσουμε: «Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές». Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σα μία κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν’ αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ’ ένα ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ’ την άποψη δύο ειδών κοινωνικών θεσμών:

1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα  ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.

2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ’ την ορολογία του εργατικού συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής οργάνωσης. Αυτά θεωρήθηκαν σα μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς γνωρίζουμε λίγα  σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία των ομοσπονδιών.

«Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζώρτζ Γοόντκοκ στη βιογραφία του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ’ το πιο απλό επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό περισσότερο κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ’ αυτό το πρωτογενές επίπεδο, η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την  ίδια έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη  αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία…».

* Τα κείμενα είναι αποσπάσματα από τα παρακάτω βιβλία

Το ζήτημα της οργάνωσης

Οργάνωση και Αγώνας για την Αναρχία

Εγχειρίδιο ιστορικότητας λόγου και δράσης. Σύνοψη του κοινωνικού αναρχισμού

Εκδόσεις του Ελευθεριακού Κόσμου