Το θινκ τανκ του σύγχρονου ρατσισμού

Το θινκ τανκ του σύγχρονου ρατσισμού

 

Του Ιου

ρατσισμόςΤο αντιρατσιστικό κίνημα της Ευρώπης ξεσκουριάζει τα όπλα τού μεσοπολεμικού αντιφασισμού και επιτίθεται στον προκλητικό Αυστριακό νοσταλγό. Όμως η μάχη είναι άνιση. Ο κ. Χάιντερ, όπως και ο Λεπέν, ο Σενχούμπερ ή …ο Καρατζαφέρης δεν έχουν μείνει στα παλιά. Το θινκ τανκ της σύγχρονης δεξιάς, ο Αλέν ντε Μπενουά, τους εφοδιάζει με ένα μεταμοντέρνο ρατσιστικό οπλοστάσιο.

Όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί κανείς, η επιτυχία του Χάιντερ είναι η άλλη όψη της αποτυχίας του σύγχρονου αντιρατσιστικού λόγου. Την ίδια ώρα που ο ανερχόμενος ηγέτης έδινε την εικόνα του σύγχρονου γιάπη, οι αντίπαλοί του σ’ όλη την Ευρώπη προσπαθούσαν να ανακαλύψουν κάποιο γλίστρημα στο λόγο του, κάποια στραβή αναφορά στον Χίτλερ ή στο Άουσβιτς, για να μπορέσουν να προκαλέσουν το σκάνδαλο.

Όμως η μέθοδος αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Ούτε ο Χάιντερ είναι κλωνοποιημένος Χίτλερ, ούτε αυτά που λέει ταυτίζονται υποχρεωτικά με αποσπάσματα από το Μάιν Καμπφ. Το ίδιο σφάλμα που έγινε τη δεκαετία του ’80 στη Γαλλία με τον Λεπέν, μοιάζει να επαναλαμβάνεται από ολόκληρη την ευρωπαϊκή αντιφασιστική πολιτική σκηνή, με αφορμή τις εξελίξεις στην Αυστρία. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, οι ευαισθητοποιημένοι αντιρατσιστές αρκούνται να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου, και αναζητούν τα στοιχεία της ταύτισης του νέου με τον παλιό «φίρερ». Όμως ο σύγχρονος ρατσισμός έχει ήδη προ πολλού μεταλλαχθεί, και έχει πάρει νέες μορφές που δύσκολα αναγνωρίζονται, αν στο μυαλό μας έχουμε μόνο τα στερεότυπα του παρελθόντος. Αυτή η μετάλλαξη χρωστάει πολλά στο κίνημα της Νέας Δεξιάς που γεννήθηκε στη Γαλλία πριν από τριάντα χρόνια.

Το 68 της Νέας Δεξιάς 

Την ίδια χρονιά που η νεολαία ξεσπούσε σε μια παγκόσμια εξέγερση, το 1968, μια μικρή ομάδα διανοουμένων της άκρας δεξιάς στη Γαλλία αναλάμβανε το εγχείρημα να ανασυστήσει μια αξιόπιστη και ελκυστική θεωρία και να αντισταθεί στην ηγεμονία των ιδεών της αριστεράς. Επικεφαλής του εγχειρήματος ήταν ο Αλέν ντε Μπενουά, θεωρητικός και ακτιβιστής μιας από τις πάμπολλες μικρές ομάδες που διεκδικούσαν την πρωτοκαθεδρία σ’ αυτή τη διαδικασία, της ομάδας GRECE (Ένωση Έρευνας και Μελέτης του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού).

Η επιτυχία του ντε Μπενουά οφείλεται στο γεγονός ότι κατάφερε να αναδείξει την ομάδα του σε διαμορφωτή μιας δεξιάς κοινής γνώμης, απογοητευμένης από την επικράτηση των ιδεολογικών εκφραστών της αριστεράς και του μαρξισμού. Πολύ γρήγορα κατάφερε να γίνει το αγαπημένο παιδί μιας μερίδας των συντηρητικών μέσων ενημέρωσης και άρχισε να επηρεάζει άμεσα ευρύτερους πολιτικούς κύκλους. Το 1977, όταν ο μεγαλοεκδότης Ερσάν αγόρασε την εφημερίδα Φιγκαρό, προσέλαβε τον δεξιό θεωρητικό Λουί Ποέλς για την έκδοση του περιοδικού Φιγκαρό-Μαγκαζίν.

Εκείνος, με τη σειρά του, ανέθεσε σε μια ομάδα της GRECE τη διαμόρφωση του νέου πλαισίου του εντύπου. Αυτομάτως η GRECE απέκτησε πανεθνικό και πανευρωπαϊκό ακροατήριο. Με την άνοδο στην εξουσία των σοσιαλιστών το ’81, άρχισαν να στρέφονται προς τις ιδέες της GRECE και τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα UDF και RPR. Την ίδια στιγμή, η GRECE αρχίζει να επηρεάζει ανάλογες κινήσεις στις αγγλοσαξονικές χώρες.

Ως κύριο αντίπαλο της Νέας Δεξιάς η ομάδα του ντε Μπενουά θεωρεί «τον αστικό φιλελευθερισμό και τη Δύση του αμερικάνο-ατλαντισμού.» Πρόκειται για μια νέα μορφή του κλασικού φασιστικού αντικαπιταλισμού και αντιαμερικανισμού, που ριζοσπαστικοποιεί την ευρωκεντρική πολιτική σκέψη του Ντε Γκολ. «Ποτέ μέσα στην ιστορία τους η Γαλλία και η Ευρώπη δεν διατέλεσαν κάτω από τόσο βαθιά κατοχή, όσο σήμερα. Η κατοχή δεν συνοδεύεται πλέον κατανάγκην από το θόρυβο της μπότας. Η κατοχή δεν είναι πλέον μόνο εδαφική και στρατιωτική. Μπορεί να είναι επίσης οικονομική, πολιτισμική, ιδεολογική, πνευματική και ψυχική. Είναι δυνατόν να ασκείται με όρους επίδρασης στην κοινωνική δομή, με ποικίλους εξαναγκασμούς και εξαρτήσεις. Ναι, ποτέ άλλοτε η Γαλλία δεν υπήρξε τόσο λίγο γαλλική. Ποτέ η Ευρώπη δεν υπήρξε τόσο λίγο ευρωπαϊκή.» (ντε Μπενουά, 1987).

Η φυλετική διάσταση αυτής της προβληματικής είχε διαφανεί ήδη από τα πρώιμα κείμενα του συγγραφέα: «Η φυλή είναι η μοναδική πραγματική ενότητα που περικλείει τις ατομικές διαφοροποιήσεις. Η αντικειμενική μελέτη της ιστορίας δείχνει ότι μόνο η ευρωπαϊκή φυλή (λευκή καυκάσια φυλή) από τη στιγμή της εμφάνισής της συνεχίζει να προοδεύει στην ανοδική πορεία της εξέλιξης της ζωής, σε αντίθεση με άλλες φυλές οι οποίες έχουν βαλτώσει και βρίσκονται σε υποχώρηση. Η κύρια αιτία αυτής της προόδου της ευρωπαϊκής φυλής συνίσταται στο ότι έχει συσσωρεύσει στοιχεία επιστημονικής και τεχνικής προόδου, τα οποία σχηματίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Η ευρωπαϊκή φυλή δεν διαθέτει απόλυτη ανωτερότητα. Απλώς είναι η πλέον ικανή να προοδεύει στην κατεύθυνση της εξέλιξης. Εφόσον οι φυλετικοί παράγοντες κληροδοτούνται με στατιστικό τρόπο, κάθε φυλή κατέχει τη δική της ψυχολογία.» (Αλέν ντε Μπενουά «Τι είναι ο εθνικισμός», 1966).

Η εφεύρεση του νέου ρατσισμού

Όμως ο ντε Μπενουά δεν έμεινε στις ρατσιστικές διατυπώσεις παλιού τύπου. Μια από τις κεντρικές νέες ιδέες που εισήγαγε στην ευρωπαϊκή δεξιά είναι ο ρατσισμός νέου τύπου. Πρόκειται γι’ αυτό που πολύ προσφυώς ονόμασε «διαφοριστικό ρατσισμό» ο φιλόσοφος Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, ο σημαντικότερος μελετητής των νεορατσιστικών φαινομένων στη σημερινή Ευρώπη. Ο ντε Μπενουά υιοθέτησε χωρίς δυσκολία το σύνθημα της ριζοσπαστικής αριστεράς «δικαίωμα στη διαφορά» για να εκφράσει τη νέα στρατηγική της (άκρο)δεξιάς, και να την περιβάλει με αντιρατσιστικό μανδύα.

Η αναδιατύπωση του ρατσιστικού λόγου υιοθετεί κλασικά εξωτερικά στοιχεία της αριστερής προβληματικής: τον αντιαμερικανισμό, τον αντικαπιταλισμό, την υποστήριξη του Τρίτου Κόσμου. Στο 33ο τεύχος του περιοδικού Elements της GRECE, ο ντε Μπενουά εξηγείται: «Από το τέλος του Β’ παγκόσμιου πολέμου και ιδιαίτερα σήμερα, διαπιστώνουμε ένα αξιοσημείωτο κύμα τυποποίησης και ισοπεδωτισμού… Αυτό το κύμα ισοπεδωτισμού έχει σχέση με τις προόδους της κυρίαρχης εξισωτικής ιδεολογίας, η οποία θεωρεί ότι οι διαφορές μεταξύ ανθρώπων και πολιτισμών είναι παροδικές ή ήσσονες και κατά φυσική συνέπεια έχει τάση να μη συγκινείται καθόλου από την προϊούσα διάβρωση των διαφορετικών πολιτισμών. (…)

Απέναντι σ’ αυτό το κύμα δεν μπορούμε να ελπίζουμε παρά στην κατάφαση των συλλογικών ιδιαιτεροτήτων, στην πνευματική επανοικειοποίηση των παραδόσεων, στην καθαρή συνείδηση των πολιτισμικών ριζών και ιδιαιτεροτήτων. (…) Ποντάρουμε στο τσάκισμα του ενιαίου μοντέλου, είτε διά μέσου της γέννησης των περιφερειακών γλωσσών είτε διά μέσου της κατάφασης των εθνικών μειονοτήτων είτε φαινομένων τόσο ποικίλων όσο η αποαποικιοποίηση, η κατάφαση της μαύρης φυλής, ο πολιτικός πλουραλισμός των χωρών του Τρίτου Κόσμου, η αναγέννηση ενός λατινοαμερικανικού πολιτισμού, η ανάδυση ενός ισλαμικού πολιτισμού, κλπ.»

Η συγγένεια της προβληματικής αυτής με τη ρητορεία των Ιταλών της Λίγκας του Βορρά, αλλά και με τα συνθήματα που κυριάρχησαν στην Αυστρία πριν τις εκλογές είναι οφθαλμοφανής. Πρόκειται για έναν πραγματικό νέο «τρίτο δρόμο» για την άκρα δεξιά. Αντίθετα με τις κλασικές θέσεις της ακροδεξιάς, αυτός ο νέος ρατσισμός συμβαδίζει με την υιοθέτηση ενός ιδιότυπου «νέου τριτοκοσμισμού», ο οποίος στηρίζεται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των λαών, εναντίον του οικονομικού και πολιτικού ιμπεριαλισμού της Δύσης. Την πολιτική συνέπεια αυτής της θεωρίας διαπιστώνουμε με την απροσδόκητη σύμπλευση ακροδεξιών παραγόντων στις αντινατοϊκές εκδηλώσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Σύμφωνα με τη θεωρία του ντε Μπενουά, η επιστροφή των μεταναστών στην πατρίδα τους απαιτείται στο όνομα του «δικαιώματος στη διαφορά» και του σεβασμού της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Η απαίτηση του αποκλεισμού των ξένων, εφόσον θεωρούνται «μη αφομοιώσιμοι», είναι η λογική συνέπεια του απόλυτου χαρακτήρα που αποδίδεται στις πολιτισμικές διαφορές. Σύμφωνα με τον συνεργάτη του ντε Μπενουά Γκιγιόμ Φε «η πολυφυλετική κοινωνία είναι το λίπασμα του ρατσισμού» και κατά συνέπεια: «Για να φτάσουμε ως το τέλος το δικαίωμα στη διαφορά οφείλουμε να αρνηθούμε την πολυφυλετική κοινωνία και για τους μετανάστες να φροντίσουμε την επιστροφή τους στην πατρίδα τους.» (περιοδικό Elements, χειμώνας ’83-’84). Ανάλογα επιχειρήματα ακούγονται καθημερινά και στις ελληνικές τηλεοράσεις από τα λόμπι των επαγγελματιών ληστευθέντων: «Οι Έλληνες δεν ήταν ρατσιστές πριν έρθουν οι μετανάστες. Για να εκλείψουν τα ρατσιστικά κρούσματα πρέπει να φύγουν οι ξένοι.»

Ο ιδεολογικός, λοιπόν, πυρήνας του νέου ρατσισμού δεν συγκροτείται πλέον από το σχήμα της ανισότητας μεταξύ ανωτέρων και κατωτέρων φυλών, αλλά από το σχήμα της αγεφύρωτης απόστασης μεταξύ πολιτισμικών κοινοτήτων, το οποίο προϋποθέτει μια απόλυτη ετερογένεια μεταξύ των πολιτισμικών και των πνευματικών παραδόσεων κάθε εθνικής ομάδας. Ο ντε Μπενουά φτάνει να υποστηρίζει ότι η θεωρία του είναι η μοναδική «αντιρατσιστική» τοποθέτηση, εφόσον ορίζει το «ρατσισμό» ως ιστορική μορφή του «ολοκληρωτισμού», απόρροια του «μονοθεϊσμού» και τον εντοπίζει στην «παγκοσμιοποίηση».

Η πολιτική της Νέας Δεξιάς είναι λοιπόν η άμυνα και η υποστήριξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε συλλογικής ταυτότητας. «Η επείγουσα αναγκαιότητα για όλους τους πολιτισμούς που έχουν ακόμα συνείδηση του εαυτού τους είναι να ενωθούν εναντίον του μοναδικού κοινού εχθρού: εναντίον όλων αυτών που επιθυμούν να τους καταστρέψουν όλους, για να επιβάλουν σε όλους τον ίδιο ενιαίο τρόπο ύπαρξης, τον ίδιο ρυθμό, το ίδιο επίπεδο ζωής, τον ίδιο ψευδοπολιτισμό του εκφυλισμού και της καταστροφής.» (περ. Elements, Φεβρουάριος 1980).

Ο φόβος της επιμειξίας

Η επιταγή του σεβασμού της διαφοράς δεν ταυτίζεται με το δικαίωμα της ετερότητας. Στην πραγματικότητα η συνεχής επίκληση αυτού του σεβασμού εξυπηρετεί μόνο όσους επιθυμούν πάση θυσία να δικαιολογήσουν την έλλειψη κάθε επαφής, όσους φοβούνται την ανάμειξη ανθρώπων και πολιτισμών. Όμως εδώ βρίσκεται η πεμπτουσία του ρατσισμού. Η διατήρηση της πολιτισμικής απόστασης σημαίνει πριν απ’ όλα την αποφυγή κάθε επιμειξίας. Καταφεύγουμε και πάλι στον Ταγκιέφ: «Η υπόθεση εργασίας μου είναι ότι ο ρατσισμός εκφράζεται αδιακρίτως ως καταγγελία ή ως εξύμνηση της διαφοράς με όρους φυλών ή με όρους πολιτισμών, νοοτροπιών, παραδόσεων, πεποιθήσεων. Όμως, κατά βάθος, ρατσισμός είναι πάντοτε ο φόβος της επιμειξίας.»

Ο λαϊκιστικός εθνικισμός της Ευρώπης, από τον Χάιντερ μέχρι τον Μπόσι και από τον Λεπέν μέχρι τον Πλεύρη και τον Καρατζαφέρη, στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την ιδεολογία της διαφοράς που θεωρητικοποίησε η σχολή του ντε Μπενουά. Στην πολιτική του μορφή ο ρατσισμός αυτός εμπεριέχεται στον εθνικισμό. Αρκούμαστε σε λίγα ενδεικτικά αποσπάσματα:

– Στις 19/9/82 ο Λεπέν δηλώνει: «Δεν έχουμε μόνο το δικαίωμα, αλλά και το καθήκον να υπερασπιζόμαστε την εθνική μας προσωπικότητα και το δικό μας δικαίωμα στη διαφορά.»

– Τον Απρίλιο του ΄85, ο Φρανσουά Μπρινιό (ο οποίος υπηρέτησε από τον Πετέν μέχρι τον Λεπέν) γράφει: «Είναι καλύτερο να αποφύγουμε τις διασταυρώσεις και τις επιμειξίες. Όχι για να διατηρήσουμε την ανωτερότητα της φυλής στην οποία ανήκουμε, αλλά τη διαφορετικότητά της, την ιδιοτυπία της.»

– Τον Σεπτέμβριο του ’87 ο Λεπέν επανέρχεται στο περιοδικό Arabies: «Λατρεύω τους Μαγκρεμπίνους, αλλά η θέση τους είναι στο Μαγκρέμπ. Δεν είμαι ρατσιστής, είμαι υπέρ του έθνους. Για να είναι αρμονικό ένα κράτος πρέπει να διαθέτει μια σχετική εθνική και πνευματική ομοιογένεια».

– Η πατρότητα της προβληματικής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ιδού τι έλεγε ο ντε Μπενουά το 1983, με το ψευδώνυμο Ρομπέρ ντε Ερτ: «Η αλήθεια είναι ότι οι λαοί οφείλουν να διατηρούν και να καλλιεργούν τις διαφορές τους. Η μετανάστευση είναι καταδικαστέα επειδή υποτιμά την ταυτότητα του πολιτισμού στη χώρα υποδοχής, όπως και την ταυτότητα των μεταναστών.»

– Από κοντά και πάλι ο Λεπέν: «Οι λαοί δεν μπορούν να κατατάσσονται σε ανώτερους και κατώτερους. Είναι απλώς διαφορετικοί, και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη αυτές τις διαφορετικές φυσικές ή πολιτισμικές διαφορές.» (Συνέντευξη του 1985)

– Τα ίδια «δίδασκε» μέχρι πρότινος από το κανάλι του Γιώργου Καρατζαφέρη ο επίδοξος Έλληνας Χάιντερ, ο Κώστας Πλεύρης, ο οποίος δεν δίσταζε να εξυμνεί τους κατά τα άλλα μισητούς Εβραίους, επειδή «φροντίζουν τη διατήρηση της δικής τους φυλής».

Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς από αυτές τις πολιτικές δηλώσεις εκείνες που απορρέουν από ένα ιδεολογικό πιστεύω και τις άλλες που γίνονται για να θολώσουν τα νερά και να αποκρύψουν τον παραδοσιακό ρατσισμό των φορέων τους. Το σίγουρο είναι ότι δεν μας κάνει τη χάρη ο «φασισμός» και ο «ρατσισμός» να εμφανιστούν στις μέρες μας με την ίδια ακριβώς μορφή που πήραν την εποχή του μεσοπολέμου. Κάτω από το βάρος της παγκόσμιας καταδίκης και με νωπή ακόμα τη μνήμη των εγκλημάτων, δεν μπορεί να απευθυνθεί ο κλασικός ρατσισμός παρά μόνο σε πολύ μικρές περιθωριακές μειοψηφίες.

Αλλά και ο σύγχρονος αντιρατσιστικός λόγος στηρίζεται στην αντιφασιστική επιχειρηματολογία, η οποία έχει φθαρεί από την κατάχρηση και έχει αποδυναμωθεί από την εμμονή της σε ένα όλο και μακρύτερο παρελθόν. Η δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι αντιρατσιστές στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες οφείλεται στο ότι αδυνατούν να ορίσουν τον σύγχρονο ρατσισμό. Επιμένουν να ταυτίζουν το ρατσισμό μόνο με την απόρριψη των διαφορών και δεν κατανοούν τις νέες, ανέκδοτες μορφές του ρατσισμού που εξυμνούν τις διαφορές και αντικαθιστούν τις «φυλές» με τους «πολιτισμούς».

Η επίκληση της «διαφοράς» αποδεικνύεται ισχυρό πολιτικό χαρτί στα χέρια των νεορατσιστών, ένα χαρτί που τους οδηγεί να διαβαίνουν το κατώφλι της εξουσίας στη Δυτική Ευρώπη. Και την ίδια στιγμή οι αντιρατσιστές «επαγρυπνούν», μήπως διαβεί το φρούριο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας κάποιος νεοναζί με τη σβάστικα και τον διπλού πέλεκυ. Όμως ο εχθρός έχει ήδη μπει στην πόλη. Απλώς κυκλοφορεί με πολιτικά.

η συνέχεια εδώ:  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Γνωμικό | This entry was posted in ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ-ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s