Ιδού ο Άνθρωπος, ο θνητός
Του Γιώργου Μεριζιώτη
Προλογικό
Αν και το σαιτ έχω να το ανανεώσω με δικά μου κείμενα ή αναδημοσίευσης από το τέλος του 2022, (εκτός από το το Παλαιστινιακό) και σε αυτό σαιτ δεν συνήθιζα να δημοσιεύω νεκρολογίες. Είμαι «υποχρεωμένος» να κάνω ένα αφιέρωμα στη μνήμη του πατέρα μου και σύντροφου Νικόλα, για τον λόγο ότι ο Νικόλας είχε χρηματοδοτήσει όλες τις εκδώσεις που είχα κάνει, (*)και πιο παλιά βοηθήσει οικονομικά την συνεργατική που είχαμε φτιάξει αλλά μαζί με την μάνα μου έδινε οικονομική συνδρομή στην αναρχική ομάδα που είχαμε τότε.
Ιδού ο Άνθρωπος, ο θνητός
Υπάρχει μια αντίληψη που λέει ότι ο άνθρωπος είναι ένα τραγικό ον, εγώ την απορρίπτω λέγοντας ότι ο άνθρωπος είναι το πιο αντιφατικό πλάσμα στον πλανήτη.
Ο άνθρωπος δεν είναι τραγικός είναι αντιφατικός και αυτή η αντιφατικότητα του είναι και η τραγωδία του.
Ο άνθρωπος είναι και ειρηνικός και φιλοπόλεμος, και δημιουργικός και καταστροφικός, και καλός και κακός, και αλληλέγγυος και φιλοτομαριστής…. παλεύει με το ζώο (τα ένστικτα) μέσα του αλλά και με την ανθρώπινη λογική. Ο άνθρωπος ειναι και ζώο αλλά και «Άνθρωπος ο σοφός» (Homo sapiens), ο άνθρωπος ειναι οι φάσεις και οι αντιφάσεις του.
Ο άνθρωπος συνειδητοποιώντας την θνητότητα του φοβάται και ξορκίζει τον θάνατο θέλοντας να περάσει στην αθανασία, προς το παρόν αυτό το «πετυχαίνει» ως παρηγοριά μέσα απο τις θρησκευτικές μυθοπλασίες της αιώνιας ζωής στον άλλο κόσμο.
Συνοπτικά: «Η ανθρώπινη ταυτότητα δεν είναι ένα συμπαγές μπλοκ, αλλά ένα «ψηφιδωτό» που διαμορφώνεται από τις συνεχείς εναλλαγές (φάσεις) και τις εσωτερικές ρήξεις (αντιφάσεις), καθιστώντας τον άνθρωπο ένα ον που συνεχώς «γίνεται» και δεν είναι ποτέ οριστικά «έτοιμο».
Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι και προϊόν των κοινωνικών συνθηκών και κοινωνικό υποκείμενο που προσπαθεί να αλλάξει αυτές τις συνθήκες.
Ο μπάρμπα Νίκος σαν άνθρωπος ήταν ζωσμένος και αυτός με τις αντιφάσεις του, ήταν στοργικός αλλά και βάναυσος πατέρας, ήταν επιρρεπής στις ακολασίες αλλά και εγκρατής, ήταν νταής αλλά και φιλήσυχος, ήταν καχύποπτος αλλά και επιρρεπής στις μυθοπλασίες, ήταν θαρραλέος αλλά και φοβικός όμως σταθερά χωρίς αντιφάσεις ήταν εργατικός, φιλόξενος, αλληλέγγυος, πολυμήχανος και οξυδερκής. Το καλό του προσόν ήταν ότι αν συνειδητοποιούσε μια από της αντιφάσεις του πάλευε να την διορθώσει.
Ο μπάρμπα Νίκος, παιδί του πολέμου και της κατοχής που τελείωσε μόνο τις 3 τάξεις του δημοτικού σχολείου, ήταν το τέταρτο παιδί μιας φτωχής εργατικής οικογένειας με 5 παιδιά από την Καλαμάτα. Νεαρός, λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο ήρθε στην πόλη, την Αθήνα (όπως οι περισσότεροι/ες εσωτερικοί μετανάστες) για να βρει δουλειά, στην πόλη γνώρισε την μάνα μας την ερωτεύτηκε και κάνανε 6 παιδιά. Έπαιζε πολύ ωραία φυσαρμόνικα και παρόλο που ήταν σχεδόν αγράμματος, έγραφε ποιήματα, ήταν εφευρετικός, πατεντιάρης, μέχρι που κατασκεύασε ένα δικό του είδος κιθάρας.

Μια από τις πρώτες δουλειές του πατέρα μου, ήταν θυρωρός και κλητήρας στην εφημερίδα Ελευθερία. Μια αστικοδημοκρατική πρωινή εφημερίδα που ξεκίνησε ως αντιστασιακή εφημερίδα τον Αύγουστο του 1944 και σταμάτησε την έκδοσή της την ημέρα του πραξικοπήματος, στις 21 Απριλίου 1967, εκεί γνώρισε πολλούς πολιτικούς όπως τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη και καλλιτέχνες όπως τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη.
Ο μπάρμπα Νίκος έμεινε άνεργος και πήγε προσωρινά -γιατί είχε ήδη παιδιά – να εργαστεί ως εργάτης καθαριότητας στον δήμο Μοσχάτου από εκεί πήρε και σύνταξη, ήταν και για αρκετά χρόνια ταμίας του σωματείου και δεν έχασε καμιά απεργία.
Ο πατέρας μου (όπως πολλοί αγράμματοι άνθρωποι) είχε κληρονομήσει μια φοβερή αφηγηματική ικανότητα από την μάνα του και διηγούνταν στιγμές από την ζωή του σαν σκηνές κινηματογραφικής ταινίας.
Αποσπάσματα τις διηγήσεις του μπάρμπα Νίκου
Από την κατοχή στην Καλαμάτα :
… Ήμασταν πολλά παιδιά πεινασμένα και ψάχναμε μέσα στην πόλη αλλά και στα χωράφια για τροφή. Μια δόση, κοντά στο σπίτι που έμενα στη συνοικία Φραγκοπήγαδο, έπεσε μια οβίδα μάλλον όλμου πάνω σε ένα γερμανικό καμιόνι που μετέφερε κονσέρβες για το στρατό. Έγινε πανηγύρι! Τρέξαμε όλα τα παιδιά και αρχίσαμε να μαζεύουμε κονσέρβες που οι περισσότερες ήταν ξεκοιλιασμένες από την έκρηξη. Δεν φοβηθήκαμε τους γερμανούς.
Πήραμε πολλές κονσέρβες και άλλες τις μοιράσαμε σε γειτόνους και άλλες τις πήγαμε σπίτι, και ενώ πηγαίναμε σπίτι, τρώγαμε και από τις ανοιχτές κονσέρβες. Σε ερώτηση μου στους μεγάλους, ποιοι ρίξανε την οβίδα, μου είπαν μάλλον οι αντάρτες. Από τότε άρχισα να συμπαθώ τους αντάρτες…
… η Καλαμάτα είχε τριπλή κατοχή, τους γερμαναράδες, τους αυστριακούς και τους ιταλούς, οι αυστριακοί ήταν οι πιο βάναυση… σκάγαμε στα γέλια όταν οι γερμαναράδες και οι αυστριακοί προσπαθούσαν να μαζέψουν φραγκόσυκα απο τις μεγάλες φραγκοσυκιές που είχε η συνοικία και τους έμπαιναν τα αγκάθια παντού και έτρεχαν σαν ζουρλοί απο τη φαγούρα και τον πόνο, μόνο κάποιοι Ιταλοί ήξεραν να τα μαζεύουν και να τα καθαρίζουν…
… μια δόση εμείς τα παιδιά μαζί με μεγάλους βοηθήσαμε έναν ιταλό να κρυφτεί και να μην τον εκτελέσου οι γερμαναράδες, το ντύσαμε με ρούχα χωριάτικα και του δώσαμε ένα καλάθι με κλούβια αυγά μέσα ότι δήθεν ήταν αυγουλάς και πούλαγε αυγά, αυτός δεν μπορούσε να πει πουλάω αυγά και φώναζε πολαω αγα.. αγα … το χρωστάγαμε στον Ιταλό γιατί έκλεβε τρόφιμα απο το στρατοπέδου και τα έφερνε σε μας τα παιδιά.
….Μόλις φύγανε οι γερμανοί από την Καλαμάτα, ήρθαν οι αντάρτες με τον Άρη Βελουχιώτη καβάλα σε ένα άλογο, γιατί γινόταν μάχη με τους ταγματασφαλίτες που αρκετοί από αυτούς είχαν ταμπουρωθεί στο μεγάλο καφενείο της Καλαμάτας, το Πανελλήνιο. Όταν ξεπέζεψε ο Άρης, εμείς τα παιδιά παραφυλούσαμε και τρέξαμε να χαιρετήσουμε τον καπετάνιο. Εγώ τον έπιασα από την άκρη του σπαθιού που κρεμότανε στη ζώνη του, και αυτός, χαϊδεύοντας με στο κεφάλι μου λέει, άστο αυτό παιδάκι μου, είσαι μικρός ακόμα.
…Είδα και με τα μάτια μου, στο κέντρο της πόλης, το κρέμασμα του δωσίλογου ταγματασφαλίτη και συνεργάτη των Γερμανών νομάρχη Μεσσηνίας Περρωτή, από τον κόσμο της Καλαμάτας. Εγώ τους αντάρτες τους βοήθαγα μεταφέροντας μηνύματα και πληροφορίες για το που υπάρχουν μπλόκα. Τίποτα άλλο δεν μπορούσα να κάνω, ήμουνα μικρός…
Από την δουλειά του:
…Όταν δούλευα στην εφημερίδα, μου είχαν δώσει ένα γραφειάκι στην είσοδο της και εκεί, σε ένα συρτάρι έκρυβα το κολατσιό μου. Μια δόση, ο Μητσοτάκης, που δεν ήταν ακόμα βουλευτής και ερχόταν στην εφημερίδα γιατί είχε φιλίες με αυτόν που την είχε, τον Πάνο Κόκκα , και έκανε τράκα μπουκάλια ουίσκι και πούρα από τον Κόκκα, ερχόταν και σε μένα, μου έκανε τράκα τσιγάρα και συζητούσαμε.
Μια μέρα, όπως κατέβαινα από τις σκάλες, βλέπω τον Μητσοτάκη στο γραφειάκι να έχει ανοίξει το συρτάρι και να τρώει το κολατσιό μου. Με βλέπει και μου λέει, Νικολάκη πολύ νόστιμο το κολατσιό σου, πειράζει που δοκιμάζω λίγο; Εσύ το φτιάχνεις ή η γυναίκα σου; Και του απαντάω, δεν πειράζει κύριε Κώστα, δοκιμάστε το, η γυναίκα μου το φτιάχνει, να της πεις, αν μπορεί να μου φτιάχνει και μένα και θα την πληρώνω, μου λέει. Και του απαντάω, δεν μπορεί γιατί δεν έχει χρόνο, φροντίζει τα παιδιά της…
Από την καθημερινότητα:
…Ήθελα να πάω σινεμά με την μάνα σας, πήρα το ποδήλατο, η Σουλτάνα κάθισε στο πλάι πίσω στη σχάρα και ξεκινήσαμε για τη Λένορμαν που ήταν οι σινεμάδες. Ενώ πηγαίναμε, με σταματάνε οι μπάτσοι, ζητώντας μου να τους ακολουθήσω στο τμήμα. Στο τμήμα άφησαν τη Σουλτάνα να φύγει και άρχισαν εμένα να με ανακρίνουν με ξύλο για 6 ώρες, λέγοντας μου, τι δουλειά έχεις εσύ, ένας τόσο ωραίος άντρας και μάλιστα καλαματιανός με μια ανάπηρη, μήπως την πουλάς; Είσαι σωματέμπορας; Λέγε ρε!… και μου έδωναν σφαλιάρες, τέτοια ήταν η εποχή…
Ο μπάρμπα Νίκος αγαπούσε πολύ τη φύση, τα ζώα και τα λουλούδια, στο σπίτι που είχε φτιάξει σχεδόν μόνος του στα Άνω Λιόσια είχε δυο κρεβατίνες με σταφύλια και πολλά παρτέρια με λουλούδια και πολλά ζώα. Ήξερε πολλά βρώσιμα άγρια χόρτα, βολβούς και άγρια σπαράγγια και από αυτόν μάθαμε και εμείς να μαζεύουμε διάφορα χόρτα στους πρόποδες της Πάρνηθας.
Ο μπάρμπα Νίκος στον στρατό εκπαιδεύτηκε και ήταν μάγειρας, αργότερα στο σπίτι μαγείρευε και αυτός βοηθώντας την μάνα μας που είχε μια μικρή αναπηρία που της άφησε «δώρο» η πολιομυελίτιδα.

Η μάνα μου είχε εξαιρετική φωνή, λέγανε ότι είχε καλύτερη από της Αννας Χρυσάφη και έκανε δοκιμαστικά στον τόπο καταγωγή της, στην ραδιοφωνία της Θεσσαλονίκης. Οι συγγενείς της δεν την άφησαν να γίνει τραγουδίστρια για να μην γίνει πουτάνα. Ο πατέρας έπαιζε φοβερή φυσαρμόνικα και θυμάμαι ο πατέρας να παίζει και η μάνα να τραγουδά, ένα από τα τραγούδια που λέγανε ήταν αυτό:
ΑΝΝΑ ΧΡΥΣΑΦΗ – Απόψε είναι βαριά
https://www.youtube.com/watch?v=mC_fByT12G0
Ο μπάρμπα Νίκος μαζί με την μάνα μας κοντά στα γεράματα τους χάρη και σε εμάς είχαν γίνει αναρχικοί, θυμάμαι που όταν σχόλαγε από την δουλειά στο δήμο, έπαιρνε τον ηλεκτρικό και όταν ο Νώντας Σκυφτούλης μαζί με άλλους/ες μοίραζαν την εφημερίδα Δοκιμή και μετά Αναρχία στον σταθμό της Ομόνοιας καθόταν και μοίραζε και αυτός, και αγαπούσε σαν παιδιά του τον Νίκο Μαζιώτη και την Πόλα Ρούπα, ρωτώντας συνέχεια τι κάνουν αυτά τα παιδιά, είναι καλά στην υγεία τους;
Ο μπάρμπα Νίκος πέθανε πλήρη ημερών στα 92 ήσυχα στο σπίτι του, ίσως ήταν το τελευταίο αετόπουλο της Καλαμάτας (**)
Ο μπάρμπα Νίκος ήταν τόσο υπερήφανος άνθρωπος που δεν καταδέχτηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες του για αυτόν και τα παιδιά του, εγώ δεν θα φιλήσω ποτέ κατουρημένες ποδιές, έλεγε.
Γειά σου πατέρα υπερήφανε!
Δραπετσώνα 3/5/2026
Γιώργος Μεριζιώτης
Σημειώσεις:
*) Για τις εκδόσεις δείτε εδώ:
Εκδόσεις του Ελευθεριακού Κόσμου
**) Τι ήταν τα αετόπουλα της Καλαματας που έσωσαν και το λιμάνι, δες
Αετόπουλα: Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ηρωικής ΕΠΟΝ
https://www.e-prologos.gr/%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%80…/
