Η ανεπάρκεια του οικονομικού υλισμού


Η ανεπάρκεια του οικονομικού υλισμού

Του Ρούντολφ Ρόκερ

 

Grosz, Grey Day

George Grosz- Grey Day 1921

Σχόλιο της σύνταξης

Το κείμενο αυτό του Ρούντολφ Ρόκερ είναι μέρος του τετράτομου έργο του “Εθνικισμός και Πολιτισμός”, αν και γραμμένο την εποχή του μεσοπόλεμου από το 1919- 1933 διατηρεί σε πολλά σημεία (δυστυχώς) την φρεσκάδα του. Σε αυτό το κεφάλαιο ο Ρόκερ καταπιάνεται με την άποψη του οικονομικού (διαλεκτικού ) υλισμού που διατύπωσε ο Μαρξ και οι επίγονοι του μαρξιστές επιχειρώντας να αναγάγουν όλες της ανθρώπινες ενέργειες στης σφαίρα της οικονομίας, της παραγωγής και των συμφερόντων που απορρέουν από αυτή, με την γνωστή (και ολέθρια) ανάγωγη – απαγωγή της κοινωνικής ζωής σε βάση και εποικοδόμημα, όπου βάση της κοινωνικής ζωής είναι οι οικονομικές – παραγωγικές σχέσης και εποικοδόμημα οι κοινωνικές σχέσης λχ η σχέση εξάρτησης κυρίαρχου κυριαρχούμενου.

Πολλοί νέο αναρχικοί επηρεασμένοι από αυτή την μαρξιστική λογική αναπαράγουν  το σκόπιμο  λάθος των μαρξιστών που λένε ότι η οικονομική – κοινωνική εκμετάλλευση προηγήθηκε της πολίτικης αλλοτρίωσης – καταπίεσης,   ανάγοντας την οικονομία σαν την βάση της κοινωνίας και την πολιτική εξουσία σαν το εποικοδόμημα. Για εμάς δεν υπάρχει διαχωρισμός και όταν ένα επαναστατικό ρεύμα επικαλείται μόνο την οικονομική και όχι και την θεσμική αλλαγή κάνει μισή επανάσταση. Αυτή η παραπλανητική θεώρηση ότι αλλάζοντας μετασχηματίζοντας  της παραγωγικές σχέσης στην κοινωνία αλλάζει και το εποικοδόμημα πολίτικη εξουσία – κράτος και μεταβάλλοντας την υπόθεση της πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης σε στάδια  είχε ολέθρια αποτελέσματα για την υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομουνισμού στην ανθρωπότητα και πήγε το κοινωνικό ζήτημα διακόσια χρόνια πίσω.

 

Η ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

Του Ρούντολφ Ρόκερ *

(Κεφάλαιο 1) **

Το κεφάλαιο αυτό πραγματεύεται τα εξής ζητήματα:

Η βούληση για εξουσία ως ένας ιστορικός παράγοντας, επιστήμη και ιστορικές ιδέες, η ανεπάρκεια του οικονομικού υλισμού, οι νόμοι της φυσικής ζωής και η “φυσική της κοινωνίας”, η σπουδαιότητα των ορίων της παραγωγής, οι εκστρατείες του Αλέξανδρου, οι σταυροφορίες, παπισμός και αιρέσεις, η εξουσία ως ένα εμπόδιο της οικονομικής εξέλιξης, ο φαταλισμός της “ιστορικής αναγκαιότητας” και της “ιστορικής αποστολής” η οικονομική θέση και η κοινωνική δραστηριότητα της μπουρζουαζίας, σοσιαλισμός και σοσιαλιστές, οι ψυχικές προϋποθέσεις των ιστορικών μεταβολών, πόλεμος και οικονομία, μονοπώλιο και απόλυτη μοναρχία,κράτος και καπιταλισμός.

Όσο Βαθύτερα ερευνούμε τις επιδράσεις της εξουσια­στικής πολιτικής μέσα στην ιστορία, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να είμαστε πεπεισμένοι ότι η «Βούληση για εξουσία» έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μία από τις ισχυ­ρότερες κινητήριες δυνάμεις στην ανάπτυξη των μορ­φών των ανθρώπινων κοινωνιών. Η ιδέα ότι όλα τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των δεδομένων οικονομικών συν­θηκών και ότι είναι εξηγήσιμα μέσω αυτών δεν μπορεί να αντέξει μπροστά σε μία προσεκτική εξέταση. Το γε­γονός ότι οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδιαίτερες μορφές της κοινωνικής παραγωγής έχουν διαδραματί­σει ένα ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αναγνωρί­ζεται από όλους όσους έχουν προσπαθήσει να κατανοή­σουν εις βάθος τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτό το γεγονός ήταν πολύ καλά γνωστό, προτού ο Μαρξ διατυπώσει τη δική του εξήγηση. Είχε καταδειχθεί μέσα στα γραπτά μιας ολόκληρης σειράς σπουδαίων Γάλλων σοσιαλιστών, όπως ο Σεν Σιμόν, ο Κονσιντεράν, ο Λουί Μπλαν, ο Προυντόν και πολλοί άλλοι, και είναι γνωστό ότι ο Μαρξ κατέληξε στο σοσιαλισμό διαμέσου της με­λέτης αυτών ακριβώς των γραπτών. Επιπλέον, η ανα­γνώριση της σπουδαιότητας και της επίδρασης των οι­κονομικών συνθηκών πάνω στη δομή της κοινωνικής ζωής βρίσκεται στην ίδια τη φύση του σοσιαλισμού.

Δεν είναι η αποδοχή αυτής της ιστορικής και φιλοσο­φικής ιδέας που μας εκπλήσσει μέσα στο Μαρξιστικό εξηγητικό μοντέλο, αλλά η δογματική μορφή με την οποία εκφράσθηκε και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σκέ­ψης του Μαρξ πάνω στον οποίο στήριξε αυτή την ιδέα. Διαβλέπει κανείς, κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, την επί­δραση του Χέγκελ, του οποίου ο Μαρξ υπήρξε μαθητής. Κανείς άλλος, εκτός από το «φιλόσοφο του Απολύτου», τον επινοητή των «ιστορικών αναγκαιοτήτων και των ιστορικών αποστολών», δε θα μπορούσε να μεταδώσει στον Μαρξ μία τέτοια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για τις απόψεις του. Μόνον ο Χέγκελ θα μπορούσε να του έχει εμφυσήσει την πεποίθηση όχι είχε φθάσει στα ίδια τα θεμέλια των «νόμων της κοινωνικής φυσικής», σύμ­φωνα με τους οποίους όλα τα κοινωνικά φαινόμενα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ντετερμινιστική εκδήλωση μίας φύσει αναγκαίας πορείας. Και είναι αλήθεια ότι οι διάδοχοι του Μαρξ συνέκριναν τον «οικονομικό υλισμό» με τις ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Κέπλερ και ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς που ισχυρίσθηκε ότι μέσω της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας ο σοσιαλισμός έγινε επιστημονικός.

Το θεμελιώδες σφάλμα αυτής της θεωρίας είναι ότι τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των κοινωνικών φαινομένων και τις αιτίες των μηχανιστικών φυσικών διαδικασιών. Η επιστήμη ασχολείται αποκλειστικά με όσα φαινόμενα εκδηλώνονται μέσα στο μεγάλο πλαίσιο που ονομάζουμε Φύση, τα οποία περιορίζονται από το χώρο και το χρόνο και υπόκεινται στις προβλέψεις της ανθρώπινης σκέψης. Διότι το βασίλειο της Φύσης είναι ένας κόσμος εσωτερικών σχέσεων και μηχανιστικών αναγκαιοτήτων, όπου κάθε γεγονός λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους νόμους της αιτίας και του αποτελέ­σματος. Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν απρόβλεπτα γεγονότα. Κάθε αυθαιρεσία είναι αδιανόητη. Γι’ αυτόν το λόγο, η επιστήμη ασχολείται με τα ακριβή γεγονότα· κάθε μοναδικό γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τα προηγούμενα πειράματα και δεν εναρμονίζεται με τη θεωρία μπορεί να καταρρίψει ακόμη και την πιο έντονα εκλογικευμένη θεωρητική κατασκευή.

Στον κόσμο της μεταφυσικής σκέψης, η εύχρηστη δήλωση ότι η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα μπορεί να είναι έγκυρη, εν αναθέσει με την επιστήμη όπου δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Μολονότι τα είδη που παράγει η Φύση χαρακτηρίζονται από μία απέραντη ποικιλία, καθένα από αυτά υπόκειται στους ίδιους αναλλοίωτους νόμους. Κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο λαμβάνει χώρα σύμφωνα με αυστηρούς και άκαμπτους κανόνες, όπως ακριβώς και η φυσική ύπαρξη κάθε επίγειου δημιουργήματος. Οι νόμοι της φυσικής μας ύπαρξης δεν υπόκεινται στις ιδιοτρο­πίες της ανθρώπινης βούλησης. Αποτελούν ένα αναπό­σπαστο τμήμα του είναι μας και χωρίς αυτούς θα ήταν αδιανόητη και η ίδια η ύπαρξή μας.

Γεννιόμαστε, τρεφό­μαστε, αποβάλλουμε τις άχρηστες ουσίες, κινούμαστε, τεκνοποιούμε και πεθαίνουμε, χωρίς να έχουμε την ικα­νότητα να μεταβάλλουμε κάποιο τμήμα αυτής της διαδι­κασίας που αποτελείται από αναγκαιότητες, οι οποίες υπερβαίνουν τη βούλησή μας. Ο άνθρωπος μπορεί να καταστήσει τις φυσικές δυνάμεις εξυπηρετικές των σκο­πών του, μπορεί να τις οδηγήσει, μέχρις ενός σημείου, προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, αλλά δεν μπορεί να τις σταματήσει. Εξίσου αδύνατο είναι να παρακάμψει τα ιδιαίτερα γεγονότα που καθορίζουν τη φυσική μας ύπαρ­ξη. Μπορούμε να επεμβαίνουμε στα διάφορα φαινόμε­να που μας συνοδεύουν και συχνά να τα προσαρμόζου­με στη βούλησή μας, αλλά δεν μπορούμε να τα εκδιώ­ξουμε από τη ζωή μας. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να λαμβάνουμε την τροφή μας υπό τη μορφή που μας την προσφέρει η φύση ή να πέφτουμε για ύπνο στο πρώτο βολικό μέρος που θα συναντήσουμε, αλλά δεν μπορού­με να αποφύγουμε το φαγητό ή τον ύπνο, εάν δε θέλουμε να θέσουμε τέλος στη φυσική μας ύπαρξη. Σ’ αυτόν το φυσικό κόσμο των αμείλικτων αναγκαιοτήτων δεν υπάρχει χώρος για μία καθοριστική επέμβαση του ανθρώπου.

Ήταν ακριβώς αυτή η εκδήλωση, μέσα στην αδιάλει­πτη πορεία των κοσμικών και φυσικών γεγονότων, ενός αμείλικτου νόμου που οδήγησε πολλούς στην ιδέα ότι τα γεγονότα της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής υπόκεινται στην ίδια αδυσώπητη αναγκαιότητα και ότι, κατά συνέπεια, μπορούν να υπολογισθούν και να εξηγηθούν με τις επιστημονικές μεθόδους. Οι περισσότερες ιστορικές θεωρίες έχουν τις ρίζες τους σ’ αυτή την εσφαλμένη ιδέα, που χαρακτηρίζεται από την τοποθέτηση στο ίδιο επίπεδο των νόμων της φυσικής ύπαρξής μας, από τη μια, και των σκοπεύσεων των ανθρώπων, από την άλλη. Αυτές, όμως, οι σκοπεύσεις και οι στοχοθεσίες δεν μπο­ρεί να θεωρηθούν παρά μόνον ως αποτέλεσμα του ανθρωπίνου σκέπτεσθαι.

Δεν αρνούμαστε ότι και στην ιστορία υπάρχουν εσω­τερικές σχέσεις που, όπως ακριβώς και στη φύση, μπο­ρούν να ερμηνευθούν επί τη βάσει του σχήματος της αιτίας και του αποτελέσματος. Αλλά στην περίπτωση των κοινωνικών φαινομένων πρόκειται πάντα για μία αιτιό­τητα ενσωματωμένη στους ανθρώπινους στόχους και σκοπούς, που δεν είναι παρά μία εκδήλωση της βούλη­σής μας, ενώ στη φύση πρόκειται για μία αιτιότητα εκ­πορευόμενη από τη φυσική αναγκαιότητα, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη δική μας συμβολή.

Θρησκευτικές ιδέες, ηθικές αντιλήψεις, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, νομικές από­ψεις, πολιτικές οργανώσεις, ιδιοκτησιακοί θεσμοί, μορφές παραγωγής, κ.λ.π., δεν είναι αναγκαστικές συνέπειες της φυσικής μας ύπαρξης, αλλά ξεκάθαρα αποτε­λέσματα της επιθυμίας των ανθρώπων για την πραγμά­τωση κάποιων σκοπών, τεθειμένων εκ των προτέρων από αυτούς τους ίδιους. Κάθε ιδέα που αναφέρεται σε ανθρώπινους σκοπούς είναι ζήτημα γνώμης που δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία της επιστημονικής πρόβλεψης. Η αναγκαιότητα υπάρχει μόνο στο βασίλειο των φυσι­κών γεγονότων.

Στο βασίλειο των ανθρώπινων γνωμών υπάρχει μόνο πιθανότητα: μπορεί να είναι έτσι, αλλά δεν είναι έτσι κατ’ ανάγκην. Κάθε διαδικασία που απορρέει από τη φυσική μας υπόσταση και σχετίζεται μ’ αυτήν αποτελεί ένα γεγονός που βρίσκεται πέραν της βουλήσεως μας. Κάθε κοινωνι­κή διαδικασία, όμως, εκπηγάζει από τους ανθρώπινους σκοπούς και τις ανθρώπινες στοχοθεσίες και λαμβάνει χώρα εντός των ορίων της βουλήσεώς μας. Ως εκ τού­του, δεν υπόκειται στη γενική ιδέα της φυσικής ανα­γκαιότητας.

Ουδεμία αναγκαιότητα οδηγεί μία γυναίκα Ινδιάνα να πιέσει το κεφάλι του νεογέννητου παιδιού της ανά­μεσα σε δύο σανίδες, ώστε να του δώσει το επιθυμητό σχήμα. Δεν είναι παρά ένα έθιμο που εξηγείται βάσει των πεποιθήσεων των ανθρώπων. Εάν οι άνθρωποι ακο­λουθούν την πολυγαμία, τη μονογαμία ή την αγαμία είναι ζήτημα της ανθρώπινης στοχοθεσίας και δεν έχει τίποτε το κοινό με τους νόμους των φυσικών γεγονό­των και με τις αναγκαιότητες τους. Κάθε νομική άποψη, επίσης, είναι ζήτημα πεποίθησης των ανθρώπων που δεν εξαρτάται από καμία φυσική αναγκαιότητα. Το γε­γονός ότι ένας άνθρωπος είναι Μωαμεθανός, Εβραίος, Χριστιανός ή λάτρης του Σατανά δεν έχει ούτε την πα­ραμικρή σχέση με τη φυσική του ύπαρξη. Ο άνθρωπος μπορεί να ζει σε οποιοδήποτε πλαίσιο οικονομικών σχέ­σεων, μπορεί να προσαρμόζεται σε κάθε μορφή οργά­νωσης του πολιτικού βίου, χωρίς καθόλου να προσβάλ­λονται οι νόμοι στους οποίους υπόκειται η φυσική του ύπαρξη. Οι συνέπειες μιας ξαφνικής διακοπής της ισχύος του νόμου της βαρύτητας θα ήταν αδιανόητες. Μία ξαφ­νική διακοπή των σωματικών μας λειτουργιών ισοδυναμεί με Θάνατο. Όμως, εν αντιθέσει, η φυσική ύπαρξη του ανθρώπου δε θα είχε υποστεί την παραμικρή απώλεια, εάν δεν είχε ακούσει ποτέ για τον Κώδικα του Χαμμουραμπί, για το Πυθαγόρειο Θεώρημα ή για την υλι­στική ερμηνεία της ιστορίας.

Όλα όσα διατυπώνουμε πάνω σ’ αυτό το ζήτημα δεν είναι προκατειλημμένες γνώμες, αλλά απλώς ένα απο­δεδειγμένο γεγονός. Κάθε αποτέλεσμα της ανθρώπινης στοχοθεσίας έχει μία τεράστια σημασία για την κοινωνι­κή ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά θα πρέπει να σταματή­σουμε να θεωρούμε τις κοινωνικές διαδικασίες σαν ντετερμινιστικές εκδηλώσεις μιας αναγκαστικής πορείας των γεγονότων. Μία τέτοια θεώρηση μπορεί να οδηγήσει μόνο σε πολύ εσφαλμένα συμπεράσματα και σε μια ολέ­θρια σύγχυση ως προς την κατανόηση των κοινωνικών γεγονότων.

Είναι αναμφιβόλως καθήκον του ιστορικού να εξακρι­βώνει την εσωτερική σύνδεση των ιστορικών γεγονό­των και να διασαφηνίζει τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, αλλά πρέπει να μην ξεχνά ότι αυτή η σύνδεση είναι εντελώς διαφορετικού τύπου από εκείνην των φυ­σικών γεγονότων και πρέπει, συνεπώς, τα ιστορικό γε­γονότα να τυγχάνουν μιας εντελώς διαφορετικής αξιο­λόγησης. Ένας αστρονόμος είναι ικανός να προβλέψει με ακρίβεια δευτερολέπτου μία έκλειψη του ηλίου ή την εμφάνιση ενός κομήτη.

Η ύπαρξη του πλανήτη του Ποσειδώνα είχε υπολογισθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, πριν ακό­μη γίνει ορατός από το ανθρώπινο μάτι. Αλλά μία ακρί­βεια αυτού του είδους είναι δυνατή μόνον όταν δια­πραγματευόμαστε την πορεία των φυσικών γεγονότων. Αναφορικά με τον υπολογισμό ίων ανθρώπινων κινή­τρων σκοπών και προθέσεων δεν υπάρχει καμία αντί­στοιχη ακρίβεια, διότι δεν επιδέχονται κανενός είδους υπολογισμό. Είναι αδύνατο να υπολογίσεις ή να προ­βλέψεις τη μοίρα των φυλών, των γενών, των εθνών η άλλων κοινωνικών μονάδων. Είναι ακόμη αδύνατον να κατακτήσεις την πλήρη εξήγηση του παρελθόντος τους. Διότι η ιστορία, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μεγάλη αρένα προβολής των ανθρωπί­νων στόχων και σκοπών και, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, κάθε ιστορική θεώρηση αποτελεί ένα ζήτημα πεποίθη­σης, που θεμελιώνεται, στην καλύτερη περίπτωση, μόνον πάνω στην πιθανότητα· δεν μπορεί ποτέ να διεκδικήσει την ακλόνητη βεβαιότητα.

Ο ισχυρισμός ότι η μοίρα των κοινωνικών δομών καθορίζεται από τους νόμους της λεγάμενης «κοινωνι­κής φυσικής» δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον ισχυρι­σμό εκείνων των πονηρών γυναικών που καμώνονται πως είναι ικανές να διαβάζουν τη μοίρα των ανθρώπων στα φλιτζάνια και στις ανθρώπινες παλάμες. Είναι αλήθεια ότι το ωροσκόπιο διανέμει ρόλους στους λαούς και στα έθνη, αλλά οι προφητικές ικανότητες της πολιτικής και κοινωνικής αστρολογίας δεν έχουν καμία μεγαλύ­τερη αξία από τα προγνωστικά εκείνων που ισχυρίζο­νται ότι είναι ικανοί να διαβάζουν τη μοίρα του ανθρώ­που μέσα στα άστρα.

Το γεγονός ότι μία ιστορική θεώρηση μπορεί να πε­ριέχει σημαντικές ιδέες για την ερμηνεία των κοινωνι­κών γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο. Εμείς απλώς ανα­τιθέμεθα στον ισχυρισμό ότι η πορεία της ιστορίας υπόκειται στους ίδιους (ή σε παρόμοιους) νόμους στους οποίους υπόκεινται και τα φυσικά ή μηχανικά γεγονότα. Αυτός ο εσφαλμένος και εντελώς ανυπόστατος ισχυρι­σμός εμπεριέχει και έναν ακόμη κίνδυνο. Από τη στιγμή που έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των φυσικών και των κοινωνικών γεγονότων, είναι φυσικό να τείνουμε προς την αναζήτηση μιας θε­μελιώδους πρώτης αιτίας, που θα αποτελούσε, κατά κά­ποιον τρόπο, το νόμο της κοινωνικής Βαρύτητας, ο οποίος θα μας χρησίμευε για τη βασική εξήγηση όλων των ιστορικών γεγονότων. Από τη στιγμή που έχουμε φθάσει σ’ αυτό το σημείο, είναι εύκολο να παραβλέψουμε όλες τις άλλες αιτίες των κοινωνικών δομών καθώς και τις αλληλεπιδράσεις που απορρέουν από αυτές.

Κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυ­μία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα. Όταν τίθενται ζητήματα τέτοιου είδους, η επιστήμη φθάνει στα όριά της, διότι κάθε πιθανότητα στηρίζεται μόνο σε υποθέ­σεις που δεν μπορούν να υπολογισθούν, να ζυγιστούν ή να μετρηθούν. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η θεμελίωση μίας κοσμοαντίληψης, όπως για παράδειγμα ο σο­σιαλισμός, είναι δυνατόν να επικαλείται τα αποτελέσμα­τα της επιστημονικής έρευνας, εν τούτοις δεν είναι δυ­νατό να γίνει η ίδια επιστήμη, διότι η πραγμάτωση των στόχων της δεν εξαρτάται από προκαθορισμένες, ντετερμινιστικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τα φυσικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει νόμος στην ιστορία που να μας δείχνει την πορεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής δρα­στηριότητας. Οποτεδήποτε, μέχρι στιγμής, έγινε προσπά­θεια να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, καθίστατο αμέσως εμφανής η παντελής παιδαριωδία αυτής της απόπειρας.

Ο άνθρωπος είναι άνευ όρων υποταγμένος μόνο στους νόμους του φυσικού του είναι. Δεν μπορεί να μεταβάλλει την κατασκευή του. Δεν μπορεί να διακόψει τη λειτουρ­γία των θεμελιωδών προϋποθέσεων της φυσικής του ύπαρ­ξης ούτε να τις μετατρέψει σύμφωνα με την επιθυμία του. Δεν μπορεί να εμποδίσει ούτε τον ερχομό του πάνω στη γη ούτε το θάνατό του. Δεν μπορεί να αλλάξει την τροχιά του άστρου πάνω στο οποίο ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής του και πρέπει να αποδεχθεί όλες τις συνέπειες της κίνησης της γης μέσα στο σύμπαν, χωρίς να είναι ικανός να τις μετατρέψει, έστω και κατ’ ελάχιστον. Αλλά, η διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής δεν υπόκειται σ’ αυτήν την αναγκαστική πορεία, για τον απλό λόγο ότι είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης βούλη­σης και πράξης.

Ο άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί τις κοινωνικές συνθήκες μέσα τις οποίες ζει ως προκαθορι­σμένες από τη θεϊκή Βούληση ή να τις θεωρήσει ως αποτέλεσμα αναλλοίωτων νόμων, μη υποκείμενων στη βούλησή του. Στην τελευταία περίπτωση, η πίστη εξαναγκάζει τη Βούλησή του και τον οδηγεί στην προσαρ­μογή στις δεδομένες συνθήκες. Όμως, μπορεί, εξίσου καλά, να πείσει τον εαυτό του ότι όλες οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης υπάρχουν μόνον υπό όρους και όχι μπορούν να αλλάξουν από το ανθρώπινο χέρι και από ο ανθρώπινο μυαλό. Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα προ­σπαθήσει να αντικαταστήσει τις κοινωνικές συνθήκες της ζωής του με άλλες και μέσω της δράσης του θα προετοιμάσει το δρόμο για την αναμόρφωση της κοινω­νικής ζωής.

Όσο βαθύτερα και αν φθάσει ο άνθρωπος στη γνώση των κοσμικών νόμων, δεν θα μπορέσει, ωστόσο, να τους αλλάξει, διότι δεν είναι δικό του δημιούργημα. Όμως, κάθε μορφή της κοινωνικής του ύπαρξης, κάθε κοινωνι­κός θεσμός, που του παραδόθηκε από το παρελθόν ως κληροδότημα των μακρινών του προγόνων, είναι αν­θρώπινο δημιούργημα και μπορεί να αλλάξει μέσω της ανθρώπινης βούλησης και πράξης ή να καταστεί εξυπη­ρετικό καινούργιων σκοπών. Μόνο μία τέτοια αντίληψη είναι αληθινά επαναστατική και εμπνευσμένη από το πνεύμα του μέλλοντος. Ο οποιοσδήποτε πιστεύει στην αναγκαστική αλληλοδιαδοχή όλων των ιστορικών γε­γονότων θυσιάζει το μέλλον στο παρελθόν. Ερμηνεύει ία φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, αλλά δεν τα αλλά­ζει. Από αυτήν την άποψη, όλοι οι φαταλισμοί ταυτίζονται, ανεξάρτητα αν έχουν θρησκευτικό, πολιτικό ή οι­κονομικό χαρακτήρα. Οποιοσδήποτε πέφτει στην παγί­δα του φαταλισμού απογυμνώνεται από το πολυτιμότε­ρο χαρακτηριστικό της ζωής του: την σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες αυθόρμητη ενεργητικότητα. Και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη η περίπτωση κατά την οποία ο φαταλισμός εμφανίζεται υπό την μορφή της επιστήμης που στις μέρες μας αντικαθιστά, τόσο συχνά, το ράσο του θεολόγου.

Οι αιτίες, ας το επαναλάβουμε, που υπόκεινται των διαδικασιών της κοινωνικής ζωής δεν έχουν τίποτε το κοινό με τους νόμους των φυσικών και μηχανικών γεγονότων, διότι αποτελούν σαφή αποτελέσματα της ανθρώπινης στοχοθεσίας, που δεν είναι εξηγήσιμη βάσει των επιστημονικών μεθόδων. Η αγνόηση αυτού του γεγονότος αποτελεί μία θανάσιμη αυταπάτη απ την οποία μόνο μία συγκεχυμένη ιδέα της πραγματικότητας μπορεί να προκόψει. Αυτές οι απόψεις μας ισχύουν για όλες τις θεωρίες της ιστορίας που Βασίζονται πάνω στην ιδέα τη αναγκαιότητας της πορείας των κοινωνικού γίγνεσθαι. Ιδιαίτερα δε ισχύουν για τον ιστορικό υλισμό που αναγάγει κάθε ιστορικό γεγονός στους κυρίαρχους όρους της παραγωγής και προσπαθεί Βάσει αυτών να εξηγήσει το κάθε τι. Ουδείς σκεπτόμενο άνθρωπος των ημερών μας δεν μπορεί να μην παραδεχθεί το γεγονός ότι είναι αδύνατη κάθε ορθή αξιολόγηση μιας ιστορικής περιόδου, από τη στιγμή που δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας τους οικονομικούς όρους. Αλλά, πολύ περισσότερο, ουδείς μπορεί να μην παραδεχθεί τη μονομέρεια της άποψης που υποστηρίζει ότι όλη η ιστορία είναι απλώς το αποτέλεσμα των οικονομικών όρων, υπό την επίδραση των οποίων διαμορφώνονται όλα τα άλλα φαινόμενα της ζωής.

Υπάρχουν χιλιάδες γεγονότα μέσα στην ιστορία που δεν μπορούν να εξηγηθούν με καθαρά οικονομικές αι­τίες ή αποκλειστικός και μόνο μέσω αυτών. Είναι πράγ­ματι δυνατό να υπαγάγουμε τα πάντα μέσα στα πλαίσια ενός καθορισμένου σχήματος, αλλά το αποτέλεσμα συ­νήθως δεν αξίζει τον κόπο. Σπανίως εμφανίζεται ένα ιστορικό γεγονός, στη διαμόρφωση του οποίου να μην έχουν συμβάλλει οικονομικές αιτίες, αλλά οι οικονομι­κές δυνάμεις δεν είναι οι μοναδικές κινητήριες δυνά­μεις που έχουν θέσει σε κίνηση τα πάντα. Όλα τα κοι­νωνικά φαινόμενα είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς ποι­κίλων αιτιών, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένες ώστε να είναι εντελώς αδύνατο να διακρίνουμε με σαφήνεια τη μία αιτία από την άλλη. Έχουμε πάντοτε να κάνουμε με την αλληλεπίδρα­ση ποικίλων αιτιών, που, και αν ακόμη τις αναγνωρί­ζουμε με σαφήνεια, δεν μπορούμε να τις υπολογίσουμε κατά τον τρόπο των επιστημονικών μεθόδων.

Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα μέγιστης σπουδαιότητας για εκατομμύρια ανθρώπων που δεν μπορούν να εξηγηθούν επί τη βάσει μιας καθαρώς οικονομικής οπτική. Ποίος θα υποστήριζε, επί παραδείγματι, ότι οι εκστρατείες του Αλεξάνδρου υπήρξαν το αποτέλεσμα των παραγωγικών συνθηκών της εποχής του; Το ίδιο το γε­γονός ότι η τεράστια αυτοκρατορία, που έχτισε ο Αλέ­ξανδρος με το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, άρχισε να καταρρέει αμέσως μετά το θάνατό του απο­δεικνύει πως τα στρατιωτικά και πολιτικά κατορθώματα του Μακεδόνα κοσμοκατακτητή δεν ήταν ιστορικά κα­θορισμένα από τις οικονομικές αναγκαιότητες.

Η επίδραση των ενεργειών του Αλέξανδρου πάνω στην πρόοδο των παραγωγικών συνθηκών της εποχής του υπήρξε ελάχιστη. Όταν ο Αλέξανδρος συνέλαβε το πολεμικό του σχέδιο, ο πόθος για εξουσία, και όχι η οικονομική αναγκαιότητα, διαδραμάτισε ένα σημαντικότατο ρόλο. Η επιθυμία για την κατάκτηση ολόκληρου του κόσμου είχε πραγματικά προσλάβει παθολογικές μορφές μέσα στην προσωπικότητα του φιλόδοξου δεσπότη. Η παρά­φορη εξουσιαστική του μονομανία καθοδηγούσε ολό­κληρη την πολιτική του και ήταν η δύναμη που κατηύθυνε τις πολεμοχαρείς επιχειρήσεις του, που γέμισαν ένα μεγάλο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου με φόνους και λεηλασίες. Ήταν αυτή η εξουσιαστική μονομανία που έκανε τον Αλέξανδρο να θαυμάζει υπέρμετρα τον Καισαροπαπισμό του ανατολίτη δεσπότη και να πιστεύει ότι είναι ημίθεος. Η βούληση για εξουσία, που πάντοτε προέρχεται από κάποια άτομα ή από ορισμένες μικρές μειοψηφίες μέσα στην κοινωνία, αποτελεί, στην πραγματικότητα, τη ση­μαντικότερη διαμορφωτική δύναμη της ιστορίας. Η έκταση της επίδρασής της έχει μέχρι σήμερα προσεχθεί ελαχιστότατα, μολονότι συχνά υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας της μορφοποίησης του συνόλου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Η ιστορία των Σταυροφοριών έχει αναμφιβόλως επηρεασθεί από ισχυρά οικονομικά κίνητρα. Το όνειρο των πλούσιων γαιών της Ανατολής μπορεί να υπήρξε για πολλούς ακτήμονες Σερ και Λόρδους ένα ισχυρότερο κίνητρο από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αλλά τα οι­κονομικά κίνητρα δε θα επαρκούσαν ποτέ από μόνα τους για να κινητοποιήσουν εκατομμύρια ανθρώπων απ’ όλες τις χώρες, εάν αυτοί δεν ήταν διαποτισμένοι από τις έμμονες ιδέες της πίστης, έτσι ώστε να ορμούν αψή­φιστα στο άκουσμα της ιαχής «Είναι θέλημα Θεού!», μολονότι δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για τις τερά­στιες δυσκολίες που συνόδευαν αυτήν την παράξενη περιπέτεια. Η ισχυρή επιρροή της θρησκευτικής πίστης πάνω στους λαούς της εποχής εκείνης αποδεικνύεται από τη λεγόμενη Παιδική Σταυροφορία του έτους 1212.

Αυτή η Σταυροφορία αποφασίσθηκε όταν η αποτυχία των προηγούμενων Σταυροφορικών στρατευμάτων ήταν πλέον εμφανέστατη και όταν οι φανατικοί θρησκόλη­πτοι ανήγγειλαν το νέο ότι ο Πανάγιος Τάφος θα μπο­ρούσε να απελευθερωθεί μόνον από τις τρυφερές ηλι­κίες, μέσω των οποίων ο Θεός θα φανέρωνε στον κόσμο το θαύμα του. Ασφαλώς, δεν ήταν οικονομικά τα κίνητρα που έπεισαν χιλιάδες γονέων να στείλουν τα πλέον αγαπημένα τους πρόσωπα σε σίγουρο θάνατο.

Αλλά ακόμη και το Παπικό Κράτος, που με διστακτικότητα αποφάσισε στην αρχή να καλέσει το Χριστιανικό κόσμο στην Πρώτη Σταυροφορία, κινητοποιήθηκε πε­ρισσότερο από εξουσιαστικούς-πολιτικούς σκοπούς παρά από οικονομικούς. Στον αγώνα τους για την ηγεμονία της Εκκλησίας, ήταν πολύ εξυπηρετικό για τους εκκλη­σιαστικούς ηγέτες να κρατούν πολλούς από τους κοσμι­κούς ηγέτες, που μπορούσαν να είναι ενοχλητικοί με την παρουσία τους στη Δύση, απασχολημένους για μεγάλο διάστημα στην Ανατολή, απ’ όπου δεν μπορούσαν να ενοχλούν την Εκκλησία στην επιδίωξη των σχεδίων της.

Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν και άλλοι, όπως, για παράδειγμα, οι Βενετοί, που γρήγορα αντελήφθησαν τα μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα των Σταυροφοριών και τις χρησιμοποίησαν για την επέκταση της κυριαρ­χίας τους πάνω στη Δαλματική ακτή, τα Ιόνια νησιά και την Κρήτη. Όμως, το να συμπεράνουμε απ’ αυτό ότι οι Σταυροφορίες ήταν αναπόφευκτα καθορισμένες από τις μεθόδους της παραγωγής θα ήταν καθαρή ανοησία.

Όταν η Εκκλησία αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο για την εξολόθρευση των Αλμπιγκέζων, που στοίχισε τη ζωή πολλών χιλιάδων ανθρώπων, ερήμωσε το πιο ελεύ­θερο και πνευματικά πιο προωθημένο τμήμα της Ευρώ­πης, κατέστρεψε την πολύ αναπτυγμένη κουλτούρα και βιομηχανία του και άφησε πίσω του έναν αποδεκατισμένο και οδυνηρά απογυμνωμένο πληθυσμό, δεν οδηγή­θηκε σ’ αυτόν τον αγώνα εναντίον αυτής της αίρεσης από καμία οικονομική σκέψη. Αυτό που διακυβευόταν ήταν η ενότητα της πίστης, που αποτελούσε το θεμέλιο των προσπαθειών της Εκκλησίας για την πολιτική της επικράτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο, και η Γαλλική Μοναρ­χία, που αργότερα υποστήριξε την Εκκλησία σ’ αυτόν τον πόλεμο, εμπνεύσθηκε κυρίως από πολιτικές σκέψεις.

Μέσω αυτού του αιματηρού αγώνα εναντίον των Αλμπιγκέζων, η Γαλλική Μοναρχία έγινε κληρονόμος της Κομητείας του Λανγκντόκ, με την οποία ολόκληρο το νότιο τμήμα της χώρας περιήλθε στα χέρια της, ενισχύοντας, φυσικά, κατά πολύ τις προσπάθειές της για συγκεντροποίηση της εξουσίας. Συνεπώς, ήταν εξαιτίας κυρίως των πολιτικών κινήτρων της Εκκλησίας και του Κράτους που η οικονομική ανάπτυξη μιας από τις παλαιότερες περιοχές της Ευρώπης ανεκόπη βιαίως και που η παλιά εστία μιας υπέροχης κουλτούρας μετατρά­πηκε σ’ ένα σωρό ερειπίων.

Οι μεγάλες κατακτήσεις των Αράβων, και ιδιαίτερα η εισβολή τους στην Ισπανία, που αποτέλεσαν την έναρξη του πολέμου των Επτά Εκατονταετιών, δεν μπορούν να εξηγηθούν με οποιαδήποτε μελέτη, όσο πλήρης και αν είναι, των παραγωγικών συνθηκών εκείνης της εποχής. Θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει κανείς να αποδείξει ότι η ανάπτυξη των οικονομικών όρων ήταν η καθοριστική δύναμη μίας εποχής γεμάτης με έντονα γεγονότα. Μάλι­στα, σ’ αυτήν ειδικά την περίπτωση, είναι εμφανέστατο το ακριβώς αντίθετο, Μετά την κατάκτηση της Γρανάδας, του τελευταίου οχυρού των Μαυριτανών, δημιουργήθηκε στην Ισπανία μία νέα πολιτικο-θρησκευτική εξουσία, που κάτω από την ολέθρια επίδρασή της ανεκόπη για εκατο­ντάδες χρόνια ολόκληρη η οικονομική ανάπτυξη της χωράς. Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή που επέφερε αυτός ο εφιάλτης, ώστε οι συνέπειές της να είναι αισθη­τές, μέχρι σήμερα, πάνω σε ολόκληρη την Ιβηρική Χερσόνησο. Ακόμη και ο πακτωλός του χρυσού, που μετά την ανακάλυψη της Αμερικής έρρευσε στην Ισπανία από το Μεξικό και την παλιά Αυτοκρατορία των Ίνκας, δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει την οικονομική παρακμή και, στην πραγματικότητα, απλώς την επιτάχυνε.

Ο γάμος του Φερδινάνδου της Αραγώνας με την Ισα­βέλλα της Καστίλης έθεσε τα θεμέλια της Χριστιανικής μοναρχίας στην Ισπανία, που δεξί της χέρι ήταν ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Ο ακατάπαυστος πόλεμος εναντίον της εξουσίας των Μαυριτανών, που διεξήχθη υπό το λαβαρο της Εκκλησίας άλλαξε θεμελιωδώς την ψυχική και πνευματική στάση του Χριστιανικού πληθυσμού και δημιούργησε έναν απάνθρωπο θρησκευτικό φανατισμό, που κράτησε την Ισπανία τυλιγμένη στο σκοτάδι για εκατοντάδες χρόνια. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέ­σεις, μπόρεσε να αναπτυχθεί εκείνος ο απαίσιος κληρικο-πολιτικός δεσποτισμός, που, αφού έπνιξε μέσα στο αίμα τις τελευταίες ελευθερίες των Ισπανικών πόλεων, απλώθηκε μέσα στη χώρα σαν ένας φρικτός εφιάλτης για τριακόσια χρόνια. Υπό την καταπιεστική επίδραση αυτής της μοναδικής στο είδος της εξουσιαστικής οργά­νωσης, ενταφιάσθηκαν ακόμη και τα τελευταία υπολείμματα της κουλτούρας των Μαυριτανών, αφού πρώτα εκδιώχθηκαν από τη χώρα οι Εδραίοι και οι Άραβες.

Ολόκληρες επαρχίες, που παλιότερα έμοιαζαν με ανθι­σμένους κήπους, μετατράπηκαν σε αναπαραγωγικές έρημες εκτάσεις, αφού τα αρδευτικά συστήματα και οι δρόμοι των Μαυριτανών δεν ήταν πια παρά ένας σωρός ερειπίων. Βιοτεχνίες, που ήταν μεταξύ των πρώτων στην Ευρώπη, εξαφανίσθηκαν σχεδόν εντελώς από τη χώρα και ο λαός επέστρεψε σε απαρχαιωμένες μεθόδους πα­ραγωγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Fernanáo Garriáo, στη Σεβίλλη των αρχών του 16ου αιώνα υπήρχαν 1.600 αρ­γαλειοί μεταξωτών υφασμάτων, που απασχολούσαν 130.000 εργαζόμενους, ενώ κατά το τέλος του 17ου αιώνα λειτουργούσαν μόνον τριακόσιοι.

«Δεν είναι γνωστό πόσοι αργαλειοί υπήρχαν στο Το­λέδο κατά τον 16ου αιώνα, αλλά γνωρίζουμε ότι υφαίνονταν 435.000 λίβρες μετάξης ετησίως και ότι απασχο­λούνταν 38.484 άτομα. Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνος όλη αυτή η βιοτεχνική δραστηριότητα είχε εξαφανισθεί στη Σεγκόβια, υπήρχαν κατά το τέλος του 17ου αιώνος 6.000 αργαλειοί μάλλινων υφασμάτων, που θεωρούνταν την εποχή εκείνη ως οι καλύτεροι της Ευρώπης. Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνος, αυτός ο βιοτεχνικός τομέας είχε τόσο παρακμάσει ώστε εισήχθησαν ξένοι εργαζό­μενοι για να διδάξουν στους Σεγκοβιανούς την ύφανση και τη βαφη των υφασμάτων. Οι αιτίες αυτής της παρακ­μής ήταν η εκδίωξη των Μαυριτανών, η ανακάλυψη της Αμερικής και η μεγάλη μετανάστευση που ακολούθησε καθώς και ο θρησκευτικός φανατισμός που άδειασε τα εργαστήρια και αύξησε τον αριθμό των ιερέων και των μονάχων. Τη στιγμή που είχαν απομείνει μόνον τριακόσιοι αργαλειοί στη Σεβίλλη ο αριθμός των μοναστηριών είχε αυξηθεί σε 62 και ο κλήρος περιελάμβανε στους κόλπους του 14.000 άτομα».1

Επίσης και ο Ζancada γράφει σχετικκά μ’αυττήν την περίοδο:

Το έτος 1655 17 συντεχνίες εξαφανίσθηκαν από την Ισπανία. Μαζύ τους εξαφανίσθηκαν και οι εργαζό­μενο, στα εργαστήρια σιδήρου, χάλυβας, χαλκού, μολύβδου, θειαφιού, αλουμίνας, κ.λ.π.»2 Ακόμη και η κατάκτηση της Αμερικής από τους Ισπα­νούς, που απογύμνωσε την Ιβηρική Χερσόνησο από τον πληθυσμό της και αιχμαλώτισε μακριά στο νέο κόσμο εκατομμύρια ανθρώπων, δεν μπορεί να εξηγηθεί απο­κλειστικά από «τη δίψα για χρυσό», όσο έντονη και αν ήταν η απληστία του ατόμου. Όταν διαβάζουμε την ιστο­ρία της ξακουστής «Κατάκτησης», καταλαβαίνουμε, μαζύ με τον Prescott, ότι μοιάζει λιγότερο με μία αληθινή περιγραφή των πραγματικών γεγονότων και περισσότε­ρο με κάποιο από τα αναρίθμητα ρομαντικά μυθιστορή­ματα της περιπλάνησης των ιπποτών, που, ιδιαίτερα στην Ισπανία, έχαιραν μεγάλης αγάπης και εκτίμησης. Δεν ήταν αποκλειστικά οικονομικοί οι λόγοι που κατ’ επανάληψιν είλκυσαν ομάδες τολμηρών τυχοδιωκτών στο μυθικό El Dorado, πέρα από το μεγάλο ωκεανό. Μεγάλες Αυτοκρατορίες, όπως εκείνες του Μεξικού και των Ίνκας, που περιελάμβαναν εκατομμύρια ανθρώπων, πέρα από το γεγονός ότι κατείχαν έναν αρκετά υψηλό βαθμό πολιτισμού, κατακτήθηκαν από μία χούφτα απελ­πισμένων τυχοδιωκτών, που δεν δίσταζαν να χρησιμο­ποιήσουν οποιοδήποτε μέσο και που δεν σταματούσαν προ ουδενός κινδύνου, από τη στιγμή που και η ίδια η ζωή τους δεν είχε πλέον γι’ αυτούς μεγάλη αξία.

Αυτό το γεγονός εξηγείται μόνον όταν εξετάσουμε ενδελεχέστερα αυτό το μοναδικό ανθρώπινο υλικό, το σκληραγωγημένο από τον κίνδυνο, που είχε βαθμιαία δημιουργηθεί μέσα από έναν πόλεμο επτακοσίων χρόνων. Μόνο μία εποχή στην οποία η ιδέα της ειρήνης ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει να έμοιαζε με ένα όμορφο παραμύθι ενός πολύ μακρινού παρελθόντος και όπου οι πόλεμοι διάρκειας αιώνων, που διεξάγονταν με κάθε ωμότητα, φαίνονταν ως η κανονική συνθήκη της ζωής μπορούσε να έχει δημιουργήσει αυτόν τον αχαλίνωτο θρησκευτι­κό φανατισμό, που χαρακτήριζε τους Ισπανούς της επο­χής εκείνης. Ετσι μόνον μπορεί να γίνει κατανοητή αυτή η ιδιαίτερη ορμή προς μία διαρκή αναζήτηση της περιπέ­τειας. Για μία εσφαλμένη αντίληψη της τιμής, που συχνά στερούνταν κάθε πραγματικού υποβάθρου, οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι σε κάθε στιγμή να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους. Δεν είναι συμπτωματικό που ο χαρακτήρας του Δον Κιχώτη αναπτύχθηκε στην Ισπανία,ίσως αυτός ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα να μας οδηγεί πολύ μακριά, στην αντικατάσταση της κοινωνιολογίας από τις ανακαλύψεις της ψυχολογίας, αλλά είναι αναμ­φισβήτητο ότι η ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου έχει μία ισχυρή επίδραση πάνω στη διαμόρφωση του ανθρωπίνου κοινωνικού περιβάλλοντος.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε εκατοντάδες άλλων παραδειγμάτων από τα οποία να καθίσταται σαφές ότι η οικονομία δεν αποτελεί το κέντρο βάρους της κοινωνι­κής ανάπτυξης εν γένει, παρ’ όλον που έχει διαδραματί­σει, αδιαμφισβήτητα, ένα σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφω­ση των ιστορικών διαδικασιών, που δεν πρέπει ούτε να τον παραβλέπουμε ούτε να τον υπερεκτιμάμε. Υπάρχουν εποχές όπου η σπουδαιότητα των οικονομικών συνθη­κών για την πορεία των ιστορικών γεγονότων είναι, σε εκπληκτικό βαθμό, ξεκάθαρη, αλλά υπάρχουν και άλλες όπου θρησκευτικά ή πολιτικά κίνητρα συγκρούονται ολοφάνερα, κατά τρόπον αυθαίρετο, με την κανονική πορεία της οικονομίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα αναχαιτίζουν τη φυσική της ανάπτυξη η τη διοχε­τεύουν προς άλλα κανάλια. Ιστορικά γεγονότα, όπως η Μεταρρύθμιση, ο Τριακονταετής Πόλεμος, οι μεγάλες Επαναστάσεις στην Ευρώπη και πολλά άλλα, δεν μπο­ρούν καθόλου να κατανοηθούν ως καθαρά οικονομικά γεγονότα. Μπορούμε, όμως, με ευκολία να παραδεχθού­με ότι σε όλα αυτά τα γεγονότα οι οικονομικοί παράγο­ντες διαδραμάτισαν ένα ρόλο και συνέβαλαν στη δη­μιουργία τους.

Η παρερμήνευση γίνεται ακόμη σοβαρότερη, όταν προσπαθούμε να προσδιορίσουμε τα διάφορα κοινωνικά στρώματα μιας συγκεκριμένης εποχής ως απλές τυπικές εκφράσεις κάποιων εντελώς καθορισμένων οικονομικών συμφερόντων. Μία τέτοια άποψη όχι μόνο στενεύει το γενικό θεωρητικό πεδίο του μελετητή, αλλά, επί πλέον, διαστρεβλώνει εν όλο την ιστορία και δεν μπορεί παρά να μας οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Ο άνθρω­πος δεν είναι απλώς ένας φορέας κάποιων ιδιαίτερων οικονομικών συμφερόντων. Για παράδειγμα, η μπουρ­ζουαζία, σε όλες τις χώρες που απέκτησε σημαντική κοινωνική δύναμη, έχει συχνά υποστηρίξει κινήματα που δεν καθορίζονταν κατά κανέναν τρόπον από τα οικονο­μικά της συμφέροντα, αλλά συχνά βρίσκονταν σε ανοι­κτή αντιπαράθεση μ’ αυτά. Ο αγώνας της εναντίον της Εκκλησίας, οι προσπάθειές της για την εγκαθίδρυση μιας μόνιμης ειρήνης μεταξύ των εθνών, οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές της απόψεις σχετικά με τον χαρα­κτήρα της κυβέρνησης, που έφεραν τους αντιπροσώ­πους της σε οξύτατη σύγκρουση με τις παραδόσεις της «ελέω Θεού» Βασιλείας, και πολλές άλλες υποθέσεις, για τις οποίες, κατά καιρούς, έδειξε μεγάλο ενθουσια­σμό η μπουρζουαζία, αποδεικνύουν την ορθότητα της άποψής μας.

Δεν αποτελεί απόδειξη περί του αντιθέτου το γεγο­νός ότι η μπουρζουαζία, κάτω από τη συνεχώς αυξανό­μενη επίδραση των οικονομικών της συμφερόντων, γρή­γορα λησμόνησε τα ιδανικά της νιότης της ή ότι τα πρόδωσε, κατά τρόπο χυδαίο. Όταν συγκρίνουμε τη θυελ­λώδη και ορμητική περίοδο των αρχών του σοσιαλιστι­κού κινήματος στην Ευρώπη με τις έμπρακτες πολιτικές των συγχρόνων εργατικών κομμάτων, γρήγορα θα πεισθούμε ότι οι δήθεν εκπρόσωποι του προλεταριάτου δεν είναι καθόλου σε θέση να επικρίνουν την μπουρζουαζία για τις εσωτερικές της μεταβολές. Κανένα απ’ αυτά τα κόμματα δεν έχει κάνει την παραμικρή προσπάθεια να επηρεάσει τις οικονομικές συνθήκες προς την κατεύ­θυνση του σοσιαλισμού, κατά τη διάρκεια της χειρότε­ρης κρίσης που έχει ποτέ περάσει ο καπιταλιστικός κό­σμος. Ποτέ άλλοτε οι οικονομικές συνθήκες δεν ήταν ωριμότερες για έναν πλήρη μετασχηματισμό της καπιτα­λιστικής κοινωνίας.

Ολόκληρο το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Η κρίση, που άλλοτε ήταν απλώς ένα περιοδικό φαινόμενο του καπιταλιστικού κόσμου, έχει εδώ και χρόνια καταστεί η κανονική συνθήκη της κοινωνικής ζωής. Κρίση στη βιο­μηχανία, κρίση στη γεωργία, κρίση στο εμπόριο, κρίση στα δημοσιοοικονομικά! Τα πάντα έχουν συνενωθεί για να αποδείξουν την ανικανότητα του καπιταλιστικού συ­στήματος. Σχεδόν 30.000.000 άνθρωποι είναι καταδικασμένοι εφ’ όρου ζωής σε μία άθλια πενία μέσα σ’ έναν κόσμο που κατασιρέφεται από το παραγωγικό του πλεόνασμα. Αλλά, λείπει το πνεύμα, το σοσιαλιστικό πνεύμα, που αγωνίζεται για μία θεμελιώδη αναδιάρθρωση της κοινωνικής ζωής και που δεν μένει ευχαριστημένο με τις μικρές και ανώδυνες παρεμβάσεις, που απλός παρατείνουν την κρίση, χωρίς ποτέ να μπορούν να απαλείψουν τις αιτίες. Ποτέ άλλοτε δεν αποδείχθηκε τόσο ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνθήκες από μονές τους δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνική δομή, αν 6εν είναι παρούσες μέσα στους ανθρώπους εκείνες οι πνευ­ματικές και διανοητικές προϋποθέσεις που θα δώσουν φτερά στις επιθυμίες τους και θα ενοποιήσουν σε μια κοινή προσπάθεια τις διεσπαρμένες δυνάμεις τους.

Αλλά, τα σοσιαλιστικά κόμματα, καθώς και οι συνδι­καλιστικές οργανώσεις που είναι διαποτισμένες με τις ιδέες τους δεν έχουν αποτύχει μόνο στο ζήτημα της οικονομικής αναδιάρθρωσης της κοινωνίας· έχουν, επί­σης, αποδειχθεί ανίκανα να προστατεύσουν την πολιτι­κή κληρονομιά της αστικής δημοκρατίας. Και τούτο διότι έχουν αποδεχθεί, αμαχητί, τη συρρίκνωση των κεκτημένων, μέσα από μακροχρόνιους αγώνες, ελευθερίων και δικαιωμάτων και, συνεπώς, έχουν συμβάλλει στην άνο­δο του φασισμού στην Ευρώπη, ακόμη και παρά τη θέλησή τους. Στην Ιταλία, ένας από τους πιο επιφανείς εκπροσώ­πους του Σοσιαλιστικού Κόμματος υπήρξε ο δράστης του φασιστικού πραξικοπήματος και μία ολόκληρη ομάδα από τους πιο γνωστούς ηγέτες των εργατών, με επι­κεφαλής τον D’ Aragona, βάδισε προς το στρατόπεδο του Μουσολίνι με αναπεπταμένες τις σημαίες.

Στην Ισπανία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν το μόνο που ήλθε σε συμφωνία με τον δικτάτορα Πρίμο ντε ΡιΒέρα. Και σήμερα επίσης, κατά την ένδοξη εποχή της Δημοκρατίας, που τα χέρια της έχουν Βαφεί κόκκινα από το αίμα των δολοφονημένων εργατών, το Σοσιαλι­στικό Κόμμα αποδεικνύεται ο καλύτερος φύλακας του καπιταλιστικού συστήματος και προσφέρει με προθυμία τις υπηρεσίες του στον περιορισμό των πολιτικών δι­καιωμάτων. Στην Αγγλία, είμαστε μάρτυρες του παράξενου θεά­ματος της αιφνίδιας μεταστροφής στο εθνικιστικό στρα­τόπεδο των γνωστότερων και ικανότερων ηγετών του Εργατικού Κόμματος, που με τη δράση τους κατέφεραν μια συντριπτική ήττα στο κόμμα, του οποίου υπήρξαν υπέρμαχοι για δεκαετίες. Έτσι, o Philip Snowden κατηγόρησε τους παλιούς του συντρόφους ότι «είχαν τοποθετήσει τα ταξικά τους συμφέροντα πάνω από το καλό του Κράτους». Μία μομφή που δυστυχώς δεν δικαιώθηκε αλλά που είναι πολύ χαρακτηριστική για την «Εξοχότητά Του», όπως τώρα αυτός αποκαλείται.

Στη Γερμανία, τόσο η Σοσιαλδημοκρατία όσο και τα εργατικά συνδικάτα έχουν υποστηρίξει μέ όλες τους τις δυάμεις την περιβόητη προσπάθεια των μεγαλοβιομηχάνων καπιταλιστών για τον «εξορθολογισμό» της βιομηχανίας, που τόσο μεγάλες καταστρεπτικές συνέπειες είχε για τους εργαζόμενους και που πρόσφερε την ευκαιρία σε μία ηθικά τελματωμένη μπουρζουαζία να αναρρώσει από τους κλονισμούς που της είχε προξενήσει χαμένος πόλεμος. Ακόμη και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, που με έπαρση αυτοπροσδιοριζόταν ως επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, υιοθέτησε τα εθνικιστικά συνθήματα της αντίδρασης, διότι ήλπιζε ότι, με αυτήν την περιφρονητική απόρριψη των σοσιαλιστι­κών αρχών, θα μπορούσε να αναχαιτίσει την άνοδο του απειλητικού φασισμού.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, ακόμη, πλήθος πα­ραδειγμάτων για να δείξουμε ότι οι εκπρόσωποι της μεγάλης πλειοψηφίας των οργανωμένων στα σοσιαλι­στικά κόμματα εργατών δεν έχουν το δικαίωμα να μέμφονται την μπουρζουαζία για πολιτική αναξιοπιστία ή για προδοσία των παλιών της ιδανικών. Οι εκπρόσωποι του φιλελευθερισμού και της αστικής δημοκρατίας εκ­δήλωσαν στις τελευταίες εκλογές μία προσπάθεια να διασώσουν, τουλάχιστον, τα προσχήματα, ενώ οι δήθεν υπερασπιστές των προλεταριακών συμφερόντων εγκατέλειψαν τις παλιές τους ιδέες, με αδιάντροπη αυταρέ­σκεια, προκειμένου να κάνουν ό,τι ακριβώς έκαναν και οι αντίπαλοί τους.

Πολλοί διαπρεπείς οικονομολόγοι, που δεν διακατέ­χονται από σοσιαλιστικές ιδέες, έχουν εκφράσει την πε­ποίθησή τους ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει φθάσει στο τέλος του και ότι πρέπει στη θέση μιας «οικονομίας του ανεξέλεγκτου κέρδους» να δημιουργηθεί μία άλλη «οικονομία παραγωγής αξιών χρήσης», Βασισμένη σε νέες αρχές, εάν θέλουμε να μην καταστραφεί η Ευρώπη. Παρ’ όλα ταύτα, όλο και περισσότερο γίνεται εμφανές ότι ο σοσιαλισμός ως κίνημα δεν έχει, κατά κανέναν τρόπο, αναπτυχθεί, ούτως ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Οι περισσότεροι από τους εκπροσώπους του σοσιαλιστικού κινήματος δεν έχουν ποτέ προχωρή­σει πέρα από κάποιες ασήμαντες μεταρρυθμίσεις και σπαταλούν τις δυνάμεις τους σε άσκοπες και επικίνδυ­νες φατριαστικές διαμάχες, που με τη βλακώδη μισαλλο­δοξία τους μας υπενθυμίζουν τη συμπεριφορά των πνευ­ματικά απολιθωμένων εκκλησιαστικών οργανώσεων. Ελάχιστα ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι εκατοντά­δες χιλιάδες σοσιαλιστών μέσα στην απελπισία τους αφέθηκαν να πιασθούν στην παγίδα του Τρίτου Ράιχ.

Θα μπορούσε κάποιος, σ’ αυτό το σημείο, να μας αντιτάξει το επιχείρημα ότι οι αναγκαιότητες της ίδιας της ζωής, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή των σοσιαλιστών, εργάζονται προς την κατεύθυνση της μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, διότι μία κρίση χωρίς διέξοδο αποβαίνει στο τέλος αβάστακτη. Δεν είμαστε αρνητικοί απέναντι σ’ αυτό το επιχείρημα, αλλά φοβούμαστε ότι με την παρούσα απουσία του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος μπορεί να επιτελεσθεί μία οικονομική αναδιάρθρωση, μέσα στα πλαίσια της οποίας οι παραγωγοί δε θα έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα λόγου. Θα έλθουν αντιμέτωποι με τετελεσμένα γεγονότα που άλλοι θα έχουν δημιουργήσει γι’ αυτούς, έτσι ώστε, στο μέλλων να πρέπει να είναι ευχαριστημένοι με το ρόλο των πειθήνιων εκτελεστών, που θα έχει εν τω μεταξύ σχεδιασθεί γι’ αυτούς. Αν δε μας παραπλανούν όλα τα σημάδια, οδεύουμε με γιγαντιαία βήματα προς μία εποχή κρατικού καπιταλισμού, που πιθανώς να προσλάβει για εργαζόμενους τη μορφή ενός συγχρόνου συστήματος δουλείας, στο οποίο ο άνθρωπος θα θεωρείται απλώς και μόνον ένα όργανο παραγωγής και κάθε προσωπική ελευθερία θα εξαλειφθεί εντελώς.

Οι οικονομικοί όροι μπορούν, υπό συγκεκριμένες περι­στάσεις, να οξυνθούν τόσο, ώστε η μεταβολή του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος να αποτελεί ζωτική ανα­γκαιότητα. Το ζήτημα, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι προς ποιά κατεύθυνση θα κινηθεί η κοινωνία: θα ακολουθήσει ένα δρόμο προς την ελευθερία ή θα καταλήξει απλώς σε μία βελτιωμένη μορφή δουλείας, όπου οι άνθρωποι, μο­λονότι μπορεί να έχουν εξασφαλισμένο ένα φτωχό επίπε­δο διαβίωσης, θα είναι απογυμνωμένοι από κάθε ανεξαρ­τησία στη δράση τους; Αυτό, και μόνον αυτό, είναι το ουσιαστικό ζήτημα. Η κοινωνική δομή της Αυτοκρατορίας των Ίνκας εξασφάλιζε σε όλους τους υπηκόους της τα αναγκαία προς το ζην, αλλά όλη η χώρα ήταν υποταγμέ­νη σ’ έναν απεριόριστο δεσποτισμό, που τιμωρούσε αμεί­λικτα κάθε εναντίωση στις διαταγές του και υποβίβαζε το άτομο σ’ ένα άβουλο όργανο της κρατικής εξουσίας.

Ο κρατικός καπιταλισμός θα μορούσε να είναι μία διέξοδος από την παρούσα κρίση, αλλά είναι βεβαιότατο ότι δε θα μπορούσε να αποτελέσει το δρόμο προς την κοινωνική ελευθερία. Αντιθέτως, θα βύθιζε τους ανθρώ­πους στο τέλμα μιας δουλείας, που θα περιφρονούσε κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σε κάθε φυλακή, σε κάθε στρατώνα υπάρχει μία εξασφαλισμένη ισότητα κοινωνι­κών συνθηκών: όλοι έχουν το ίδιο φαγητό, τα ίδια ρού­χα, προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες ή εκτελούν τα ίδια καθήκοντα. Αλλά, ποιος θα υποστήριζε υπεύθυνα ότι μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει το σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να αγωνιστούμε.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μία κατάσταση όπου τα μέλη μιας κοινωνικήςοργάνωσης καθορίζουν τις τύχες τους, ελέγχουν τις υποθέσεις τους και έχουν το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της συμμετοχής στη διοίκηση των κοινών υποθέσεων και σε μία άλλη κατάσταση όπου ία μέλη της κοινωνίας δεν είναι παρά όργανα μιας εξω­τερικής βούλησης, πάνω στην οποία δεν ασκούν καμία επιρροή. Κάθε στρατιώτης έχει δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά συσσίτια, αλλά δεν επιτρέπεται να έχει δική του κρίση. Υποχρεούται να υπακουεί τυφλά στις διαταγές των ανωτέρων του, αποσιωπώντας, εν ανάγκη, τη φωνή της συνειδήσεώς του, διότι δεν είναι παρά ένα τμήμα μιας μηχανής που άλλοι θέτουν σε κίνηση.

Καμία τυραννία δεν είναι περισσότερο αβάστακτη από εκείνη μιας παντοδύναμης γραφειοκρατίας, που επεμ­βαίνει σ’ όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων και αφήνει πάνω τους το δικό της σημάδι. Όσο πιο απεριό­ριστη είναι η εξουσία του Κράτους πάνω στη ζωή ίου ατόμου, τόσο περισσότερο ακρωτηριάζει τις δημιουργι­κές του ικανότητες και εξασθενίζει τη δύναμη της προ­σωπικής του βούλησης. Ο κρατικός καπιταλισμός, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του γνήσιου σοσιαλισμού, απαι­τεί την υποταγή στο Κράτος όλων των κοινωνικών δρα­στηριοτήτων. Είναι ο θρίαμβος της μηχανής πάνω στο πνεύμα, η εξορθολσγικοποίηση κάθε σκέψης, δράσης και συναισθήματος, σύμφωνα με τις αμετάβλητες νόρ­μες ιης εξουσίας, και, συνεπώς, είναι το τέλος κάθε αληθινού πνευματικού πολιτισμού. Το γεγονός ότι η έκταση αυτής της απειλητικής ανάπτυξης δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητή μέχρι σήμερα, το γεγονός ότι έχει γίνει αποδεκτή η ιδέα πως αυτή η ανάπτυξη απορρέει ως αναγκαιότητα απο τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο δυσοίωνα σημεία των καιρών μας.

Η επικίνδυνη μανία που Βλέπει κάθε κοινωνικό φαι­νόμενο μόνον ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα των καπι­ταλιστικών μεθόδων παραγωγής έχει εμφυτεύσει στους ανθρώπους την πεποίθηση ότι όλα τα κοινωνικά γεγο­νότα απορρέουν από μία καθορισμένη αναγκαιότητα και ότι δεν μπορούν να μεταβληθούν. Αυτή η φαταλιστική ιδέα μπορεί να οδηγεί μόνο στην παράλυση της δύνα­μης των ανθρώπων για αντίσταση και, κατά συνέπεια, τους κατευθύνει προς ένα συμβιβασμό με τις δεδομένες συνθήκες, ανεξαρτήτως του πόσο φρικτές και απάνθρω­πες μπορεί να είναι.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι οικονομικές συνθήκες ασκούν κάποια επίδραση στις μεταβολές των κοινωνικών σχέ­σεων. Όμως, ο τρόπος με τον οποίον οι άνθρωποι θα αντιδράσουν με τις σκέψεις και με τις πράξεις τους σ’ αυτήν την επίδραση έχει μεγάλη σημασία για τον καθο­ρισμό των βημάτων που πρέπει να αποφασίσουν, προ- κειμένου να επιτύχουν μία προφανώς αναγκαία μεταβο­λή των συνθηκών της ζωής τους. Αλλά, είναι ακριβώς οι σκέψεις και οι πράξεις των ανθρώπων που δεν μπορούν να περιορισθούν στο οικονομικό επίπεδο. Ποιός θα υπο­στήριζε, για παράδειγμα, ότι ο Πουριτανισμός, που έχει αποφασιστικά επηρεάσει την πνευματική ανάπτυξη των Αγγλοσαξώνων μέχρι σήμερα, ήταν το αναγκαστικό αποτέλεσμα της οικονομικής καπιταλιστικής τάξης πραγ­μάτων, που τότε βρισκόταν ακόμη στην παιδική της ηλι­κία, ή ποιός θα προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Παγκό­σμιος Πόλεμος ήταν εντελώς καθορισμένος από τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και ότι, κατά συνέ­πεια, ήταν αναπόφευκτος;

Τα οικονομικά συμφέροντα διαδραμάτισαν, αναμφιβόλως, ένα σημαντικό ρόλο σ’ αυτόν τον Πόλεμο, όπως και σ’ όλους τους άλλους, αλλά δεν θα μπορούσαν από μόνα τους να προξενήσουν αυτή τη θανατηφόρα κατα­στροφή. Η διακήρυξη απλώς και μόνον κάποιων συγκε­κριμένων οικονομικών στόχων δεν θα μπορούσε ποτέ να κινητοποιήσει τις μεγάλες μάζες. Ήταν, συνεπώς, απαραίτητο να υιοθετήσουν οι μάζες την ιδέα ότι ο λό­γος για τον οποίον επρόκειτο να σκοτώσουν τους άλ­λους και να σκοτωθούν και οι ίδιες ήταν «ο καλός και δίκαιος σκοπός». Επομένως, η μία πλευρά πολέμησε «ενα­ντίον του Ρωσσικού δεσποτισμού», για την «απελευθέ­ρωση της Πολωνίας» και, φυσικά, για τα «συμφέροντα της πατρίδας» , που οι Σύμμαχοι είχαν «συνωμοτήσει» να καταστρέψουν. Και η άλλη πλευρά πολέμησε «για το θρίαμβο της Δημοκρατίας», «για την καταστροφή του Πρωσσικού μιλιταρισμού» και «για το γεγονός ότι ο πό­λεμος αυτός θα ήταν ο τελευταίος».

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι πίσω απ’ όλες αυτές τις συσκοτιστικές διακηρύξεις με τις οποίες οι λαοί εξαπατήθηκαν για περισσότερο από τέσσερα χρόνια βρίσκο­νταν τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Αλλά, δεν είναι αυτό το ουσιώδες ζήτημα. Ο αποφασι­στικός παράγοντας είναι ότι χωρίς τη συνεχή προσφυγή στα ηθικά συναισθήματα των ανθρώπων, στο περί δι­καίου αίσθημά τους, κανένας πόλεμος δε θα ήταν δυνα­τός. Το σύνθημα «Ο Θεός τιμωρεί την Αγγλία!» και η κραυγή «Θάνατος στους Ούννους!» κατόρθωσαν να επιτελέσουν, στον τελευταίο Πόλεμο, μεγαλύτερα θαύματα απ’ ό,τι τα γυμνά οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρ­χων τάξεων. Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι προτού οι άνθρωποι οδηγηθούν σε πόλεμο πρέπει να καταληφθούν από ένα πάθος καθώς και από το γεγο­νός ότι αυτό το πάθος μπορεί να διεγερθεί μόνον από πνευματικά και ηθικά κίνητρα.

Δεν ήταν οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που κάθε χρόνο διεκήρυτταν στις εργαζόμενες μάζες ότι κάθε πόλεμος κατά την εποχή του καπιταλισμού προέρχεται από καθα­ρά οικονομικά κίνητρα και που με την έκρηξη του Πα­γκόσμιου Πολέμου εγκατέλειψαν την ιστορικο-φιλοσοφική τους θεωρία και ανύψωσαν τις υποθέσεις του έθνους πάνω από την υπόθεση της τάξης; Και αυτοί οι άνθρωποι ήταν εκείνοι που με θάρρος υποστήριζαν τη Μαρξιστική άποψη, τη διατυπωμένη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι «Η ιστορία όλων των κοινωνιών μέχρι σήμερα είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων».

Ο Λένιν και άλλοι απέδωσαν αυτήν την αποτυχία των περισσότερων σοσιαλιστικών κομμάτων, κατά την έναρ­ξη του πολέμου, στο φόβο των ηγετών τους να αναλά­βουν τις ευθύνες τους και τους επέρριψαν δριμύτατες κατηγορίες γι’ αυτήν την έλλειψη θάρρους. Αποδεχόμε­νοι ότι υπάρχει ένας μεγάλος βαθμός αλήθειας σ’ αυτόν τον ισχυρισμό -μολονότι, σ’ αυτήν την περίπτωση, πρέ­πει να προσέξουμε την απεριόριστη γενίκευση-, είνα απαραίτητο να εξετάσουμε το ερώτημα: τι αποδεικνύεται απ’ αυτό το γεγονός; Εάν, πράγματι, ήταν ο φόβος της ευθύνης και η έλλειψή ηθικού θάρρους που οδήγησε την πλειοψηφία των σοσιαλιστικών ηγετών στην υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων των χωρών τους, τότε αυτό δεν είναι παρά μια επιπλέον απόδειξη της ορθότητας των απόψεων μας.

Το θάρρος και η δειλία δεν εξαρτώνται από τις κυρίαρχες μορφές παραγωγής, αλλά έχουν τις ρίζες τους στα ψυχικά αισθήματα των ανθρώπων. Αλλά, εάν καθαρά ψυχικά κίνητρα μπόρεσαν να έχουν μία τόσο ακαταμά­χητη επιρροή πάνω στους ηγέτες ενός κινήματος εκατομμυρίων ανθρώπων ώστε να εγκαταλείψουν τις βασικές τους αρχές πριν ακόμη ο αλέκτωρ λαλήσει. τρις και και να βαδίσουν μαζί με τους χειρότερους αντιπάλους του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος εναντίον του αποκαλούμενου κληρονομικού εχθρού, απλώς αποδεικνύει ότι οι πράξεις των ανθρώπων δεν μπορούν να εξηγηθούν βάσει των όρων της παραγωγής, με τους τους όποιους συχνά αυτές οι πράξεις έρχονται σε οξύτατη αντίθεση. Κάθε εποχή μέσα στην ιστορία μας παρέχει υπερεπαρκείς μαρτυρίες αυτού του γεγονότος.

Είναι, λοιπόν ολοφάνερο σφάλμα η εξήγηση του τελευταίου Πολέμου αποκλειστικά και μόνον ως αναγκαίο αποτέλεσμα των αντιτιθέμενων οικονομικών συμφερόντων. Θα ήταν δυνατή μία εξέλιξη του καπιταλισμού όπου οι αποκαλούμενοι «καπετάνιοι της παγκόσμιας βιο­μηχανίας” θα συμφωνούσαν μ’ έναν τρόπο φιλικό σχετικά με το ζήτημα της κατοχής των πηγών των πρώτων υλών και των σφαιρών του εμπορίου και της εκμετάλλευσης, όπως ακριβώς οι ιδιοκτήτες των διάφορων οικονομικών συμφερόντων μέσα σε κάθε χώρα συμφωνούν χωρίς να υποχρεώνονται να επιλύουν τις διαφορές τους με στρατιωτική, ισχύ.

Υπάρχει ήδη ένας αρκετά μεγάλος αριθμός διεθνών οργανώσεων παραγωγής, στις οποίες οι καπιταλιστές συγκεκριμένων βιομηχανιών έχουν συγκεντρωθεί για να καθιερώσουν μία καθορισμένη ποσότητα στην παραγωγή των προϊόντων τους μέσα σι κάθε χώρα. Με αυτόν τον τρόπο, έχουν ρυθμίσει τη συνολική παραγωγή των βιομηχανικών τους κλάδων με μία αμοιβαία συμφωνία πάνω σε κάποιες βασικές αρχές. Το Διεθνές Τραστ Χάλυβος στην Ευρώπη αποτελεί ένα παράδειγμα αυτού του είδους. Με μία τέτοια ρύθμιση ο καπιταλισμός δεν χάνει τίποτε από τον ουσιώδη χαρακτήρα του- τα προνόμια του παραμένουν άθικτα. Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία του πάνω στις στρατιές τα μισθωτών σκλάβων ενισχύεται σημαντικά. Συνεπώς, αν σκεφθούμε το ζήτημα από μία εντελώς οικονομική οπτική γωνία, ο πόλεμος δεν ήταν, μα κανέναν τρόπο, αναπόφευκτος. Ο Καπιταλισμός θα μπορούσε να επιβιώσει και χωρίς αυτόν. Πραγματικά, μπορεί κάποιος να υποθέσει, μετά Βεβαιότητος, ότι εάν οι «καπετάνιοι» της καπιταλιστικής οικονομίας μπορούσαν να προβλέψουν τα αποτελέσματα του πολέμου, αυτός θα συνέβαινε ποτέ.

Δεν ήταν αποκλειστικά τα οικονομικά συμφέροντα που διαδραμάτισαν ένα σημαντικό ρόλο στον τελευταίο πόλεμο, αλλά και κίνητρα πολιτικής ισχύος, τα οποία τελικά έκαναν το παν για να εξαπολυθεί ανέλεγκτη η στροφή. Μετά την παρακμή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπη ήταν η Ολλανδία, η Γαλλία και η Αγγλία, που βρίσκονταν μεταξύ τους σε ανταγωνισμό. Η Ολλανδία έχασε γρήγορα ηγετική της θέση και μετά την Ειρήνη του Bred επιρροή της στην πορεία των Ευρωπαϊκών πολιτικών υποθέσεων συνεχώς μειωνόταν. Αλλά και η Γαλλία επί­σης, μετά τον Επταετή Πόλεμο, είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος της παλιάς της κυριαρχίας και δεν μπόρεσε ποτέ να το ανακτήσει, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι οικονο­μικές της δυσκολίες γίνονταν συνεχώς οξύτερες και οδήγησαν σ’ εκείνην την άνευ προηγουμένου καταπίε­ση του λαού από την οποία προήλθε η Επανάσταση.

Ο Ναπολέων αργότερα έκανε τεράστιες προσπάθειες για να ανακτήσει η Γαλλία στην Ευρώπη τη χαμένη της θέση, αλλά έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Η Αγγλία παρέ­μεινε ο αδιάλλακτος εχθρός του Ναπολέοντα, που σύ­ντομα κατάλαβε ότι τα σχέδια του για παγκόσμια κυ­ριαρχία δεν θα μπορούσαν ποτέ να καρποφορήσουν, εάν δεν κατακτούσε το «έθνος των εμπόρων», όπως πε­ριφρονητικά αποκαλούσε την Αγγλία. Ο Ναπολέων έχασε το παιχνίδι, όταν η Αγγλία οργάνωσε εναντίον του όλη την Ευρώπη. Έκτοτε, η Αγγλία έχει διατηρήσει την ηγε­τική της θέση στην Ευρώπη και, στην πραγματικότητα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Αλλά, η Βρεταννική Αυτοκρατορία δεν είναι μία συ­νεχής εδαφική περιοχή, όπως ήταν οι άλλες αυτοκρατο­ρίες πριν απ’ αυτήν. Οι κτήσεις της είναι διασκορπισμέ­νες και στις πέντε ηπείρους και η ασφάλειά τους εξαρτάται από την κατάσταση αυξημένης ισχύος που κατέχει η Βρετανία στην Ευρώπη. Κάθε απειλή αυτής της κατά­στασης συνιστά και απειλή της συνεχιζόμενης κατοχής των αποικιών της. Για όσο χρονικό διάστημα, στην Ηπει­ρωτική Ευρώπη, η διαμόρφωση των σύγχρονων μεγά­λων Κρατών με τους γιγαντιαίους στρατούς και στόλους τους τη γραφειοκρατία τους, τις καπιταλιστικές τους επιχειρήσεις, τις υψηλά αναπτυγμένες Βιομηχανίες τους, τις συμφωνίες τους για το εξωτερικό εμπόριο, τις εξαγω­γές τους και τη συνεχώς αναπτυσσόμενη ανάγκη τους για επέκταση μπορούσαν ακόμη να παραβλέπονται, η θέση της Βρετανία ως παγκόσμιας δύναμης παρέμεινε εντελώς ανέπαφη. Αλλά, όσο ισχυρότερα γίνονταν τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης, τόσο περισσότερο ήταν υποχρεωμένοι οι Βρετανοί να φο­βούνται για τη δική τους ηγεμονία.

Κάθε προσπάθεια οποιοσδήποτε Ευρωπαϊκής δύναμης να εξασφαλίσει νέες αγορές ή εδαφικές περιοχές για την προμήθεια πρώτων υλών, να επεκτείνει τις εξαγωγές της μέσω εμπορικών συμφωνιών με τις ξένες χώρες και να δώσει στα επε­κτατικά της σχέδια τις μεγαλύτερες δυνατές ευκαιρίες οδηγούσαν αναπόφευκτα σε κάποιο σημείο του κόσμου σε μία σύγκρουση, αργά ή γρήγορα, με τη σφαίρα των Βρετανικών συμφερόντων και ήταν αναμενόμενη η συγκαλυμμένη εναντίωση της Βρετανίας. Για το λόγο αυτό, το πρωτεύον μέλημα της Αγγλικής εξωτερικής πολιτικής έγινε, κατ’ ανάγκην, η παρεμπόδιση κάθε άλλης δύναμης από την απόκτηση κυριαρχική επιρροής πάνω στην Ηπειρωτική Ευρώπη ή, όταν αυτό ήταν αναπότρεπτο, η χρησιμοποίηση όλων των ικανοτήτων της για να στρέψει τη μία δύναμη εναντίον τη άλλης. Ως εκ τούτου, η ήττα του Ναπολέοντα του Γ απο τον Πρωσικό στρατό και τη διπλωματία του Βίσμαρκ μόνον ευπρόσδεκτη, και μάλιστα σε μεγάλο Βαθμό, θα μπορούσε να γίνει από τη Βρετανία, διότι η δύναμη της Γαλλίας εξαρθρώθηκε για δεκαετίες. Αλλά, η αναπτύξη της στρατιωτικής δύναμης της Γερμανίας, η εγκαι­νίαση της αποικιακής της πολιτικής και, κυρίως, η δη­μιουργία του στόλου της και η σταθερή ανάπτυξη των επεκτατικών της σχεδίων (καθώς «η προς Ανατολής ορμή της» γινόταν όλο και περισσότερο αισθητή και δυσάρε­στη για την Αγγλία) αποτέλεσαν έναν κίνδυνο για την Βρεταννική Αυτοκρατορία, που δεν ήταν δυνατό να τον παραβλέπει.

Το γεγονός ότι η Βρεταννική διπλωματία χρησιμο­ποίησε αδίστακτα κάθε μέσο, προκειμένου να αντιμετω­πίσει τον κίνδυνο, δεν αποτελεί απόδειξη για το ότι οι αρχιτέκτονες αυτής της τακτικής ήταν εκ φύσεως περισ­σότερο ύπουλοι ή αδίστακτοι απ’ ό,τι οι διπλωμάτες των άλλων χωρών. Η επιπόλαια έκφραση σχετικά με την “άπιστη Αλβιώνα» είναι τόσο ανόητη όσο και η φλυαρία σχετικά με έναν «πολιτισμένο πόλεμο». Εάν η Βρεταννι­κή διπλωματία απεδείχθη ανώτερη από εκείνη των Γερ­μανών, εάν ήταν εξυπνότερη στις μηχανορραφίες της, αυτό συνέβη μόνον επειδή οι εκπρόσωποί της είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπειρία και επειδή, ευτυχώς γι’ αυ­τούς, η πλειοψηφία των υπεύθυνων Γερμανών πολιτι­κών από την εποχή του Βίσμαρκ δεν ήταν παρά άβου­λοι λακέδες της αυτοκρατορικής εξουσίας. Κανένας απ’ αυτούς δεν είχε το θάρρος να εναντιωθεί στις επικίνδυ­νες δραστηριότητες ενός ανεύθυνου ψυχοπαθούς και της αργυρώνητης καμαρίλας του.

Όμως, η πηγή του κακού πρέπει να αναζητηθεί όχι στα μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά στην ίδια την εξουσια­στική πολιτική, ανεξαρτήτως του ποιος την ασκεί και του ποιοι είναι οι άμεσοι στόχοι που επιδιώκει. Η εξουσια­στική πολιτική μπορεί να νοηθεί μόνον όταν είναι έτοι­μη να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, όσο κι αν είναι κατα­δικαστέο από την ατομική συνείδηση, εφ’ όσον αυτό το μέσο υπόσχεται να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα συμφωνεί με τη λογική του κράτους και εξυπηρετεί τους σκοπούς του.

Ο Μακιαβέλι, που είχε το θάρρος να συγκεντρώσει συστηματικά τις μεθόδους με τις οποίες συμπεριφέρεται η Κρατική εξουσία και να τις δικαιώσει στο όνομα της λογικής του Κράτους, το έχει ήδη διατυπώσει με σαφή­νεια στους «Λόγους» του:

«Εάν έχουμε να κάνουμε με την ευημερία της Πατρί­δας, δεν πρέπει να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να επηρεάζονται από το δίκαιο ή το άδικο ή το λάθος, από τη συμπόνοια ή τη σκληρότητα, από τον έπαινο ή τον ψόγο. Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε δίχως λόγο, αλλά πρέπει πάντοτε να αδράχνουμε κάθε μέσο που θα σώσει τη ζωή της χωράς και θα διατηρήσει την ελευθερία της». Για την τέλεια κρατική εξουσία κάθε έγκλημα που διαπράττεται στην υπηρεσία του Κράτους είναι μία αξιέ­παινη πράξη, εάν είναι επιτυχής. Το Κράτος βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού- είναι η επίγεια Θείο Πρόνοια που οι αποφάσεις της είναι, εν τω βάθει τους τόσο ανεξιχνίαστες για τον κοινό υπήκοο όσο είναι και για τον πιστό τα όσα επιτάσσονται μοιραία από την εξου­σία του Θεού. Όπως ακριβώς, σύμφωνα με τα δόγματα των θεολόγων και των σοφών, ο Θεός, με την ανεξιχνίαστη σοφία του, χρησιμοποιεί συχνά τα πιο σκληρό και τρομερά μέσα για να εκπληρώσει τα σχέδιά του έτσι και το Κράτος, σύμφωνα με τα δόγματα της πολιτι­κής θεολογίας, δεν περιορίζεται από τους κανόνες της κοινής ανθρώπινης ηθικότητας, κάθε φορά που αποφα­σίζει να πραγματώσει κάποιους συγκεκριμένους στό­χους, παίζοντας, επικίνδυνα και ψύχραιμα, με τις ζωές και τις τύχες εκατομμυρίων.

Όταν ένας διπλωμάτης πέφτει στην παγίδα που του έχει στήσει ένας άλλος διπλωμάτης, είναι δύσκολο να παραπονεθεί για τα τεχνάσματα και την έλλειψη συνεί­δησης του αντιπάλου του, διότι και αυτός ο ίδιος επιδιώ­κει, φυσικά προς όφελος του, τον ίδιο στόχο και υφίσταται την ήττα μόνον επειδή ο αντίπαλός του μπορεί να παίξει καλύτερα το ρόλο της Θείας Πρόνοιας. Κάποιος που πιστεύει ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την οργα­νωμένη δύναμη που προσωποποιείται στο Κράτος, πρέ­πει να είναι, επίσης, έτοιμος να αποδεχθεί όλες τις συ­νέπειες αυτής της δεισιδαίμονος πίστεως και να θυσιά­σει στον Μολώχ του Κράτους ό,τι το πολυτιμότερο έχει, την ίδια του την προσωπικότητα.

Ήταν κυρίως η σύγκρουση των εξουσιαστικών πολιτι­κών, αποτέλεσμα της αναπόδραστης εξέλιξης των μεγάλων καπιταλιστικών Κρατών, που συνέβαλε σημαντικά στο ξέσπασμα του Παγκόσμιου Πολέμου. Από τη στιγμή που οι λαοί, και ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι, των διαφόρων χορών δεν αντελήφθησαν τη σοβαρότητα της κατάστα­σης και ούτε μπόρεσαν να βρουν το ηθικό σθένος, ώστε να υψώσουν μία αποφασιστική αντίσταση στις υπόγειες ραδιουργίες των διπλωματών, των μιλιταριστών και των κερδοσκόπων, δεν υπήρχε καμία δύναμη πάνω στη γη που να μπορούσε να σταματήσει την καταστροφή. Για δεκαετίες ολόκληρες, κάθε μεγάλο Κράτος εμφανιζόταν σαν ένα γιγάντιο στρατόπεδο αντιτιθέμενο στα άλλα Κράτη και οπλισμένο μέχρις οδόντος, έως ότου , στο τέλος, μια σπίθα ανατίναξε την νάρκη. Δεν ήταν επειδή όλα συνέβησαν όπως έπρεπε να συμβαίνουν που ο κόσμος οδηγήθηκε μ’ ανοιχτά τα μάτια στην άβυσσο, άλλα επειδή οι μεγάλες μάζες σε κάθε χώρα δεν είχαν την παραμικρή ιδέα του τι ποταπό παιχνίδι επρόκειτο να παιχθεί πίσω από την πλάτη τους.

Ήταν εξαιτίας της απίστευτης αδιαφορίας τους και, πάνω απ’ όλα, της τυφλής τους πίστης στην αλάνθαστη ανωτερότητα των εξουσιαστών τους και των αποκαλούμενων πνευματικόν ηγετών τους που για πάνω από τέσσερα χρόνια μπόρεσαν να σέρνονται στο σφαγείο σαν άβουλα κοπάδια. Αλλά, ακόμη και οι μικρές ομάδες των υψηλών διαχειριστών της οικονομίας και της μεγάλης βιομηχανίας, που τόσο φανερά συνέβαλαν στο ξέσπασμα του παγκόσμιου αιματοκυλίσματος , δεν εμπνέονταν στις ενέργειες τους αποκλείστηκα από την προοπτική του υλικού κέρδους. Η άποψη που βλέπει σε κάθε καπιταλιστή μόνο μια μηχανή κέρδους μπορεί να ανταποκρίνεται εξαίσια στις απαιτήσεις της προπαγάνδας, αλλά μόλις και μετά βίας μπορεί να γίνει πιστευτή και να ανταποκριθεί στην πραγματικότητα. Ακόμη και στο σύγχρονο γιγάντιο καπιταλισμό τα εξουσιαστικά πολιτικά συμφέροντα διαδραματίζουν συχνά ένα μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι οι καθαρά οικονομικοί υπολογισμοί μολονότι είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τα μεν από τα δε.

Οι μεγάλοι καπιταλιστές έχουν μάθει να εκτιμούν τη γοητευτική αίσθηση της εξουσίας και τη λατρεύουν με το ίδιο πάθος που τη λάτρευαν στο παρελθόν οι μεγάλοι κατακτητές, είτε βρίσκονται στο στρατόπεδο των αντιπάλων των κυβερνή­σεων τους, όπως ο Hugo Stinnes και οι οπαδοί του κατά την εποχή της Γερμανικής οικονομικής κρίσης, είτε ανα­μειγνύονται αποφασιστικά στην εξωτερική πολιτική των χωρών τους. Ο νοσηρός πόθος να καταστήσει κάποιος εκατομμύρια ανθρώπων υποτακτικούς σε μία συγκεκριμένη βούληση και να οδηγήσει ολόκληρες αυτοκρατορίες προς μία κατεύθυνση εξυπηρετική των σκοτεινών σκοπών καποιων μικρών μειοψηφιών εμφανίζεται συχνότερα στους τυπικούς εκπροσώπους του συγχρόνου καπιταλι­σμού απ’ ό,τι οι καθαρά οικονομικοί υπολογισμοί ή η προοπτική ενός μεγαλύτερου υλικού κέρδους.

Ο πόθος γία συσσώρευση όλο και μεγαλύτερων κερδών δεν ικανοποιεί πλέον σήμερα τις απαιτήσεις των μεγάλων καπιταλιστικών ολιγαρχιών. Καθένα από τα μέλη αυτών των ολιγαρχιών γνωρίζει καλά το πόσο τεράστια είναι η δύναμη που προσπορίζεται το ίδιο -και η κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει- από την κατοχή του μεγάλου πλούτου. Αυτή η γνώση του παρέχει ένα ελκυστικό κίνητρο και του δημιουργεί εκείνη την τυπική συνείδηση της κυριαρχίας, οι συνέπειες της οποίας είναι συχνά περισσότερο καταστρεπτικές απ’ ό,τι οι ενέργειες των ίδιων των μονοπωλίων. Είναι αυτή η πνευματική στάση του σύγχρονου Μεγάλου Αφεντικού της βιομηχανίας και της αναπτυγμένης οικονομίας που καταδικάζει κάθε αντίθεση και δεν θα ανεχθεί καμία ισότητα ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους.

Στους μεγάλους αγώνες μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας αυτό το κτηνώδες πνεύμα της κυριαρχίας συχνά διαδραματίζει έναν περισσότερο αποφασιστικό ρόλο απ’ ό,τι τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα. Οι μικροεργοστασιάρχες των παλαιότερων εποχών διατηρούσαν ακό­μη, έως ένα βαθμό, κάποιες στενές σχέσεις με τον εργα­ζόμενο πληθυσμό και ηταν, συνεπώς, ικανοί να έχουν μία μεγαλύτερη ή μικρότερη κατανόηση της κατάστασης τους. Η σύγχρονη αριστοκρατία του χρήματος, όμως, έχει ακόμη λιγότερες σχέσεις με τις μεγάλες μάζες του λαού απ’ ό,τι είχαν οι Βαρόνοι φεουδάρχες με τους δουλοπάροικους τους, κατά τον 18ο αιώνα. Γνωρίζει τις μάζες μόνον ως συλλογικό αντικείμενο εκμετάλλευσης χάριν των οικονομικών και πολιτικών της συμφερόντων. Σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχει καμία κατανόηση των σκλη­ρών συνθηκών της ζωής τους. Εξ ου, και η ασυνείδητη κτηνωδία, η εξουσιαστική παρόρμηση, η περιφρονητική κάθε ανθρώπινου δικαιώματος, και η αναίσθητη αδιαφο­ρία για τη δυστυχία των άλλων.

Ως απόρροια της ίδιας του της κοινωνικής θέσης, δεν τίθεται κανένα όριο στον εξουσιαστικό πόθο του σύγχρο­νου καπιταλιστή. Μπορεί να αναμειγνύεται με αναίσθητο εγωισμό στη ζωή των συνανθρώπων του και να παίζει το ρόλο της Θείας Πρόνοιας για τους άλλους. Μόνον όταν λάβουμε υπ’ όψιν μας την παθιασμένη παρόρμηση για πολιτική εξουσία τόσο πάνω στο δικό του λαό όσο και πάνω στα ξένα έθνη, είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε, πραγματικά, το χαρακτήρα των τυπικών εκπροσώπων του σύγχρονου καπιταλισμού. Είναι ακριβώς αυτό το διακριτι­κό γνώρισμα που τους καθιστά τόσο επικίνδυνους για τη μελλοντική διάρθρωση της κοινωνίας.

Ο σύγχρονος μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν υπο­στηρίζει άνευ λόγου την Εθνικο-Σοσιαλιστική και τη φασιατική αντίδραση. Αυτή η αντίδραση συμβάλλει στη συντριβή κάθε αντίστασης των εργατικών μαζών, προ- κειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα βασίλειο βιομηχανικής δουλοπαροικίας, όπου ο παραγωγός θα θεωρείται απλώς ως ενα οικονομικό αυτόματο, χωρίς καμία επιρροή πάνω στην πορεία και τον χαρακτήρα των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Αυτή η Καισαρική παραφροσύνη δε γνωρίζει κανέναν περιορισμό. Χωρίς δισταγμό, ποδοπατά εκείνα τα επιτεύγματα του παρελθόντος, που έχουν πολύ συχνά κατακτηθεί με το αίμα του λαού.

Είναι πά­ντα έτοιμη να καταπνίξει με την κτηνώδη βία τα τελευταια δικαιώματα και τις τελευταίες ελευθερίες, που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τα σχέδιά της για υπαγωγή όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων μέσα σε άκαμπτες φόρμες, καθορισμένες από τη βούλησή της. Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος που μας απειλεί σήμερα και που οφείλουμε αμέσως να αντιμετωπίσουμε. Η επιτυχία ή η αποτυχία των εξουσιαστικών σχεδίων του μονοπωλιακού καπιταλισμού θα καθορίσει τη δομή της κοινωνικής ζωής στο εγγύς μέλλον.

Όλο το βιβλίο σε pdf: ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

 

Προσθήκη:

Η κότα γέννησε το αυγό ή το αυγό την κότα;

Σε στήριξη και ενδυνάμωση της θέσης του Ρόκερ δημοσιεύουμε και αυτή την πιο σύγχρονη άποψη που είναι μια περίληψη από το βιβλίο του Μάρεϊ Μπούκτσιν οικολογία της ελευθερίας”

Ο Μπούκτσιν λέει:

{…} Απορρίπτοντας, σε συμφωνία με τις έρευνες του ελευθεριακού ανθρωπολόγου Πιέρ Κλαστρ (μαθητή του Κλωντ Λεβί-Στρως), κάθε προσπάθεια να αποδοθεί η ανάδυση της κυριαρχίας μέσα στην ιστορία σε απλούς οικονομικούς παράγοντες, θέση που υποστηρίζεται τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από τη μαρξιστική σκέψη, ο Μπούκτσιν θεωρεί ότι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο προηγήθηκε και αποτέλεσε τη βάση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Δεν είναι η ανάγκη για πλεόνασμα υλικού πλούτου που δημιουργεί τις ιεραρχίες και τις κυρίαρχες τάξεις· αντιθέτως, είναι οι ιεραρχίες και οι κυρίαρχες τάξεις που δημιουργούν τα τεράστια πλεονάσματα του υλικού πλούτου». Η ιεραρχική διάκριση δεν δημιουρ- γήθηκε απλώς από την ανάγκη να ξεπεραστεί το χαμηλό επίπεδο οικονομίας που χαρακτήριζε τις άγριες κοινωνίες: ήταν αντιθέτως «οι ιεραρχίες με βάση την ηλικία και το φύλο και οι ημι-θρησκευτικές και ημι-πολιτικές ανάγκες που δη­μιούργησαν την εξουσία και εκείνες τις υλικές σχέσεις που προκάλεσαν το σχηματισμό των τάξεων».

Η ανάδυση, μέσα στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινότητας, της ιεραρχίας, δηλαδή των «παραδοσιακών πολιτισμικών και ψυχολογικών συστημάτων της προσταγής και της υπακοής» (η κυριαρχία του ηλικιωμένου πάνω στο νέο, του άνδρα πάνω στη γυναίκα, μίας εθνικής ομάδας πάνω στην άλλη, της πόλης πάνω στην ύπαιθρο, του μυαλού πάνω στο σώμα, μιας επί­πεδης εργαλειακής ορθολογικότητας πάνω στο πνεύμα, της κοινωνίας και της τεχνολογίας πάνω στη φύση) είναι λοιπόν προγενέστερη της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις και της συγκρότησης των κρατικών δομών.

Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία εδραιώθηκε αρχικά πάνω στις βιολογικές διαφορές που υπήρχαν στις οργανικές κοινωνίες μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων, καθώς και μεταξύ των εμβρυωδών μορφών επικοινωνίας με το θείο (οι Σαμάνοι) και της υπόλοι­πης κοινωνίας. Έτσι, διαμορφώθηκαν οι πρώτες κυρίαρχες κάστες, και αυτές οι κοινωνικές ομάδες εξέφρασαν, κατά την πρωτοϊστορία της ανθρωπότητας, την τριλογία της πρω­ταρχικής κυριαρχίας, που προοδευτικά, αργότερα, συγκροτήθηκε στις θεσμισμένες καταστάσεις του στρατού, του κράτους και του κλήρου. Η προοδευτική παρακμή των αξιών και των πρακτικών της αλληλεγγύης των οργανικών κοινω­νιών συμβάδισε με την αρχή εκείνου που, με μια ρουσωική έκφραση, ο Μπούκτσιν ονόμασε «μακρύ χειμώνα της κυριαρ­χίας και της καταπίεσης, που κοινώς είναι γνωστός ως πο­λιτισμός».

Η αποκρυστάλλωση της κυριαρχίας, συνεπώς, κατά τον Μπούκτσιν, δεν έλαβε χώρα μόνο στο υλικό επίπεδο, με τη γέννηση της πόλης, του κράτους, μιας εξουσιαστικής τεχνικής και μιας υψηλά οργανωμένης οικονομίας της αγοράς· η εδραίωση του μονοπωλίου της δύναμης «εκφράστηκε με την εμφάνιση ενός αισθήματος και ενός συνόλου καταπιεστικών αξιών, που οργάνωσαν ψυχολογικά ολόκληρο το βασίλειο της εμπειρίας, κατά μήκος των γραμμών της προσταγής και της υπακοής». Πρόκειται για αυτό που ο Αμερικάνος στοχαστής ονομάζει επιστημολογίες της κυριαρχίας, στις οποίες αφιερώνει κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του πιο σημα­ντικού έργου του, Η Οικολογία της Ελευθερίας , που δεν είναι τυχαίο ότι φέρει τον υπότιτλο Ανάδυση και Αποσύνθεση της ιεραρχίας .

Από τη μια πλευρά, αυτές προώθησαν «την ανάπτυξη της κυριαρχίας και μιας εγωιστικής ηθικής στους κόλπους των κυρίαρχων ομάδων της κοινωνίας»· από την άλλη, «τροφο­δότησαν τους κυριαρχούμενους με ένα ψυχικό μηχανισμό βασισμένο πάνω στην έννοια της ενοχής και της παραίτησης». Στην πραγματικότητα, το κράτος «δεν είναι απλά ένα σύνολο εξαναγκαστικών και γραφειοκρατικών θεσμών. Αποτελεί επίσης και μια διανοητική κατάσταση, μια ενσταλαγμένη νοοτροπία που διευθετεί την πραγματικότητα … Χωρίς ένα υψηλό βαθμό συνεργασίας των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας, η εξουσία του θα εξαφανιζόταν».

Οι επιστημολογίες της κυριαρχίας έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, σύμφωνα με τον Μπούκτσιν, κατά το τέλος του 15 ου αιώνα, όταν η εμφάνιση μιας νέας τάξης, της πρωτο-αστικής και εμπορικής, οδήγησε στη διάδοση των σαφώς αντι-αλληλέγγυων αξιών και μιας αυστηρά χρησιμοθηρικής αντίληψης για τη φύση. Έτσι, ο άνθρωπος ήταν «υποχρεωμένος» να καθυποτάξει τη φύση ως κυρίαρχος, προκειμένου να επιτύχει ένα υψηλό στάδιο προόδου και πολιτισμού. {…}

Τέλος ο Πιέρ Κλαστρ στο βιβλίο “Στοχασμοί πάνω στην έννοια του κράτους” λέει:

{…} Πριν να είναι οικονομική, η αλλοτρίωση είναι πολιτική. Η εξουσία είναι πριν την εργασία, Η οικονομία είναι παράγωγο της πολιτικής. Η ανάδειξη του κράτους καθορίζει και την εμφάνιση των τάξεων». Στη Χαλδαία την Αίγυπτο, εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια, μαζί με το Κράτος, έκανε την εμφάνιση του το καθετί που ξέρουμε και σήμερα: η σύγχρονη πόλη με τους έμπορους της, τους υπαλλήλους της, τους σκλάβους της, τις πόρνες της, τους ιερείς της, τους αστυνομικούς της, τους στρατιωτικούς της, και πάνω απ’ όλους ο ηγεμόνας, ο βασι­λιάς ή ο πρίγκιπας, ή ο πρωθυπουργός, ο οποίος κυβερνά το κράτος διαμέσου της κυβέρνησής του. {…}

 

Σημειώσεις:

1. Fernando Garrido: “Ή σύγχρονη Ισπανία”, τόμος Α’ Βαρκελώνη 1865. Αυτό το έργο του περιέχει ένα πλούσιο υλικό, όπως όλα τα γραπτά του Garrido και ιδιαίτερα το έργο του “Ιστορία των εργατικών τάξεων».

2. Práxedes Zancada: «Ο εργάτης στην Ισπανία. Σημειώσεις πάνω στην πολιτική και την κοινωνική ιστορία”. Βαρκελώνη 1902

* Μικρό βιογραφικό του Ρόκερ εδώ: Ρούντολφ Ρόκερ

** Άλλες δημοσιεύσεις του Ρόκερ εδώ: Ο εθνικισμός ως μια πολιτική θρησκεία

 

Γνωμικό | This entry was posted in ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.

One Response to Η ανεπάρκεια του οικονομικού υλισμού

  1. Παράθεμα: Ρούντολφ Ρόκερ | avrakotos

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.