H κότα γέννησε το αυγό η το αυγό την κότα;

Τάξη και  εξουσία

1. Πολλοί  σύντροφοι επηρεασμένοι από μια μαρξιστική λογική αναπαράγουν  το σκόπιμο  λάθος των μαρξιστών που λένε ότι η οικονομική – κοινωνική εκμετάλλευση προηγήθηκε της πολίτικης αλλοτρίωσης – καταπίεσης,   ανάγοντας την οικονομία σαν την βάση της κοινωνίας και την πολιτική εξουσία σαν το εποικοδόμημα. Για εμάς δεν υπάρχει διαχωρισμός και όταν ένα επαναστατικό ρεύμα επικαλείται μόνο την οικονομική και όχι και την θεσμική αλλαγή κάνη μισή επανάσταση. Αυτή η παραπλανητική θεώρηση ότι αλλάζοντας μετασχηματίζοντας  τις παραγωγικές σχέσης στην κοινωνία αλλάζει και το εποικοδόμημα πολίτικη εξουσία – κράτος και μεταβάλλοντας την υπόθεση της πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης σε στάδια  είχε ολέθρια αποτελέσματα για την υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομουνισμού στην ανθρωπότητα και πήγε το κοινωνικό ζήτημα διακόσια χρόνια πίσω.

Ο αναρχικός κομουνισμός στην ουσία πέραν από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής επιζητεί την ενσωμάτωση της οικονομίας μέσα στην κοινωνική ζωή και όχι από πάνω όπως είναι σήμερα και ιδιαίτερα μέσα από την εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ανθρώπινης ζωής και της φύσης των πλασματικών αναγκών και του κέρδους. Όμως πριν να είναι οικονομική, η αλλοτρίωση είναι πολιτική. Η εξουσία είναι πριν την εργασία, Η οικονομία είναι παράγωγο της πολιτικής. Η ανάδειξη του κράτους καθορίζει και την εμφάνιση των τάξεων». Στη Χαλδαία  την Αίγυπτο, εδώ και πέντε χιλιάδες  χρόνια, μαζί με το Κράτος, έκανε την εμφάνιση του το καθετί που ξέρουμε και σήμερα: η σύγχρονη πόλη με τους έμπορους της, τους υπαλλήλους της, τους σκλάβους της, τις πόρνες της, τους ιερείς της, τους αστυνομι­κούς της, τους στρατιωτικούς της, και πάνω απ΄ όλους ο ηγεμόνας, ο βασιλιάς ή ο πρίγκιπας, ή ο πρωθυπουργός,  ο οποίος κυβερνά το κράτος διαμέσου της κυβέρνησής του.

Από παλιά για τους αναρχικούς   όρος κομμουνισμός δεν σήμαινε μια μέθοδο αγώνα και πολύ λιγότερο μια συγκεκριμένη μέθοδο συλλογισμού, αλλά ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ολοκληρωτικά ριζοσπαστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, στη βάση της κοινής ιδιοκτησίας του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, της κοινής απόλαυσης των καρπών της κοινής εργασίας από τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς κανείς να μπορεί να οικειοποιείται κάποιο κοινωνικό κεφάλαιο για τον εαυτό του για τα αποκλειστικά του οφέλη και να αποκλείσει ή να βλάψει τους άλλους.  Ο κομμουνισμός πρέπει να συνθέτει την οικονομική-κοινωνική σχέση  μιας κοινωνίας που έχει μετασχηματιστεί μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας, ενώ η αναρχία  είναι το πολιτικό της αποκορύφωμα. Ο ελευθεριακός κομμουνισμός είναι η οικονομική-πολιτική διευθέτηση πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση. Η αυτοοργάνωση-αυτοδιεύθυνσης όλης τις δημόσιας σφαίρας, η   άμεση δημοκρατία αναφορικά με τους τρόπους λήψης των αποφάσεων της ελευθερίας  του λόγου του πράττειν του σκέπτεστε και του συνέρχεσθε  βρίσκουν την κορύφωση τους στην αναρχία,(δηλαδή, στην απουσία κάθε  κυβέρνησης από τα πάνω), ενώ  η ελεύθερη και εθελούσια οργάνωση από τα « κάτω προς τα πάνω» των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος να εφαρμοστεί ο κομμουνισμός. Η  μια κατάσταση είναι, κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο, η εγγύηση τις άλλης και αντιστρόφως. Από εδώ και η συγκεκριμένη διατύπωση του Αναρχικού κομμουνισμού ως ιδανικού και ως κίνητρου για αγώνα.

2. Απορρίπτοντας, σε συμφωνία με τις έρευνες του Πιέρ Κλαστρ (μαθητή του Κλωντ Λεβί-Στρως), κάθε προσπάθεια να αποδοθεί η ανάδυση της κυριαρχίας μέσα στην ιστορία σε απλούς οικονομικούς παράγοντες, θέση που υποστηρίζεται τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από τη μαρξιστική σκέψη, ο Μπούκτσιν θεωρεί ότι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο προηγήθηκε και αποτέλεσε τη βάση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Δεν είναι η ανάγκη για πλεόνασμα υλικού πλούτου που δημιουργεί τις ιεραρχίες και τις κυρίαρχες τάξεις· αντιθέτως, είναι οι ιεραρχίες και οι κυρίαρχες τάξεις που δημιουργούν τα τεράστια πλεονάσματα του υλικού πλούτου». Η ιεραρχική διάκριση δεν δημιουργήθηκε απλώς από την ανάγκη να ξεπεραστεί το χαμηλό επίπεδο οικονομίας που χαρακτήριζε τις άγριες κοινωνίες: ήταν αντιθέτως «οι ιεραρχίες με βάση την ηλικία και το φύλο και οι ημι-θρησκευτικές και ημι-πολιτικές ανάγκες που δημιούργησαν την εξουσία και εκείνες τις υλικές σχέσεις που προκάλεσαν το σχηματισμό των τάξεων».

Η ανάδυση, μέσα στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινότητας, της ιεραρχίας, δηλαδή των «παραδοσιακών πολιτισμικών και ψυχολογικών συστημάτων της προσταγής και της υπακοής» (η κυριαρχία του ηλικιωμένου πάνω στο νέο, του άνδρα πάνω στη γυναίκα, μίας εθνικής ομάδας πάνω στην άλλη, της πόλης πάνω στην ύπαιθρο, του μυαλού πάνω στο σώμα, μιας επίπεδης εργαλειακής ορθολογικότητας πάνω στο πνεύμα, της κοινωνίας και της τεχνολογίας πάνω στη φύση) είναι λοιπόν προγενέστερη της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις και της συγκρότησης των κρατικών δομών.

Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία εδραιώθηκε αρχικά πάνω στις βιολογικές διαφορές που υπήρχαν στις οργανικές κοινωνίες μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων, καθώς και μεταξύ των εμβρυωδών μορφών επικοινωνίας με το θείο (οι Σαμάνοι) και της υπόλοιπης κοινωνίας. Έτσι, διαμορφώθηκαν οι πρώτες κυρίαρχες κάστες, και αυτές οι κοινωνικές ομάδες εξέφρασαν, κατά την πρωτοϊστορία της ανθρωπότητας, την τριλογία της πρωταρχικής κυριαρχίας, που προοδευτικά, αργότερα, συγκροτήθηκε στις θεσμισμένες καταστάσεις του στρατού, του κράτους και του κλήρου. H προοδευτική παρακμή των αξιών και των πρακτικών της αλληλεγγύης των οργανικών κοινω-νιών συμβάδισε με την αρχή εκείνου που, με μια ρουσωική έκφραση, ο Μπούκτσιν ονόμασε «μακρύ χειμώνα της κυριαρχίας και της καταπίεσης, που κοινώς είναι γνωστός ως πολιτισμός».

Η αποκρυστάλλωση της κυριαρχίας, συνεπώς, κατά τον Μπούκτσιν, δεν έλαβε χώρα μόνο στο υλικό επίπεδο, με τη γέννηση της πόλης, του κράτους, μιας εξουσιαστικής τεχνικής και μιας υψηλά οργανωμένης οικονομίας της αγοράς· η εδραίωση του μονοπωλίου της δύναμης «εκφράστηκε με την εμφάνιση ενός αισθήματος και ενός συνόλου καταπιεστικών αξιών, που οργάνωσαν ψυχολογικά ολόκληρο το βασίλειο της εμπειρίας, κατά μήκος των γραμμών της προσταγής και της υπακοής». Πρόκειται για αυτό που ο Αμερικάνος στοχαστής ονομάζει επιστημολογίες της κυριαρχίας, στις οποίες αφιερώνει κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του πιο σημαντικού έργου του, Η Οικολογία της Ελευθερίας , που δεν είναι τυχαίο ότι φέρει τον υπότιτλο Ανάδυση και Αποσύνθεση της ιεραρχίας .

Από τη μια πλευρά, αυτές προώθησαν «την ανάπτυξη της κυριαρχίας και μιας εγωιστικής ηθικής στους κόλπους των κυρίαρχων ομάδων της κοινωνίας»· από την άλλη, «τροφοδότησαν τους κυριαρχούμενους με ένα ψυχικό μηχανισμό βασισμένο πάνω στην έννοια της ενοχής και της παραίτησης». Στην πραγματικότητα, το κράτος «δεν είναι απλά ένα σύνολο εξαναγκαστικών και γραφειοκρατικών θεσμών. Αποτελεί επίσης και μια διανοητική κατάσταση, μια ενσταλαγμένη νοοτροπία που διευθετεί την πραγματικότητα … Χωρίς ένα υψηλό βαθμό συνεργασίας των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας, η εξουσία του θα εξαφανιζόταν».

Οι επιστημολογίες της κυριαρχίας έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, σύμφωνα με τον Μπούκτσιν, κατά το τέλος του 15 ου αιώνα, όταν η εμφάνιση μιας νέας τάξης, της πρωτο-αστικής και εμπορικής, οδήγησε στη διάδοση των σαφώς αντι-αλληλέγγυων αξιών και μιας αυστηρά χρησιμοθηρικής αντίληψης για τη φύση. Έτσι, ο άνθρωπος ήταν «υποχρεωμένος» να καθυποτάξει τη φύση ως κυρίαρχος, προκειμένου να επιτύχει ένα υψηλό στάδιο προόδου και πολιτισμού…».

3. «…Ο ισχυρισμός ότι η μοίρα των κοινωνικών δομών καθορίζεται από τους νόμους της λεγόμενης «κοινωνι­κής φυσικής» δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον ισχυρι­σμό εκείνων των πονηρών γυναικών που καμώνονται πως είναι ικανές να διαβάζουν τη μοίρα των ανθρώπων στα φλιτζάνια και στις ανθρώπινες παλάμες. Είναι αλήθεια ότι το ωροσκόπιο διανέμει ρόλους στους λαούς και στα έθνη, αλλά οι προφητικές ικανότητες της πολιτικής και κοινωνικής αστρολογίας δεν έχουν καμία μεγαλύ­τερη αξία από τα προγνωστικά εκείνων που ισχυρίζο­νται ότι είναι ικανοί να διαβάζουν τη μοίρα του ανθρώ­που μέσα στα άστρα. Το γεγονός ότι μία ιστορική θεώρηση μπορεί να πε­ριέχει σημαντικές ιδέες για την ερμηνεία των κοινωνι­κών γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο.

 Εμείς απλώς αντι­τιθέμεθα στον ισχυρισμό ότι η πορεία της ιστορίας υπό­κειται στους ίδιους (ή σε παρόμοιους) νόμους στους οποίους υπόκεινται και τα φυσικά ή μηχανικά γεγονότα. Αυτός ο εσφαλμένος και εντελώς ανυπόστατος ισχυρι­σμός εμπεριέχει και έναν ακόμη κίνδυνο. Από τη στιγμή που έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των φυσικών και των κοινωνικών γεγονότων, είναι φυσικό να τείνουμε προς την αναζήτηση μιας θε­μελιώδους πρώτης αιτίας, που θα αποτελούσε, κατά κά­ποιον τρόπο, το νόμο της κοινωνικής βαρύτητας, ο οποίος θα μας χρησίμευε για τη βασική εξήγηση όλων των ιστορικών γεγονότων. Από τη στιγμή που έχουμε φθά­σει σ’ αυτό το σημείο, είναι εύκολο να παραβλέψουμε όλες τις άλλες αιτίες των κοινωνικών δομών καθώς και τις αλληλεπιδράσεις που απορρέουν από αυτές.

Κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυ­μία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα. Όταν τίθενται ζητήματα τέτοιου είδους, η επιστήμη φθάνει στα όρια της, διότι κάθε πιθανότητα στηρίζεται μόνο σε υποθέ­σεις που δεν μπορούν να υπολογισθούν, να ζυγισθούν ή να μετρηθούν. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η θεμελίω­ση μίας κοσμοαντίληψης, όπως για παράδειγμα ο σο­σιαλισμός, είναι δυνατόν να επικαλείται τα αποτελέσμα­τα της επιστημονικής έρευνας, εν τούτοις δεν είναι δυ­νατό να γίνει η ίδια επιστήμη, διότι η πραγμάτωση των στοχων της δεν εξαρτάται από προκαθορισμένες, ντετερμινιστικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τα φυσικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει νόμος στην ιστορία που να μας δείχνει την πορεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής δρα­στηριότητας. Οποτεδήποτε, μέχρι στιγμής, έγινε προσπά­θεια να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, καθί­στατο αμέσως εμφανής η παντελής παιδαριώδη αυτής της απόπειρας.

Όσο βαθύτερα ερευνούμε τις επιδράσεις της εξουσιαστικής πολιτικής μέσα στην ιστορία, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να είμαστε πεπεισμένοι ότι η «Βούληση για εξουσία» έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μία από τις ισχυρότερες κινητήριες δυνάμεις στην ανάπτυξη των μορφών των ανθρώπινων κοινωνιών. Η ιδέα ότι όλα τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των δεδομένων οικονομικών συνθηκών και ότι είναι εξηγήσιμα μέσω αυτών δεν μπορεί να αντέξει μπροστά σε μία προσεκτική εξέταση.

Το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδιαίτερες μορφές της κοινωνικής παραγωγής έχουν διαδραματίσει ένα ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αναγνωρίζεται από όλους όσους έχουν προσπαθήσει να κατανοήσουν εις βάθος τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτό το γεγονός ήταν πολύ καλά γνωστό, προτού ο Μαρξ διατυπώσει τη δική του εξήγηση. Είχε καταδειχθεί μέσα στα γραπτά μιας ολόκληρης σειράς σπουδαίων Γάλλων σοσιαλιστών, όπως ο Σεν Σιμόν, ο Κονσιντεράν, ο Λουί Μπλαν, ο Προυντόν και πολλοί άλλοι, και είναι γνωστό ότι ο Μαρξ κατέληξε στο σοσιαλισμό διαμέσου της μελέτης αυτών ακριβώς των γραπτών. Επιπλέον, η αναγνώριση της σπουδαιότητας και της επίδρασης των οικονομικών συνθηκών πάνω στη δομή της κοινωνικής ζωής βρίσκεται στην ίδια τη φύση του σοσιαλισμού.

Δεν είναι η αποδοχή αυτής της ιστορικής και φιλοσοφικής ιδέας που μας εκπλήσσει μέσα στο μαρξιστικό εξηγητικό μοντέλο, αλλά η δογματική μορφή με την οποία εκφράσθηκε και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σκέψης του Μαρξ πάνω στον οποίο στήριξε αυτή την ιδέα. Διαβλέπει κανείς, κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, την επίδραση του Χέγκελ, του οποίου ο Μαρξ υπήρξε μαθητής. Κανείς άλλος, εκτός από το «φιλόσοφο του Απολύτου», τον επινοητή των «ιστορικών αναγκαιοτητών» και των «ιστορικών αποστολών», δε θα μπορούσε να μεταδώσει στον Μαρξ μία τέτοια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για τις απόψεις του. Μόνον ο Χέγκελ θα μπορούσε να του έχει εμφυσήσει την πεποίθηση ότι είχε φθάσει στα ίδια τα θεμέλια των «νόμων της κοινωνικής φυσικής», σύμφωνα με τους οποίους όλα τα κοινωνικά φαινόμενα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ντετερμινιστική εκδήλωση μίας φύσει αναγκαίας πορείας. Και είναι αλήθεια ότι οι διάδοχοι του Μαρξ συνέκριναν τον «οικονομικό υλισμό» με τις ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Κέπλερ και ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς που ισχυρίσθηκε ότι μέσω της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας ο σοσιαλισμός έγινε επιστημονικός.

Ο κρατικός καπιταλισμός μπορεί να  είναι μία «διέξοδος», από την παρούσα κρίση, αλλά είναι βεβαιότατο ότι δε θα μπορούσε να αποτελέσει το δρόμο προς την κοινωνική ελευθερία. Αντιθέτως, θα βύθιζε τους ανθρώ­πους στο τέλμα μιας δουλείας, που θα περιφρονούσε κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σε κάθε φυλακή, σε κάθε στρατώνα υπάρχει μία εξασφαλισμένη ισότητα κοινωνι­κών συνθηκών: όλοι έχουν το ίδιο φαγητό, τα ίδια ρού­χα, προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες ή εκτελούν τα ίδια καθήκοντα. Αλλά, ποιος θα υποστήριζε υπεύθυνα ότι μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει το σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να αγωνιστούμε;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μία κατάσταση όπου τα μέλη μιας κοινωνικής οργάνωσης καθορίζουν τις τύχες τους, ελέγχουν τις υποθέσεις τους και έχουν το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της συμμετοχής στη διοίκηση των κοινών υποθέσεων και σε μία άλλη κατάσταση όπου τα μέλη της κοινωνίας δεν είναι παρά όργανα μιας εξωτερικής βούλησης, πάνω στην οποία δεν ασκούν καμία επιρροή. Κάθε στρατιώτης έχει δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά συσσίτια, αλλά δεν επιτρέπεται να έχει δική του κρίση. Υποχρεούται να υπακούει τυφλά στις διαταγές των ανωτέρων του, αποσιωπώντας, εν ανάγκη, τη φωνή της συνειδήσεως του, διότι δεν είναι παρά ένα τμήμα μιας μηχανής που άλλοι θέτουν σε κίνηση.

Καμία τυραννία δεν είναι περισσότερο αβάστακτη από εκείνη μιας παντοδύναμης γραφειοκρατίας, που επεμβαίνει σ’ όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων και αφήνει πάνω τους το δικό της σημάδι. Όσο πιο απεριόριστη είναι η εξουσία του Κράτους πάνω στη ζωή του ατόμου, τόσο περισσότερο ακρωτηριάζει τις δημιουργικές του ικανότητες και εξασθενίζει τη δύναμη της προσωπικής του βούλησης. Ο κρατικός καπιταλισμός, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του γνήσιου σοσιαλισμού, απαιτεί την υποταγή στο Κράτος όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Είναι ο θρίαμβος της μηχανής πάνω στο πνεύμα, η εξορθολογικοποίηση κάθε σκέψης, δράσης και συναισθήματος, σύμφωνα με τις αμετάβλητες νόρμες της εξουσίας, και, συνεπώς, είναι το τέλος κάθε αληθινού πνευματικού πολιτισμού.

Η επικίνδυνη μανία που βλέπει κάθε κοινωνικό φαι­νόμενο μόνον ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα των καπι­ταλιστικών μεθόδων παραγωγής έχει εμφυτεύσει στους ανθρώπους την πεποίθηση ότι όλα τα κοινωνικά γεγο­νότα απορρέουν από μία καθορισμένη αναγκαιότητα και ότι δεν μπορούν να μεταβληθούν. Αυτή η φαταλιστική ιδέα μπορεί να οδηγεί μόνο στην παράλυση της δύνα­μης των ανθρώπων για αντίσταση και, κατά συνέπεια, τους κατευθύνει προς ένα συμβιβασμό με τις δεδομένες συνθήκες, ανεξαρτήτως του πόσο φρικτές και απάνθρω­πες μπορεί να είναι…»  Ρούντολφ Ρόκερ,1928

Μια προσθήκη

1. Δεν αντιλαμβανόμαστε  (σαν τους μαρξιστές) τον κομμουνισμό σαν αναγκαιοκρατία και ένα παραγωγήστικο μοντέλο που συνεχώς θα αναπτύσσεται,   η κοινωνία που θέλουμε θα είναι πιο λιτή σε σχέση με τη  κατασπατάληση  των φυσικών πόρων και της ανθρώπινης εργασίας  που προάγει ο καπιταλισμός αλλά αυτή την λιτότητα θα την αποφασίσουμε όλοι μας  ως κοινωνική συνθήκη γι αυτό και θα είναι  μια πράξη ελευθερίας σε αντίθεση με μορφές οικονομικής λιτότητας που προωθεί ο καπιταλισμός και οι πολιτικές ελίτ που τον εκπροσωπούν  σε ορισμένες χώρες (λόγο κρίσης )  και είναι μια πράξη επιβολής.

Μια από της πολλές  αντιφάσεις της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας είναι η εξής, ότι ενώ  από την μια το βασικό τους  οικονομικό  δόγμα βασίζετε στη ζήτηση (κατανάλωση ), η το μανιπουλαρισμα της δημιουργώντας μια ψευδή εικόνα αυτάρκειας, η επιβαλλόμενη λιτότητα αυξάνει τόσο τη σχετική όσο και τη πραγματική φτώχια σε συνθήκες αφθονίας (αυξημένης παραγωγικότητας), από την άλλη το μοντέλο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης φέρνει την έμβια ζωή σε πλανητική κλίμακα σε οριακό επίπεδο και μπροστά στον κίνδυνο  οικολογικής κατάρρευσης ελλοχεύει ο κίνδυνος  να επιβληθούν  από της πολιτικές ελίτ οικολογικές δικτατορίες .

Μια  νέα εξισωτική  και οικολογικά συνεπής κοινωνία θα αποφασίσει ότι υπάρχουν χιλιάδες προϊόντα – εμπορεύματα άχρηστα και επιζήμια για τον άνθρωπο και την φύση που πρέπει να καταργηθούν όπως υπάρχουν εκατοντάδες άχρηστες εργασίες που καταργώντας τες απελευθερώνεις  άπειρο χρόνο για κοινωνικά και οικολογικά  ωφέλιμη εργασία.

Στην  νεα κοινωνία που θέλουμε οι διαταραγμένες και καταρρέουσες ισορροπίες του φυσικού περιβάλλοντος, απόρροια της απληστίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος για κυριαρχία, επέκταση και κέρδος, αντικαθίστανται από ένα οικονομικο-κοινωνικό σύστημα μη διαταραγμένο από κοινωνικές ανισότητες και γι΄ αυτό οικολογικά ισορροπημένο. Η κυριαρχία απέναντι στην φύση και το περιβάλλον αντικαθίσταται από την κατανόηση της φύσης, την διατήρηση της ισορροπίας και την συνεργατική σχέση μ΄ αυτή.

Στην νεα κοινωνία αντιλαμβανόμαστε την εργασία μέσα από την γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθνση , ποιες είναι οι βασικές αρχές της αυτοδιεύθυνσης; Θα τις αναφέρουμε εν συντομία: Αυτοδιεύθυνση, σημαίνει εξ΄ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.  Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή  νομική κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ενώσεις του λαού: από τα συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις  και σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία.

Η Αυτοδιεύθυνση, εξ΄ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες περιλαμβανομένων των τεχνικών, των μηχανικών, των επιστημόνων, των προγραμματιστών, των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή της κοινωνίας. Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές: α) πίστη στη δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια αριστοκρατική τάξη “ανώτερων”  ανθρώπων, β) αυτονομία (αυτοκυβέρνηση), γ) αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίηση).

2. Παράλληλα ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να ζει μόνο για το ψωμί (ριζικές ανάγκες) αλλά και από πνευματική τροφή και σε έναν κομουνισμό που δεν εκπληρώνει  και δεν αφήνει ελεύθερο  χώρο  για της πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων, την ατομική δημιουργικότητα, την φαντασία , το παιχνίδι , το ονειρικό στοιχείο και την αισθαντικότητα  ως βασικά συστατικά της δημιουργικότητας δεν μπορεί να σταθεί η  παλιά αλλά και νέα αξιωματική θέση ότι ο κομουνισμός είναι το πέρασμα από το «βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθέριας» . Ένας κομμουνισμός που δεν εκπληρώνει  και δεν πραγματώνει τις πνευματικές ανάγκες είναι κομμουνισμός των στρατοπέδων.

 Η αποπνευματοποίηση – τεχνολογικοποίηση του κόσμου είναι μια κατάσταση πραγμάτων που επιβάλλουν οι σύγχρονες τεχνογραφειοκρατικές και πολιτικές  ελίτ ανάγοντας όλα τα  ανθρώπινα ζητήματα σε τεχνολογικές – τεχνικές λύσεις. Την  τεχνολογία την βλέπουμε σαν δεύτερη φύση του ανθρώπου με την έννοια ότι ο άνθρωπος από τις απαρχές του χρειάστηκε να επινοήσει εξωσωματικά εργαλεία για να επιβιώσει αφού η φύση δεν τον προίκισε με ενδοσωματικά όπλα όπως τα ζώα. Όμως αυτή την τεχνολογία την θέλουμε στην υπηρεσία της απελευθερωμένης κοινωνίας και σε αντιστοιχία με τους περιορισμούς που απορρέουν από την φύση (οικολογικό ζήτημα) και όχι για την ενδυνάμωση και διαιώνιση του καπιταλισμού και των πολιτικιών ελίτ που τον εκπροσωπούν.

  Στην νέα κοινωνία Η κυριαρχία της επιστήμης και της τεχνολογίας (ως νέα θρησκεία) πάνω στην κοινωνία και οι γνώσεις που παράγονται και που ελέγχονται και καρπώνονται από τις ολιγαρχίες αντικαθίσταται από την ισορροπία μεταξύ » του δέντρου της ανθρώπινης γνώσης» -κοινωνικής εμπειρίας και των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας, στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και του ατόμου. Παράλληλα η πνευματική και η γνωστική ιδιοκτησία, αντικαθίσταται από τη γνώση και τη δημιουργικότητα σαν κοινωνικά αγαθά και ως τέτοια, ελεύθερα προσβάσιμα σε όλη την κοινωνία.

3. Το άτομο μέσα σε αυτή την νέα  κοινωνία που θέλουμε  δεν το αντιλαμβανόμαστε σαν το στάχυ μέσα σε ένα χωράφι από  στάρι, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι σε αντιλήψεις που ισοπεδώνουν και δεν αναγνωρίζουν την ατομικότητα εξ ονόματι μιας ισοπεδωτικής ισότητας που προωθεί ολοκληρωτικές κοινοτιστικές αντιλήψεις   Και θέλει , ή οι περιγραφές της  προσμοιάζουν ως πρότυπο τις κοινωνίες των μυρμηγκιών ή των μελισσών.

Με τη λέξη ισότητα, δεν εννοούμε την ισοπεδωτική ομοιομορφία, αλλά την ισότητα μέσα από τη διαφορά. Την ισότητα μέσα από την ποικιλομορφία. Την ισότητα όχι των όμοιων, αλλά των ανόμοιων («είμαστε ίσοι γιατί διαφέρουμε»), έτσι όπως υπάρχει και εξελίσσεται  μέσα από τη ποικιλότητα της φύσης και την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Στην νέα κοινωνία χρειάζεται να υπάρξει μια επανεκτίμηση  των   κοινωνικών  συνθηκών  για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ του ατόμου-«ιδιώτη» και του «συνόλου» –κοινωνίας, ούτως ώστε ούτε το άτομο να καταδυναστεύει και να εκμεταλλεύεται  το σύνολο, ούτε το σύνολο να καταπιέζει και να συνθλίβει  το άτομο.

4. Η αναρχία αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο μέσα από τον δισυπόστατο χαρακτήρα του από τη μια, ο ατομικός-ιδιωτικός και από την άλλη, ο συλλογικός-δημόσιος που πρέπει να εκπληρώνονται και οι δύο και ο ένας να μην ζει εις βάρος του άλλου. Δεν μπορεί να υπάρχει  ατομικότητα χωρίς  κοινωνικότητα  και  κοινωνικότητα χωρίς ατομικότητα.  Γιατί το να μιλάει κανείς για το άτομο ως διαχωρισμένο από τις κοινωνικές του ρίζες και τις κοινωνικές του περιπλοκές είναι τόσο κενό νοήματος, όσο το να μιλάει  κανείς για μια ζωή χωρίς οξυγόνο, για μια κοινωνία άδεια από ανθρώπους άρα και θεσμούς.  Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπου πραγματοποιείται μέσω των σχέσεων του με τους άλλους ανθρώπους δηλαδή μέσω της κοινωνίας, γι΄ αυτό ο «νόμος της κοινωνικής αλλαγής είναι ο καλύτερος ανθρώπινος νόμoς». Μ. Μπακούνιν

Ατομικότητα και κοινωνικότητα

{… } Ανάμεσα στις πολιτικές θεωρίες, ο αναρχισμός συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που επεξεργάστηκαν, με τη μεγαλύτερη πληρότητα και αυθεντικότητα, ένα πρόταγμα κοινωνικής μεταβολής προς την κατεύθυνση του κοινοτισμού. Η πιο χαρακτηριστική πλευρά του ελευθεριακού κοινοτισμού πηγάζει από το γεγονός ότι ο αναρχισμός στοχεύει στη δημιουργία μιας κοινωνίας, στην οποία συνυπάρχουν ταυτοχρόνως και η ατομική ελευθερία και η κοινωνική ισότητα, και γι’ αυτό προτείνει φιλόδοξα τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής οργάνωσης, όπου, για να χρησιμοποιήσουμε τη διάσημη έκφραση του Μπένζαμιν Κονστάν, η ελευθερία των αρχαίων και η ελευθερία των μοντέρνων μπορούν να συνυπάρχουν, δίνοντας τόπο σε μία κοινωνική ισορροπία που δεν έχει ανάγκη καμία θεσμική μορφή καταναγκασμού.

Από αυτήν την άποψη, φαίνεται ιδιαιτέρως ελκυστική η έκφραση που επινοήθηκε, εδώ και μερικά χρόνια, από τον Alain Ritter. Αυτός χρησιμοποίησε, προκειμένου να προσδιορίσει τον κεντρικό αξιολογικό πυρήνα του αναρχισμού, την παράδοξη έκφραση «ατομικιστικός κοινοτισμός». «Ο ανθρωπολογικός τύπος που προτείνεται ως επιθυμητός από τον αναρχισμό», έχει γράψει σε ένα άλλο κείμενο ο Αmedeo Bertolo , «δεν βρίσκεται εξ ολοκλήρου ούτε στο κοινωνικό ούτε στο άτομο, αλλά σε μία συνεχή και ανεπίλυτη ένταση ανάμεσά τους. Εάν κυριαρχεί το κοινωνικό, ακόμα και υπό δημοκρατική μορφή, υπάρχει τυραννία. Εάν κυριαρχεί το άτομο, υπάρχει αποσύνθεση και απώλεια του νοήματος. Η αναρχία είναι ζηλότυπα ατομικιστική, αλλά και γενναιόδωρα κοινοτική. Και έχει πλήρη συνείδηση ότι το άτομο που είναι ανεπανάληπτο είναι αναπόφευκτα και κοινωνικό προϊόν και κοινωνικό υποκείμενο».

Ο αναρχισμός, προτείνοντας τη σαφή πραγμάτωση της αναρχίας, στοχεύοντας δηλαδή στη δημιουργία μιας ελευθεριακής και εξισωτικής κοινωνίας, χωρίς εξουσία, ή όπως θα ήταν πιο σωστό να πούμε χωρίς κυριαρχία, στην οποία οι διαχωρισμένες διαστάσεις του πολιτικού και του οικονομικού ενσωματώνονται μέσα στη διάσταση του κοινωνικού, είναι, ούτως ειπείν, εκ φύσεως προδιατεθειμένος να συλλάβει αυτή την κοινωνία με όρους έντονα κοινοτικούς: προκειμένου σε μια τέτοια οργάνωση η κοινωνική ζωή να μη μεταμορφώνεται σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, είναι πράγματι απαραίτητο τα άτομα που συγκροτούν αυτή την κοινωνία να μετέχουν στις ίδιες αξίες, να δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης αναμεταξύ τους και να είναι πρωταγωνιστές στις διαδικασίες λήψεως των αποφάσεων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή. Εν ολίγοις, για να μπορεί να υπάρξει η αναρχία, είναι απαραίτητο τα άτομα, από τη στιγμή που θα απελευθερωθούν από τους καταναγκαστικούς μηχανισμούς, τους επιβεβλημένους από την κυριαρχία, να δημιουργήσουν μια αλληλέγγυα κοινότητα και να αναπτύξουν την ατομικότητά τους μέσα από μια κοινοτική κατεύθυνση {…} Λάρυ Τιφτ – Ντένις Σάλιβαν

Τελειώνοντας παραθέτω μερικά χορεία από την διακήρυξη της CNT στο συνέδριο της Σαραγόσα την 1η Μάη 1936

{…}  Για να θέσουμε τον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος της δράσης μας πρέπει να προχωρήσουμε έχοντας επίγνωση της αρμονίας που υπάρχει ανάμεσα στα δύο επίπεδα, το ατομικό και το συλλογικό, δίνοντας όλα τα περιθώρια παράλληλης και ανεμπόδιστης ανάπτυξης και στα δύο {…}

{…}  Αποδεχόμαστε προς χάριν της αρμονικής σύνθεσης, την αναγνωρισμένη σημασία του ατομικού. Με αυτή την έννοια ‘’τοποθετούμε’’ την ελευθερία πάνω από κάθε επιβαλλόμενη πειθαρχία. Πρέπει να δημιουργήσουμε τους κατάλληλους θεσμούς, αυτούς που είναι αναγκαίοι από τη ζωή, στρέφοντας προς τα εκεί τις σχέσεις μας. Και αυτό μέσα από την κοινωνικοποίηση του κοινωνικού πλούτου, την κατάκτηση των μέσων παραγωγής, δίνοντας την δυνατότητα σε όλους  να έχουν  το δικαίωμα να πράττουν όπως οι φυσικοί νόμοι ορίζουν επιτακτικά για την επιβίωση, από όπου  και ξεπηδά η αναρχική αρχή της ελεύθερης συμφωνίας για να υπάρξει μέσα στους ανθρώπους η διατήρηση, η συνέχεια της συμφωνίας αυτής {…}

{…} Οι Ελευθεριακές Κομμούνες και η λειτουργία τους

Βάθρο της πολιτικής μας έκφρασης είναι οι παρακάτω τρεις έννοιες :

α) Το άτομο, β) η κομμούνα, γ) η ομοσπονδία.

     Μέσα στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων που θα δομούνται από το ένα άκρο της χερσονήσου ως το άλλο η διεύθυνση θα είναι καθολικού τύπου με κοινωνικό χαρακτήρα.

     Η βάση αυτής της διεύθυνσης θα είναι ασφαλώς η κομμούνα. Αυτές οι κομμούνες θα είναι αυτόνομες και ομοσπονδιακές, εθνικά και τοπικά, για τη σύνδεση ανάμεσα στα γενικά αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους.

     Το δικαίωμα της αυτονομίας, δεν θα αποκλείει τα καθήκοντα που απορρέουν από τη συλλογική συμβίωση, όταν θα υπάρχουν εκτιμήσεις που θα γίνονται αποδεκτές στα γενικά τους σημεία. Με αυτό τον τρόπο και η κομμούνα των καταναλωτών – εθελοντική στη βάση της και χωρίς περιορισμό – θα αναγκαστεί να σεβαστεί εκείνα ακριβώς τα γενικά σημεία αναφοράς, που αργότερα θα συμφωνούνται από το σύνολο με το διάλογο.

     Αντίθετα, άλλες κομμούνες που ακολουθούν άλλο τρόπο συμβίωσης, χωρίς να έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με την παραγωγή, όπως αυτές των φυσιολατρών ή των γυμνιστών θα απολαμβάνουν και αυτές το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης ( αποδεχόμενες μερικούς γενικούς συμβιβασμούς ).

     Επειδή αυτού του τύπου οι κομμούνες δεν μπορούν μόνες τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους θα εκλέγουν αντιπροσώπους που θα παρευρίσκονται στα συνέδρια της Ιβηρικής Συνομοσπονδίας Ελευθεριακών Αυτόνομων Κοινοτήτων (κομμούνων) και θα μπορούν να κλείνουν συμφωνίες οικονομικού χαρακτήρα με τις υπόλοιπες κομμούνες αγροτικές ή εργοστασιακές. {…}

{…} Οι παραγωγοί στην Ελευθεριακή Κομμουνιστική κοινωνία δε θα  διαχωρίζονται σε χειρώνακτες και σε πνεύματος, γιατί οι μεν θα γίνονται ότι είναι και  οι δε’  θα είναι ελεύθερη η πρόσβαση στην επιστήμη και την τέχνη, γιατί ο χρόνος απασχόλησης με αυτές θα ανήκει στο άτομο και όχι στην κοινωνία, που θα είναι χειραφετημένο να κανονίζει και την άλλη του δραστηριότητα ως παραγωγού. Υπάρχουν πνευματικές ανάγκες  παράλληλα με τις υλικές που σε μια κοινωνία που τις ικανοποιεί και επιτρέπει τη χειραφέτηση του ατόμου, εκδηλώνονται εντονότερες. Όπως η εξέλιξη είναι μια συνεχής γραμμή, αν και όχι πάντα ευθεία, πρέπει πάντα να παίρνει πρωτοβουλίες που κάνουν τη ζωή του ευκολότερη και μπορεί να συντηρήσει τους γονείς του, τους δικούς του και τον εαυτό του.

Οι ασχολίες με τη συντήρηση, τη δημιουργία (λογοτεχνία, επιστήμη κ.ά.)  την έκφραση σε μια κοινωνία που βασίζεται πάνω στην ελεύθερη έκφραση των ανθρώπινων εκδηλώσεων της ζωής, δε μπορούν να πνίγονται  προς χάρη καμιάς υλικής σκοπιμότητας, δεν πρόκειται να τις χτυπήσει όπως γίνεται τώρα, αν όχι αντίθετα θα τις ενισχύσει και θα τις καλλιεργήσει πάνω στο σκεπτικό ότι ο άνθρωπος δε ζει μόνο με ψωμί και σιχαίνεται την ανθρωπότητα που ζει μόνο μ΄ αυτό. Δεν είναι λογικό να πιστεύουμε ότι στην δική μας κοινωνία οι άνθρωποι θα διακατέχονται από επιθυμίες επεκτατισμού.

Οι αυτόνομες ελευθεριακές κομμούνες θα ορίζουν μέρες γενικής αναψυχής, που θα αποφασίζουν οι συνελεύσεις, επίσης θα καθορίζουν συμβολικές ημερομηνίες για τη φύση και την ιστορία. Επίσης θα διαθέτουν καθημερινά ώρες για θέατρο, σινεμά ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις που θα προσφέρουν διασκέδαση και ψυχαγωγία στο λαό {… }

H αξιακή μας άρνηση

Μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από  αλλοτριωμένες  κοινωνικές – ταξικές  σχέσεις που επιβάλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της «νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ  εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, διευθυντή και διευθυνόμενου,  κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Μια κοινωνία  διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και πλούτου, μεταξύ αυτών που δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη, γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία  προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.  Γ.Μ

«…Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία και ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα…».  «…Είμαστε επίσης εχθροί της πατριαρχικής και νομικής εξουσίας των συζύγων πάνω στις γυναίκες, των γονέων πάνω στα παιδιά και αυτό επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι ο δεσποτισμός στην οικογένεια είναι το σπέρμα του πολιτικού δεσποτισμού στο κράτος…», Μιχαήλ Μπακούνιν 1875

«… Ο αναρχισμός, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως ένα μερικό δόγμα της ελευθερίας και τον σοσιαλισμό ως ένα μερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχές τους μέσω της προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με την έννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία και μετά η άλλη, ενώ ο αναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση τους έγκειται η επιτυχία τους…» Νίκο Μπέρτι 1994

Σημείωση:

Όλα τα χωρία αυτού του κειμένου μπήκαν  για να καταδείξουν την σημασία που δίνει ο αναρχισμός, τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό, τόσο στα ζητήματα τον βασικών αναγκών του ανθρώπου,  όσο και στα ζητήματα της ελευθέριας.

Επειδή αναπτύσσεται μια συζήτηση στο εσωτερικό του αναρχικού χώρου τον τελευταίο καιρό για το πρόταγμα του (κάτι που  γίνεται σε διασυλλογικό επίπεδο πρώτη φορά) υπάρχει ο κίνδυνος  να απαντήσουμε στο ατομικισμό και στον μηδενισμό με προταγματικές αντιλήψεις κοινωνιστικού  περιεχομένου έξω από το αναρχικό αξιακό.

Όπως υπάρχει ο κίνδυνος  ξεπεράσματος του αφορμαλισμού, να φετιχοποιήσουμε την οργάνωση και να προτείνουμε οργανωτικά σχήματα εργαλειακα δύσκαμπτα και στο τέλος ή γραφειοκρατικά ή «σφραγίδες». Το ζήτημα της οργάνωσης για εμάς  δεν είναι ένα ζήτημα εφάπαξ και, προπάντων,   δεν είναι στατικό . Η οργάνωση κτίζεται  λιθαράκι – λιθαράκι, είναι ένα οργανικό δυναμικό φαινόμενο που εμπεριέχει πρωτίστως το στοιχείο της συνεχούς βελτίωσης, τόσο τη μορφή, όσο και στο περιεχόμενο.

H κότα γέννησε το αυγό η το αυγό την κότα;

Γνωμικό | This entry was posted in ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, Κείμενα του Γιώργου Μεριζιώτη. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s