Εμβαθύνοντας στο νόημα της κοινωνικής αναρχίας:Μέρος Πρώτο

Εμβαθύνοντας στο νόημα της κοινωνικής αναρχίας

 

Μέρος Πρώτο: Ανανεώνοντας την αναρχική παράδοση

Του Γιώργου Μεριζιώτη

Μέρος Δεύτερο: Το Νόημα του Αναρχισμού: Συζητώντας τη βιβλιογραφία

Των Lucien van der Walt και Michael Schmidt

 

Επιμέλεια: Γιώργος Μεριζιώτης

κατάλογος

Μέρος Πρώτο

Ανανεώνοντας την αναρχική παράδοση *

Προλογικό (Intro)

«… Ένα κίνημα που αγνοεί ή αποστρέφεται την κοινωνική ιστορία, αλλά και την ιστορικότητα του, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται διαρκώς στο νησί των λωτοφάγων… » Γ. Μεριζιώτης

I. Η γενικότερη  κατάσταση

Στο κείμενο αυτό δεν θα βρείτε θεωρητικές φιοριτούρες ή νέα αποκαλυπτικά στοιχεία για το που το πάει το σύστημα, ή το τι είναι ο υποκείμενος άνθρωπος, δεν ψάχνει να αναδείξει νέες ταυτότητες, δεν φαντάζεται το φαντασιακό, δεν έχει καν τον χρόνο να φανταστεί γιατί είναι υποκείμενο/υποχείριο της εκμετάλλευσης και της ρουτίνας της καπιταλιστικής εργασίας. Το κείμενο αυτό δεν είναι διατριβή, το κείμενο αυτό είναι κινηματικό, του πεζοδρομίου και γι αυτό βρίθει από βασικές κοινοτοπίες.

Το κείμενο αυτό δεν είναι μια “χαμηλών τόνων” διαλεκτική ανάλυση, είναι ένα πολεμικό δοκίμιο θέσεων ενάντια στην ασυναρτησία, την ασάφεια και τη σκόπιμη αποσύνθεση των εννοιών που παράγονται από το σύστημα κυριαρχίας και από διάφορους επαΐοντες διανοούμενους, είτε για να θεμελιώσουν την δικιά τους εκδοχή – θεώρηση, είτε γιατί κάποιοι εξ αυτών είναι κρατικοδίαιτοι, ή επιδοτούμενοι από ιδιωτικών συμφερόντων ιδρύματα και γι αυτό τσανακογλείφτες του καπιταλισμού και του κράτους.

Αυτή η σύγχυση αναπαράγεται όμως και  από αφελείς – νεωτερίζοντες –  κινηματίες άνδρες και γυναίκες (στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος) που μέσα από την ανάγκη και αγωνία να βρουν απαντήσεις στα νέα ζητήματα-προβλήματα παπαγαλίζουν και αναπαράγουν άκριτα και απαίδευτα ότι πέσει στην αντίληψη τους αρκεί να είναι “νέο”, διασπείροντας την σύγχυση, την ασυνεννοησία και κατά συνέπεια στον κατακερματισμό, στους κόλπους του αναρχικού κινήματος.

Ακούμε συνέχεια ότι οι καιροί έχουν αλλάξει, ότι το σύστημα πάει μπροστά και η αναρχία έχει μείνει πίσω προσκολλημένη  στα παλιά σαν την πεταλίδα  που προσκολλάται στο βράχο, στον βράχο της ιδεολογίας που καταπέφτει και εκχυδαΐζεται (χυδαία αναρχία) σε ιδεοπραξία. Έχουμε πήξει, το μυαλό μας έχει μετατραπεί σε ζελέ-πηκτή, από όλη αυτή την ακατάσχετη μπουρδολογία περί νεοαναρχισμού,μετααναρχισμού,μετανεωτερικότητας, μετακαπιταλισμού κλπ, ή μοντέρνας αδογμάτιστης εποχής (το τέλος των ιδεολογιών).Ολη αυτή η φλυαρία μας έχει αποσπάσει την προσοχή από τα βασικά – θεμελιακά ζητήματα.

Ναι εντάξει οι καιροί αλλάζουν, “η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία” λέει ένας ποιητής, όμως ένας άλλος λέει “όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν”. Ποιος έχει δίκιο; Δεν θα απαντήσω, αφήνω το ερώτημα να αιωρείται, και ως δίλημμα, σε αυτούς που τσιμπάνε με τις θεωρίες τις μετανεωτερικότητας (μεταμοντερνισμός).

Όμως για εμάς τους κοινωνικούς  αναρχικούς/κες  το ερώτημα ως δίλημμα είναι ψεύτικο, ακόμα και με την έννοια της νεωτερικότητας (μοντερνισμός) η αναρχία ως θεώρηση και πράξη είναι η νεωτερικότητα μέσα στην νεωτερικότητα,(σύμφωνα με τους μεταμοντέρνους έχουμε περάσει στην μετανεωτερικοτητα άρα και η αναρχία είναι ξεπερασμένη, ή πρέπει και αυτή να περάσει στην μετααναρχία) γιατί η αναρχία έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του βάση  – πέραν απο ψευτοδιλήμματα- ότι δηλαδή δεν αρκεί η αλλαγή και βελτίωση στις εκφάνσεις του συστήματος όταν το θεμελιακό – ιδιοσυστατικό (με άλλα λόγια   η καρδιά του ) του αστικού συστήματος  παραμένει αναλλοίωτο και διαρκές μέσα στον κοινωνικό χωροχρόνο και αυτό είναι, η κυριαρχία, η ιεραρχία και η εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης. Δεν αλλάζει καρδιά το σύστημα και αυτή ως status quo (υπάρχουσα κατάσταση  πραγμάτων)  παραμένει ψυχρή και αδυσώπητη.

Μπορεί ο καπιταλισμός να ταυτίστηκε με το νέο, το σύγχρονο, όμως κουβαλάει μαζί του την αρχαία σκουριά της κυριαρχίας και ιεραρχίας που εδώ και σχεδόν 5.000 χρόνια από την εποχή της ανάδυσης των ταξικών – ιεραρχικών κοινωνιών στην Μεσοποταμία μας στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Ο καπιταλισμός με τις δυο εκδοχές του, τον ιδιωτικό (με όλες του τις μορφές φιλελευθερισμός, σοσιαλδημοκρατία, φασισμός) και τον κρατικό (μαρξιστικό πρώην σοβιετικό) όχι μόνο κουβάλησαν στην εποχή της νεωτερικότητας την αρχαία σκουριά αλλά ως νεοολιγαρχικά συστήματα  συμπύκνωσαν και διέσπειραν την κυριαρχία – ιεραρχία σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής και αυτό έγινε- γίνεται από τον 20ο αιώνα μέχρι σήμερα με επιστημονικό τρόπο. Η αστική καπιταλιστική νεωτερικότητα είναι, η με επιστημονικό τρόπο επιβολή της κυριαρχίας – ιεραρχίας και του νέου ολοκληρωτισμού των αγορών.

Βεβαίως οι καιροί αλλάζουν, αλλά τα δεινά που παράγει ο καπιταλισμός  και η θεσμική του συγκρότηση το κράτος ( τόσο ως λιγότερο – βλέπε μικρότερο κράτος – όσο και ως περισσότερο – κρατισμός –  δεν έχει μεγάλη σημασία) όχι μόνο διαιωνίζονται αλλά και διογκώνονται και επιδεινώνονται. Βεβαίως οι καιροί αλλάζουν όμως νέα ζητήματα – προβλήματα έρχονται να προστεθούν στα παλιά λχ, η επαπειλούμενη κλιματική και οικολογική κατάρρευση του πλανήτη που επικρέμεται σαν «δαμόκλεια σπάθη” πάνω απο το κεφάλι της ανθρωπότητας και των υπολοίπων έμβιων όντων (και της χλωρίδας), οι νέες κοινωνικές ιεραρχίες – κυριαρχίες, οι νέες ταξικότητες απο την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού, τα νέα  γεοστρατηγικά- γεωπολιτικά συμφέροντα και ανταγωνισμοι, οι νέοι πόλεμοι  οικονομικοί ή στρατιωτικοί για τον έλεγχο των πρώτων υλών και των αγορών, οι νέες  κρατικές  κυριαρχίες, ο νέος καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός των αγορών κλπ.

Μια από τις πτυχές του νέου καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού είναι ο τεχνο-επιστημονικός ολοκληρωτισμός (που δεν είναι τόσο νέος, αλλά στην εποχή μας έχει πάρει τεράστια και βαρύνουσα κεντρική σημασία στην καπιταλιστική οικονομία) που μαζί με τον οικονομισμό θέλουν και αναγάγουν όλα τα ανθρώπινα ζητήματα σε τεχνολογικές και οικονομικές  διευθετήσεις και λύσεις . Αυτή είναι μια από τις πτυχές του – για να παίξουμε με τις έννοιες – ανορθολογικού ορθολογισμού της εποχής. (για περισσότερα δείτε στο τέλος την προσθήκη)

Αλλά ας αφήσουμε την “φιλοσοφική λογιστική” και ας θέσουμε τα ερωτήματα στη   βάση  της ζώσας πραγματικότητας – καθημερινοτητας. Ποια είναι σήμερα τα βασικά – θεμελιακά ζητήματα;  Για   να τα  δούμε  με την μορφή τριών συνοπτικών ερωτημάτων:

1) Έχουμε φτάσει σε μια παγκόσμια κοινωνία αληθινής – ουσιαστικής ελευθερίας;

2) Έχουμε φτάσει σε μια κοινωνία ισότητας, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο;

3) Έχουμε φτάσει σε μια κοινωνία αληθινά δίκαιη και  αλληλέγγυα, χωρίς κυριαρχία και ιεραρχία  από άνθρωπο σε άνθρωπο;

Όσοι/όσες υποστηρίζουν ότι αυτά τα ερωτήματα είναι ρητορικού τύπου, γιατί η ανθρωπότητα δεν θα φτάσει πότε σε μια “ιδανική κοινωνία” και πρέπει να συμβιβαστούμε με το “μικρότερο κακό”, ή ότι η αστική δημοκρατία είναι το καλύτερο – με τα λιγότερα δεινά – από τα συστήματα που έχουν παρουσιαστεί μέχρι τώρα, γιατί τα άλλα καθεστώτα οδήγησαν σε δυστοπία – αυταρχία – ολοκληρωτισμό, τους λέμε να μην κάνουν καν το κόπο να διαβάσουν το κείμενο (χαμένος χρόνος).

Όσοι/όσες από τους αριστερούς, – παλιάς και εναλλακτικής νέας κοπής – που όταν κυβερνούν παραφράζοντας το περίφημο λενινιστικό ψέμα “όλη η εξουσία στα Σοβιέτ” υποστηρίζουν ότι “ο λαός συμμετέχει στα κέντρα λήψης των αποφάσεων” στην ουσία υπονοώντας ότι συγκυβερνά ο κυβερνήτης με τον κυβερνώμενο, ο δήμαρχος με τον σκουπιδιάρη, ο διευθυντής με τον διευθυνόμενο, ο εργοδότης με τον μισθωτό, ο άνεργος με τα γκόλντεν μπόις (golden boys), ο μικρο αγρότης – καλλιεργητής με την πολυεθνική Monsanto Company, τους λέμε να μην κάνουν καν το κόπο να διαβάσουν το κείμενο (χαμένος χρόνος).

Τέλος όσοι/όσες από αυτούς που δρουν μέσα στο αναρχικό – αντιεξουσιαστικό κίνημα και υποστηρίζουν ότι έχει επέλθει το “τέλος των μεγάλων αφηγήσεων” (έτσι ονομάστηκαν οι ιδέες και τα οράματα που κινητοποιούσαν χιλιάδες καταπιεσμένους για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο) άρα και το τέλος της κοινωνικής ιστορίας, τους λέμε να μην κάνουν καν το κόπο να διαβάσουν το κείμενο (χαμένος χρόνος).

Αν παρόλα αυτά κάποιοι/κάποιες δεν ακούσουν την “συμβουλή” και το διαβάσουν, καλώς να το κάνουν μπας και επηρεαστούν και αλλάξουν άποψη.

II. Η κατάσταση στο αναρχικό κίνημα

Το μοντέρνο αναρχικό κίνημα (σε ένα άλλο επίπεδο  και αυτοί που αυτοαναφέρονται στην Ελλάδα ως “νέα αναρχία”, ένα κράμα ιντιβιντουαλισμού, ιλεγκαλισμού και ινστρουμενταλισμού με υψηλές δόσεις φονταμενταλιστικής αντίληψης των πραγμάτων) είναι ένας πολιτικός χώρος που φλερτάρει μεταξύ μικροαστισμού και ταξικότητας, μεταξύ κοινοτισμού και ατομικισμού, μεταξύ επανάστασης και συνωμοτικότητας – πραξικοπηματισμού, μεταξύ μιλιταρισμού και αντιμιλιταρισμού, μεταξύ ολοκληρωτισμού και άμεσης δημοκρατίας, μεταξύ συγκεντρωτισμού και αποκέντρωσης, μεταξύ οργάνωσης από τα κάτω και από τα πάνω (φραξιονισμού – σεκταρισμού), μεταξύ διαμεσολάβησης και αντι … και πλήθος άλλων μεταξύ…  όλος αυτός ο μετεωρισμός των μεταξύ που έχει ονομαστεί και πολυτασικό ή πολυμορφικό κίνημά είναι που έχει φέρει την αναρχία σε αυτήν την χιμαιρική κατάσταση.

Πολλοί αναρχικοί εκθείασαν-εκθειάζουν υπέρμετρα τον αυθορμητισμό και τον υποκειμενισμό που πήρε πολλές φορές ανορθολογικές διαστάσεις. Πολλοί εκθείασαν και ενέταξαν την ατομική βία, τον ιλεγκαλισμό και την ιησουιτική – μακιαβελική πολιτική παράνοια του Νετσάγιεφ στο αναρχικό πάνθεο της επαναστατικής δράσης. Σοβαροί αναρχικοί ιστορικοί ενέταξαν στο ανθολόγιο της αναρχικής κοσμοθεωρίας φιλελευθέρους όπως ο Γουίλιαμ Γκόντγουιν, ατομικιστές όπως ο Μπέντζαμιν Τάκερ, ο Μαξ Στίρνερ, διάφορους νιτσεϊκούς, τολστοϊκούς κλπ. Τέλος διάφοροι εντάσσουν μέσα στην αναρχική σκέψη δράση και αισθαντικότητα πολιτικές προσωπικότητες με αυταρχικές κρατικίστικες αντιλήψεις όπως ο Μπαμπέφ, ο Μπλανκί κλπ.

Τώρα τελευταία έχει παρουσιαστεί στον ελλαδικό χώρο (για έξω δεν γνωρίζω) και ένα υβρίδιο που θέλει να παντρέψει την χειρότερη εκδοχή του μαρξισμού, τον λενινισμό – μπολσεβικισμό με την αναρχία, εποχή των μεταλλαγμένων βλέπετε. Ας μην απορούν  κάποιοι που έκλειναν τα μάτια σε αυτή την κατάσταση για την νέα αναρχία στην Ελλάδα.

Δείτε ακόμη μερικά δείγματα μετάλλαξης από τα δεξιά: «Ο καπιταλισμός είναι η πληρέστερη έκφραση του αναρχισμού και ο αναρχισμός η πληρέστερη έκφραση του καπιταλισμού». Murray Rothbard  Σαλπάροντας για τη φιλελεύθερη ΟυτοπίαΕλευθεριακά και φιλελεύθερα:Dr Yaron Brook, Αναρχοκαπιταλισμός.

Υπάρχουν επίσης, επικριτικές επιθετικές αναφορές όπως το «αναρχία στην παραγωγή» που λένε οι μαρξιστές, «άναρχη ανάπτυξη» που λένε οι οικονομολόγοι, «άναρχη δόμηση» που λένε οι πολεοδόμοι … και εδώ ο κατάλογος είναι τεράστιος. Μέχρι που έχω ακούσει ότι “αυτό το δάσος έχει αναπτυχθεί άναρχα” από δασολόγο. Ένα παλιό αφεντικό μου έλεγε: “και εγώ αναρχικός είμαι ρε μαλάκα, αφού περνώ με κόκκινο, δεν πληρώνω εφορία, ΙΚΑ κλπ, άρα πάω ενάντια στους νόμους”.

Η αναρχία δεν είναι λογοτεχνικό έργο, αφήγημα, ή γενικότερα τέχνη όπου ο καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα «ποιητική αδεία» να γράφει ότι θέλει (όπως έλεγε και ο σύντροφος Λουίτζι Φάμπρι), η αναρχία – για να παίξω και εγώ λίγο με τις λέξεις – δεν είναι η “αναρχία της μάζας” που κάνει ότι γουστάρει στα πλαίσια της ελευθεριότητας του καπιταλισμού, η αναρχία είναι ευθύνη. Η αναρχία δεν είναι δόγμα, την αναρχία δεν την εφεύρε κάποιος ιθύνον νους,  και προπάντων και πάνω από όλα η αναρχία είναι ένα εναλλακτικό επαναστατικό κοινωνικό-πολιτικό πρόταγμα ως προς τα δεινά που δημιουργεί, παράγει και αναπάργει ο καπιταλισμός και το κράτος. Αναμφίβολα υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα και από την εποχή που εμφανίστηκε η κυριαρχία άνθρωποι ή κινήματα  με αγαθές ειλικρινές προθέσεις -ή όχι – που εναντιώνονται στην εξουσία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τους εντάσσουμε στην αναρχική σκέψη – θεώρηση και δράση.

Στην ελληνική μυθολογία η Χίμαιρα αναφέρεται ως ένα φοβερό τέρας που εξέπνεε φωτιά, είχε σώμα κατσίκας, ήταν τρικέφαλη (κεφαλή λέοντα, κατσίκας και δράκοντα) και η ουρά του κατέληγε σε φίδι. Στην ζωή σημαίνει το απραγματοποίητο όνειρο, το φανταστικό, το αδύνατο να πραγματοποιηθεί «Μην κυνηγάς χίμαιρες» (μη χάνεις το χρόνο σου με κάτι που δεν πρόκειται να υλοποιηθεί). Στην βιολογία σημαίνει το φυτό ή το υβριδικό πλάσμα που προκύπτει από την φυσική ή τεχνητή ένωση άλλων ειδών. Χρησιμοποιώντας σαν παρομοίωση τον όρο τις βιολογίας ως πολιτικό παράδειγμα αναφέρομαι στην πολιτική Χίμαιρα.

 Εδώ πολύ σωστά υποστηρίζουν οι συγγραφείς του δεύτερου μέρους αυτής της μπροσούρας Το Νόημα του Αναρχισμού:Συζητώντας τη βιβλιογραφία” κριτικάροντας την θεωρητική σύγχυση ως “πολιτική χίμαιρα” (χωρίς να την ονομάζουν έτσι) η οποία έχει εισχωρήσει στο  νέο αναρχικό κίνημα λέγοντας:

“Σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αρκετοί συγγραφείς να μην διακρίνουν τίποτα το παράξενο στην συμπερίληψη ακραίων ατομικιστών, όπως ο Στίρνερ, ριζοσπαστών φιλελεύθερων, όπως ο Ρόθμπαρντ, κι επαναστατών σοσιαλιστών, όπως οι Μπακούνιν και Κροπότκιν, στην παράδοση ενός συγκεκριμένου κινήματος. Ωστόσο, αν αυτές οι προσωπικότητες αποτελούν εκπροσώπους μίας και μοναδικής παράδοσης, τότε αυτή η παράδοση θα πρέπει να πάσχει από την έλλειψη συνεκτικού θεωρητικού πλαισίου κι από τεράστιες εσωτερικές αντιφάσεις. Επίσης, θα πρέπει να υπάρχει αποδεδειγμένη προγραμματική αδυναμία εύρεσης κοινών τόπων, όσον αφορά το πώς νοηματοδοτεί την ατομική ελευθερία και τον αντικρατισμό, όπως επίσης και όσον αφορά το σκεπτικό βάσει του οποίου καταλήγει να προτάσσει τα παραπάνω”.

Ενώ ένας άλλος σύντροφος – από διαφορετική οπτική- δίνει  μια άλλη εκδοχή για την σύγχυση τονίζοντας την έλλειψη λέγοντας  ότι:

«…Το αναρχικό κίνημα  υποφέρει από μια δυσκολία στην  πολιτική-πολιτιστική του μετάδοση: οι αναρχικοί προσπαθούν να παρουσιάσουν το σχέδιό τους για την κοινωνική αλλαγή, αλλά δεν είναι ικανοί να γνωστοποιήσουν τους λόγους που το πιστεύουν. Αυτό οφείλεται στο ότι το σχέδιο για την κοινωνική αλλαγή παρουσιάζεται στους πιθανούς «πιστούς» χωρίς να συνοδεύεται από μια κατάλληλη και συναφή κοσμοθεωρία .

 Χωρίς δηλαδή μια γενική θεωρία της ύπαρξης και των σχέσεων (ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση κλπ.) στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να βρουν μια ταυτότητα, συνδεδεμένη με το αναρχικό ηθικό ιδανικό. Το καθήκον, να εφοδιαστεί η αναρχική προοπτική με μια επαρκή, ζωντανή θεωρία, έχει αφεθεί στην πρωτοβουλία ξεχωριστών ατόμων, που μόνα τους πρέπει να ανακαλύψουν τους τρόπους απελευθέρωσης τους από τη σκλαβιά και τη φαντασιακή κυριαρχία. Σαν συνέπεια έχουμε, να παρουσιάζεται μια πολλαπλότητα ερμηνειών, απ’ αυτούς που κατάφεραν να πετύχουν κάτι τέτοιο, που… ναι μεν, μπορεί να μη διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, αλλά δεν έχουν και ένα κοινό πλαίσιο αρχών και κατεύθυνσης,

Η έλλειψη μιας αυτόνομης και αυθεντικής ζωντανής φιλοσοφίας, περιορίζει την πιθανότητα διάδοσης της ελευθεριακής κοινωνικής προοπτικής, και επίσης αναγκάζει τους αναρχικούς να αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα μέσα στη φαντασιακή κυριαρχία. Η αναφορά στον ακτιβισμό σαν μια πηγή ταυτότητας (σύνηθες φαινόμενο στο κίνημα) λύνει επιφανειακά το πρόβλημα, γιατί ο ακτιβισμός, ειδικά της ιδιαίτερης αναρχικής μούχλας, δεν μπορεί να καλύψει όλες τις πλευρές της ύπαρξης, και αφήνει ακάλυπτους διαφόρους τομείς της προσωπικότητας στην επιρροή της φαντασιακής κυριαρχίας.

Ο ακτιβιστής δεν είναι αρκετός ώστε να εκφράσει ολοκληρωτικά τον αναρχικό. Η κατάσταση αυτή απαιτεί μια συλλογική αντιμετώπιση και μελέτη, με στόχο την οικοδόμηση μιας αναρχικής ζωντανής φιλοσοφίας, που θα είναι μια ανάμεσα σε πολλές άλλες, αλλά η οποία θα περιέχει τις γενικές αρχές και τα όρια αυτού του ξεχωριστού τρόπου αντιμετώπισης των πραγμάτων (και έτσι, αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής, ακόμη και καθημερινά), και η οποία θα είναι συνδεδεμένη με την ελευθεριακή άποψη της κοινωνικής οργάνωσης,. Για να κατακτήσουμε αυτόν τον πραγματικά φιλόδοξο στόχο, πρέπει οπωσδήποτε να δώσουμε πρώτα ένα θετικό ορισμό της έννοιας της ελευθερίας …». Ρομπέρτο  Αμπροσόλι, (1984)

III. Ο πόλεμος των ορισμών και των θέσεων

Ο Ιουδαϊκός  μύθος της Βαβέλ έχει την αλληγορία του στο σήμερα, η Βαβέλ είναι ευχή και κατάρα, ευχή είναι όσον αφορά τον πλουραλισμό και την πολυμορφία, κατάρα είναι όταν ο πλουραλισμός, η πολυμορφία και η διαφορετικότητα υποβαθμίζονται σε έναν ατέρμονο σχολαστικισμό που ρέπει στη σύγχυση την ασυνεννοησία και κατά συνέπεια στον κατακερματισμό. Η σύγχυση, η ασυνεννοησία και ο κατακερματισμός είναι οι κατάρες της Βαβέλ. Ο σύγχρονος ταξικός και κοινωνικός αγώνας δεν είναι μόνο “σωματικός”, ούτε μόνο εννοιολογικός, η εποχή απαιτεί εκτός των άλλων να οπλίσουμε και το πνεύμα μας για να γνωρίσουμε καλύτερα τον εχθρό μας .

Παράλληλα όμως υπάρχει και αυτή η διάσταση: η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του ’60 κιόλας στο βιβλίο του «Η Κατασκευή Υπηκόων» ότι: «όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα ή η φενάκη που υπάρχει στον λόγο του…».

Αλλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών προς δόξα της σύγχυσης και της διαστρέβλωσης που προάγουν -αναπαράγουν οι θεωρητικοί απολογητές του συστήματος, είναι πρώτα και κύρια ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας. Εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο βιβλίο του «Το Δεύτερο Αμάρτημα»  ότι: «… ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος  ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του  πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής… έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται…»

Παραφράζοντας ένα παλιό χορείο θα ισχυριζόμασταν ότι σήμερα, όπως και χθες, σε κάθε ζωντανή κίνηση, σε κάθε ώρα της ύπαρξής μας, είμαστε «αιχμάλωτοι» στις θηλιές της αστικής κουλτούρας, μη έχοντας άλλες πηγές και μέσα από τα αποτελέσματα και τα επιτεύγματα της κουλτούρας αυτής. Στο σπίτι, στην οικογένεια, στο σχολείο, στην εργασία… παντού συναντιόμαστε με την αστική παρουσία, με το αστικό πνεύμα, τα αστικά συμφέροντα… Σε κάθε δίσκο, σε κάθε φιλμ, σε κάθε ραδιοφωνικό η τηλεοπτικό κύμα, σε κάθε διαδικτυακό ιστό παράγεται και αναπαράγεται η αστική σκέψη, η καπιταλιστική ψυχή. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την πανταχού παρούσα αστικότητα.

Στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου ιδιαίτερα από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης (πλύσης εγκεφάλων και αποβλάκωσης), και τα online fora που ξεδιπλώνονται σαν τον ιστό της αράχνης μέσα από   τα  μέσα μαζικής κοινωνικής δικτύωσης (ή αλλιώς social media groups), η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη. Μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε άλογες, ή ψυχαναγκαστικά πανικόβλητες, ή απαισιόδοξες  σκέψεις και συνακόλουθες πρακτικές.

Παράλληλα  δεν μπορείς να περάσεις έτσι νέτα σκέτα από την “απαισιοδοξία της σκέψης στην αισιοδοξία της πράξης”, αυτό από μόνο του είναι μια μονομέρεια (πρακτικισμός), γιατί όχι μόνο η απαισιοδοξία της σκέψης έχει ως συνακόλουθο την απαισιοδοξία της πράξης, αλλά και για τον λόγο ότι η επαναστατική πολιτική πράξη προϋποθέτει την επαναστατική πολιτική σκέψη. Ετσι επανέρχεται μια παλιά ρήση που σαν το κρασί όσο παλιώνει τόσο καλύτερη γίνεται που λέει ότι: “δεν υπάρχει επαναστατική πράξη – δράση χωρίς επαναστατική θεωρία”. Φυσικά είναι άλλης τάξης ζήτημα όταν η θεώρηση, η εκτίμηση και το συνακόλουθο παραγόμενο συμπέρασμα είναι λανθασμένα,  και το λάθος επιβεβαιώνεται (δυστυχώς τις περισσότερες φορές) μέσα από την πράξη. Οι λάθος εκτιμήσεις  – συμπεράσματα οδηγούν σε λανθασμένες πρακτικές και όχι το αντίστροφο, γιατί έτσι είναι σαν να περπατάμε με το κεφάλι κάτω και τα ποδιά πάνω.

Η γνώμη μας είναι ότι ο καθένας/μια που θέλει να βαδίζει με το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω και  να αυτοαναφέρεται ως ελευθεριακός, αντιεξουσιαστής ή αναρχικός, οφείλει να μην αποφεύγει τον πόλεμο ιδεών, να μάχεται, γνωρίζοντας και υπερασπίζοντας την διαχρονικότητα των αναρχικών αξιών ενάντια στην δήθεν «νεωτερικότητα» που προωθούν οι σημερινές και αυριανές ελίτ της κυριαρχίας και στην δήθεν αποϊδεολογικοποίηση – αποϊστορικοποίηση του κόσμου.

Ξέρουμε ότι στην παρούσα κατάσταση δεν μπορούμε να αντιπαλέψουμε με έναν αποτελεσματικό τρόπο την ασυναρτησία, την ασάφεια και τη σκόπιμη αποσύνθεση των εννοιών που παράγει το σύστημα. Όμως μπορούμε στη βάση μιας δημιουργικής ενδοσκόπησης να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και συνοχή τη συζήτηση για το ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και που θέλουμε να πάμε. Μέσα απο μια διαδικασία – αργή μεν αλλά αναγκαία – για ανασυγκρότηση και επανανοηματοδότηση των αναρχικών  επαναστατικών εννοιών και συνακόλουθων πρακτικών, πέραν και  ενάντια στην ασυναρτησία και τη σύγχυση. Ιδιαίτερα τώρα, που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως «δημιουργικό καταστροφισμό» μεσα απο την σουμπετεριανή (Σουμπέτερ) οικονομική θεωρία.

IV. Σύντομη ιστορία λογοκλοπής

H λογοκλοπή και ο πόλεμος των εννοιών είναι μια παλιά ιστορία και σαν εξέλιξη εδράζεται σε αυτό (όχι μόνο) που ονομάσανε οι μαρξιστές ως “ηγεμονία των θέσεων” ή πόλεμο θέσεων. Οι αναρχικοί στην (επονομαζόμενη αργότερα αφού εγινε η δεύτερη για να ξεμπερδεύει μια και καλή με τους αναρχικούς) Πρώτη Διεθνή, χρησιμοποιούσαν και αυτοί τον όρο σοσιαλιστές μόνο που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως την αριστερή ριζοσπαστική πτέρυγα του, ήταν συσπειρωμένοι σε δύο κύκλους, τους μουτουαλιστές και τους κολλεκτιβιστές. Ο Μπακούνιν πρώτος χρησιμοποίησε στην συλλογικότητα που δημιούργησε μαζί με άλλους συντρόφους, τον όρο «Συμμαχία για τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία». Αργότερα όταν αυτή η ονομασία υποκλάπηκε από τους λασσαλικούς και τους μαρξιστές, δημιουργώντας κόμμα και ονομάζοντάς το σοσιαλδημοκρατικό, ανάγκασε τους αναρχικούς να χρησιμοποιήσουν τον όρο αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές για να διαφοροποιηθούν από τους αυταρχικούς – κρατιστές σοσιαλιστές, όρο που υιοθέτησε και ο Μπακούνιν στην μπροσούρα του «Για έναν αντιεξουσιαστικό σοσιαλισμό».

Έλεγαν χαρακτηριστικά οι σύντροφοι: «ένας σοσιαλιστής δεν είναι υποχρεωτικά αναρχικός – ένας αναρχικός είναι υποχρεωτικά και σοσιαλιστής». Φυσικά εδώ δεν θα λησμονήσουμε να μνημονεύσουμε την – απο πιο παλιά – παροιμιώδη φράση του Προυντόν: «Είσαι δημοκράτης; Όχι. Μήπως είσαι φιλελεύθερος; Όχι καθόλου. Τι είσαι τότε; Είμαι αναρχικός» ( απόσπασμα από το  βιβλίο του «Τι είναι ιδιοκτησία»)

Ο Κροπότκιν, (1842 -1921), μίλησε  ακόμα  πιο ανοικτά και έδωσε μια πιο θετική έννοια του αναρχικός – αναρχία με την κοινωνική της διάσταση και ήταν οι αναρχικοί οι μόνοι που για μεγάλο διάστημα χρησιμοποιούσαν τον επιθετικό προσδιορισμό «αναρχικός κομμουνισμός». Όρο, που (στο τελευταίο στάδιο της ζωής του) υιοθέτησε και ο Μπακούνιν σε σχέση με τον κολεκτιβισμό όπου σε μια σοσιαλιστική κοινωνία διατηρούσε το μισθωτό σύστημα, ενώ οι αναρχοκομμουνιστές το καταργούσαν.

Ο Κάρλο Καφιέρο, (1844-1892), πολιτικός σύντροφος και επιστήθιος φίλος του Μπακούνιν συνόψισε τον καταφανή κομμουνιστικό χαρακτήρα του αναρχισμού ως ακολούθως:

{…} «δεν είναι αρκετό να δηλώσουμε ότι ο κομμουνισμός είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί. Ούτε μπορεί κάποιος να είναι κομμουνιστής. Πρέπει να είναι, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει η επανάσταση»… «όταν ονομαστήκαμε κάποτε «κολεκτιβιστές» για να ξεχωρίσουμε από τους ατομικιστές και από τους εξουσιαστές σοσιαλιστές, βασικά ήμασταν αντιεξουσιαστές κομμουνιστές και ονομάζοντας τους εαυτούς μας «κολεκτιβιστές» νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την αντίληψή μας ότι κάθε τι πρέπει να είναι κοινό, χωρίς να υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στα μέσα και στις πηγές της εργασίας και της παραγωγής της συλλογικής εργασίας».

«Δεν μπορεί να είναι κάποιος αναρχικός χωρίς να είναι κομμουνιστής. Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές, επειδή στον κομμουνισμό μπορεί να επιτευχθεί η πραγματική ισότητα· «Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές επειδή ο λαός που δεν καταλαβαίνει τα κολεκτιβιστικά σοφίσματα, καταλαβαίνει τον κομμουνισμό θαυμάσια»·«Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές, επειδή είμαστε αναρχικοί, επειδή αναρχία και κομμουνισμός είναι οι δύο απαραίτητοι όροι της επανάστασης». {…}

Ο Κροπότκιν, όπως και ο Μπακούνιν άλλωστε, έθεταν την κοινωνική αλληλεγγύη ισότιμη με  την ελευθερία και βάσισαν την αναρχική φιλοσοφία και ηθική στην αρχή της κοινωνικότητας. «Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπου πραγματοποιείται μέσω των σχέσεων του με τους άλλους ανθρώπους δηλαδή μέσω της κοινωνίας, γι ́ αυτό ο νόμος της κοινωνικής αλλαγής είναι ο καλύτερος ανθρώπινος νόμος». Μ. Μπακούνιν. Παράλληλα υποστήριζαν ότι η ελευθερία του άλλου δεν είναι με κανέναν τρόπο όριο ή άρνηση της ελευθερίας μου, όπως ορίζει το αστικό πρότυπο (“εκεί που σταματάει η δική μου ελευθερία αρχίζει του άλλου”) είναι αντίθετα η αναγκαία συνθήκη και η επιβεβαίωση της. Δε γίνομαι πραγματικά ελεύθερος παρά μόνο μέσω της ελευθερίας των άλλων.

Όλοι οι ρεφορμιστές και οι ριζοσπάστες  εξουσιαστές σοσιαλιστές, λασσαλικοί μαρξιστές και οι μετέπειτα οπαδοί των Κάουτσκυ, Λούξεμπουργκ, κτλ, αναφερόντουσαν σαν σοσιαλδημοκράτες μέχρι που διαφοροποιήθηκαν οι μπολσεβίκοι (εκείνη την περίοδο ήταν μια μικρή πτέρυγα του ρώσικου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και μέλη της Δεύτερης Διεθνούς), και ονόμασαν το κόμμα τους κομμουνιστικό. Λίγο αργότερα, αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή και δημιούργησαν την Τρίτη Διεθνή (κομμουνιστική). Αυτό δημιούργησε άλλο ένα πρόβλημα στους αναρχικούς αφού δεν ήθελαν να τους ταυτίζουν με τους αυταρχικούς κρατιστές κομμουνιστές του μαρξισμού – λενινισμού. Έτσι υιοθέτησαν ευρύτερα τον όρο «ελευθεριακός κομμουνισμός».

Αργότερα δημιουργήθηκε άλλη μια διεθνής, η Τέταρτη, από τον Τρότσκι για να διαφοροποιηθεί από τον Στάλιν που τον θεωρούσε σφετεριστή της εξουσίας και της ηγεσίας του μπολσεβίκικου κουμμουνιστικού κόμματος. Η επονομαζόμενη Δεύτερη Διεθνής, η σοσιαλδημοκρατική, που ίδρυσαν οι ρεφορμιστες σοσιαλιστες, λασσαλικοί, οι ποσσιμπιλιστές, μαζί με τον Φρίντριχ Ένγκελς, (1820-1895) και τους υπόλοιπους μαρξιστές, η συνέχειά της φτάνει ως τις μέρες μας. Είναι αυτό το κακέκτυπο σοσιαλφιλελεύθερο συνονθύλευμα, που βλέπουμε σήμερα σαν Σοσιαλιστική Διεθνή όπου  ήταν πρόεδρος της ο Γιώργος Παπανδρέου πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κάποιοι/ες θα θυμάστε ότι αυτός έλεγε και το αμίμητο ότι είναι “αντιεξουσιαστής της εξουσίας”.

Αυτά τα λίγα για την ιστορία κλεψίματος τον όρων και του πολέμου των ιδεών. Εμείς σήμερα μπορεί να τα θεωρούμε όλα αυτά είτε ιδεοληψίες είτε φανατισμούς ιδεολογικής καθαρότητας. Αλλά για σκεφτείτε σύντροφοι /σες, να παρουσιαζόταν ένα κόμμα είτε σαν αντιεξουσιαστικό, είτε σαν ελευθεριακό και να κατέβαινε στις εκλογές να ζητήσει την ψήφο μας για να κυβερνήσει!

V. Η πνευματική και αγωνιστική παρακαταθήκη των προγόνων μας αναρχικών, είναι αγνοημένη από πολλούς «νέο αναρχικούς», αλλά και συκοφαντημένη έως διαστρεβλωμένη από τους εξουσιαστές και ιδιαίτερα από τους μαρξιανούς εξουσιαστές σοσιαλιστές όλων των τάσεων, έως τους σημερινούς νεομαρξιστές, μεταμαρξιστές που επιχειρούν μέσα από μια ιδεολογική σούπα να οικειοποιηθούν καθαρά αναρχικές αξιακές αντιλήψεις χωρίς να αναφέρονται σε αυτές μη τυχόν και υποτιμηθούν.

Δεν είναι απορίας άξιο για μας το ότι όλοι αυτοί (νεομαρξιστές, μεταμαρξιστές, μεταδομιστές, νεοφιλελεύθεροι, νεοατομικιστές, νεοαυτόνομοι), μπορούν να αναφέρονται σε ένα αρχαίο παρελθόν ή στο απώτερο παρελθόν που τους βολεύει, ενώ όταν το επιχειρούμε εμείς μας κατηγορούν ως παρελθοντολόγους.

Μπορούν να επικαλούνται το τέλος της ιδεολογίας, αλλά ταυτόχρονα να αναφέρονται στην ιδεολογία, και όταν αναφερόμαστε εμείς στις ιδέες μας να μας κατηγορούν για ψευδή συνείδηση. Είναι επίσης, όλοι αυτοί που ξαναδιαβάζουν τους Στίρνερ, Νίτσε κλπ, δηλαδή διανοητών του 19ου αιώνα, ενώ όταν το κάνουμε εμείς αναφορικά με τους διανοητές της κοινωνικής αναρχίας μας λένε παλαιολιθικούς. Ας τελειώνουμε λοιπόν, με αυτή την υποκρισία!

Η ιστορική κοινωνική αναρχία και η αγωνιστική και πνευματική παράδοση μας ως αναρχικοί, μας είναι «χρήσιμη» για πολλούς λόγους. Σταχυολογούμε μερικούς από αυτούς:

α. Να εμπλουτίσουμε τις θεμελιακές αξιακές μας σταθερές στις σημερινές συνθήκες.

β. Να γονιμοποιήσουμε την επαναστατική εμπειρία του χθες με την επαναστατική εμπειρία που αποκτιέται από τους σημερινούς αγώνες (καθώς οι ανάγκες και οι συνθήκες του αγώνα είναι διαφορετικές), γιατί η επαναστατική εμπειρία μέσα στο χρόνο είναι διαρκής και αμετάβλητη – ως προς τους στόχους της – , όσο διαρκής και αμετάβλητη είναι μέχρι σήμερα η κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο, ο καπιταλισμός (στην ουσία του και όχι στις δήθεν “μοντέρνες” ποικίλες εκφάνσεις του) και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

γ. Να προσπαθούμε να μην μεταφέρουμε λάθη, παραλείψεις, αδυναμίες και ανεπάρκειες του παρελθόντος στο σήμερα, χωρίς να θυσιάζουμε το παρόν στο παρελθόν, ούτε το παρελθόν στο μέλλον.

δ. Να κατανοήσουμε τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις αγωνίες των παλαιότερων αγωνιστών που έδωσαν ακόμα και την ζωή τους αγωνιζόμενοι για τις ιδέες και τα ιδανικά της Αναρχίας.

Το να αντιγράψουμε και να μεταφέρουμε θέσεις και οργανωτικές φόρμες του παρελθόντος στη σημερινή εποχή σίγουρα θα αποδειχθεί αν όχι “χυδαία” εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. ενώ κάποια από αυτά τα εγχειρήματα  (συνεργατικές ενώσεις, ενώσεις καταναλωτών, «αλληλέγγυα οικονομία» που προωθείται σήμερα κλπ) έχουν αφομοιωθεί ή ξεπεραστεί από το σύστημα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό – ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές ελευθεριακοι λίγο πολύ με τέσσερα θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμα τους, τα αναφέρω επιγραμματικά:

1. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της, από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια του εαυτού – αυτοσυνειδησία, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης, ελευθεριακά σχολεία, κτλ.

2. με την αποκέντρωση, θέσμιση και θέσπιση κοινοτήτων ή τομέων, κοινοτισμός (ελευθεριακός κομουνισμός) με κορύφωση τις κοινότητες των κοινοτήτων δηλαδή την ομοσπονδία και συνομοσπονδία (φεντεραλιστικός κομουναλισμός) .

3. με τα κοινόβια, τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό αντιαυταρχικό κολλεκτιβισμό.

4. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό.

VI. Οι πηγές μας

Ας αφήσουμε λίγο τα προλεγόμενα και ας πάμε λίγο στις πηγές. Μόνο πηγαίνοντας στις πηγές θα βρεις γάργαρο καθαρό – κρυστάλλινο νερό, το νέο για να συγκριθεί ως τέτοιο, ή να συγκρουστεί με το παλιό χρειάζεται να πάει στις πηγές αν δεν θέλει να είναι κοινότυπα κενό, σε μια παλιά επιστολή (από την δεκαετία του 80) προς τον αναρχικό χώρο γράφαμε:

{…} Η σύνθεση αλλά και απόσπαση (αποσύνθεση) ενός συνόλου εντάσσεται στην ίδια τη διαδικασία της ζωής, αυτών που δρουν στο κοινοτικό επιστητό, κύρια μέσα από τα γεγονότα (δρώμενα) αλλά κυριότερα από την δράση αυτών που τα προετοιμάζουν και τα θέτουν σε κίνηση (δράστες). Μόνο η ένταξη των γεγονότων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, και η δράση (των δραστών) στη κοινωνική ζωή μπορεί να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, γιατί μόνο η κοινωνική ζωή μπορεί να θέσει διαδικασίες συγκρίσιμες του επιπέδου πραγματικό – φανταστικό, εφικτό – ανέφικτο, αντικειμενικό – υποκειμενικό, επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας – ουτοπία.

Η αλληλουχία σύγκρουσης αντίθετων προβληματισμών έχει σαν αποτέλεσμα, μέσα από τον συσχετισμό δυνάμεων που δημιουργεί, να συσσωρεύει δύναμη μια προβληματική, να αποκτά θέση να γίνεται από ατομική (μερική)-υποκειμενική, μέρος ενός συνόλου (ή συνολικά αποδεκτή)-αντικειμενική. Όσο και να θέλουμε να αποφύγουμε πολλές φορές την «φυσιοκρατία» χωρίς να παραγνωρίζουμε το φανταστικό στοιχείο, βλέπουμε ότι η κοινωνική ζωή σαν «πειραματικό εργαστήρι» σαν αποτέλεσμα υποκειμενικών δραστηριοτήτων καταφέρνει σε μια στιγμή (σημείο καμπής) της κυρίαρχης λογικής να αναδείξει μια νέα αντίληψη που τείνει να καθιερωθεί μέσα από την συντονισμένη δράση του συνόλου (μαζών) και να κυριαρχήσει (επανάσταση).

Όπως η διαδικασία γέννησης ενός άστρου αρχίζει με την σύνθεση των στοιχείων της κοσμικής σκόνης, εξελίσσεται (συμπατικός χρόνος), φτάνει στο αποκορύφωμα και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την αποσύνθεση και επιστροφή στο πρωταρχικό σημείο, με το φαινόμενο του σούπερ νόβα έτσι και οι κοσμοθεωρίες έχουν και αυτές τη δικιά τους διαδικασία (κοινωνικός χρόνος) σύνθεσης, λάμψης, διάσπασης, ακολουθεί την διαδικασία σύγκρουσης του παλιού με το καινούργιο στο πλήρωμα του χρόνου σαν διαδικασία μετάλλαξης.

Το αρχέτυπο προϋποθέτει το νεότυπο, το νεότυπο συγκρίνεται με το αρχέτυπο. Το παλιό υπάρχει και δεν υπάρχει, το νέο δεν υφίσταται χωρίς να συγκριθεί και να συγκρουστεί με το παλιό. Ο παλιός κοινωνικός χρόνος, για να μετασχηματιστεί σε νέο -ατομική και κοινωνική στάση ζωής- αλλά κύρια σε μορφή κοινωνικής οργάνωσης, δεν προϋποθέτει άραγε νέα συνείδηση και στάση ζωής αυτών που που ζούν και δρούν στο νέο χρόνο και θέτουν σε κίνηση τις επαναστατικές διαδικασίες για την νέα κοινωνία; {…}

Ορίστε μια από τις πηγές, δείτε,  μέσα από μια μικρή παράγραφο μια από τις αξιακές μας σταθερές, που σύμφωνα με κάποιους/κάποιες είναι ιδεολογία άρα ψευδή συνείδηση, λέτε να ισχύει και στο τώρα, στο σήμερα;

«…Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία και ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα … Είμαστε επίσης εχθροί της πατριαρχικής και νομικής εξουσίας των συζύγων πάνω στις γυναίκες, των γονέων πάνω στα παιδιά και αυτό επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι ο δεσποτισμός στην οικογένεια είναι το σπέρμα του πολιτικού δεσποτισμού στο κράτος…»Μιχαήλ Μπακούνιν,(1814-1876)

 «…Ο αναρχισμός, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως ένα μερικό δόγμα της ελευθερίας και τον σοσιαλισμό ως ένα μερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχές τους μέσω της προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με την έννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία και μετά η άλλη, ενώ ο αναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση τους έγκειται η επιτυχία τους…»  Νίκο Μπέρτι, (1994)

 Οσοι/ες τολμήσουν να μας πουν ότι αυτό είναι θετικισμός θα είναι κοινοί συκοφάντες, αφού η ίδια η ζωή έδειξε ότι, όπου εφαρμόστηκε ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερίες, ήταν/ είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα, και όπου εφαρμόστηκε/εφαρμόζεται η ελευθερία ως  φιλελευθερισμός παλιός η νέος, χωρίς σοσιαλισμό, είναι προνόμιο και αδικία. Οπως λένε τα χορεία των συντρόφων Μπακούνιν και Μπέρτι αυτή με λίγα λόγια είναι η ουσία του κοινωνικού αναρχισμού, γιατί θέλει να… και παλεύει για την ταυτόχρονη επικράτηση και τον δυο κοινωνικών συνθηκών, δηλαδή την ταυτόχρονη επικράτηση της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας και του σοσιαλισμού.

α) Ο αξιακός μας ηθικός συγκρητισμός

Μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από αλλοτριωμένες κοινωνικές – ταξικές σχέσεις που επιβάλλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της «νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, διευθυντή και διευθυνόμενου, κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.

Μια κοινωνία διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και πλούτου, μεταξύ αυτών που δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη, γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.

Οι αναρχικοί προτάσσουν ως  αδιαίρετο αξιακό τρίπτυχο, αυτό της ελευθερίας – ισότητας – αλληλεγγύης, χωρίς υποβιβασμό του ενός από το άλλο ως πρώτο-δεύτερο ή κατώτερο-ανώτερο. Γιατί αν υπερτονίσεις  την ελευθερία, υποβαθμίζεις   την αναρχία σε φιλελεύθερη εκδοχή, αν υπερτονίσεις την ισότητα υποβαθμίζεις την αναρχία σε ισότητα τύπου στρατοπέδου, τέλος αν υπερτονίσεις την  αλληλεγγύη υποβιβάζεις την αναρχία σε φιλανθρωπία.

H κοινωνική αλληλεγγύη των αναρχικών φτάνει στο έσχατο όριο της με την έννοια του ότι, ακόμα και να παραμείνει ένας άνθρωπος στο έσχατο σημείο της γης που να τον εκμεταλλεύονται και να μην είναι ελεύθερος, εμείς θα είμαστε μαζί του και μέχρι να ελευθερωθεί μη ελεύθεροι.

Δεν πλέκω το εγκώμιο του αναρχικού/ας παρουσιάζοντας έναν φανταστικό ανθρωπολογικό τύπο ( αν και δεν μου αρέσει χρησιμοποιώ αυτή την έννοια για να γίνω κατανοητός) αλλά όπως μπορούμε να δούμε μέσα από την κοινωνική ιστορία οι αναρχικοί/ες για λογούς αλληλεγγύης έδωσαν ακόμα και την ζωή τους υπερασπίζοντας με αυταπάρνηση και ανιδιοτελια αδύναμους και αδικημένους. Ακόμα και τώρα σύντροφοι από αλληλεγγύη και όχι από τυχοδιωκτισμό συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Rojava κάνοντας πράξη το παλιό αναρχικό απόφθεγμα,“Για την ελευθερία του καθενός και την ισότητα όλων”.

Πολλές φορές σύντροφοι/συντρόφισσες  εναντιώνονται ένοπλα (δεν θα εξετάζω εδώ το σωστό ή λάθος) στο υπάρχων αίσχος από λόγους κοινωνικής έμπρακτης αλληλεγγύης και όχι από αλλότρια κίνητρα προς την αναρχία. Οι αναρχικοί διαφέρουν παρασάγγας από όλα τα πολιτικά και θρησκευτικά ρεύματα – δόγματα γιατί η αλληλεγγύη τους είναι ανιδιοτελής και μη ωφελιμίστικη, ο αναρχικός δεν έχει να λαμβάνει ρέστα από την αλληλεγγύη, οι θρησκευόμενοι έχουν να …λαμβάνουν γιατί στο τέλος θα μεταβούν στους κόλπους της Εδέμ, στο παράδεισο.

Οι μη θρησκευόμενοι – κοσμικοί αριστεροί και δεξιοί έχουν να λαμβάνουν εγκόσμια ρέστα γιατί όταν το κόμμα τους θα καταλάβει την εξουσία, θα κυβερνήσει και θα μοιράσει θώκους εξουσίας και προνόμια στους δικούς του. Οι  αναρχικοί/ες τα μόνα ρέστα που θα λάβουν όταν και όποτε εφαρμοστεί η αναρχία είναι να θελήσουν και θα είναι ίσοι μέσα στους ίσους, γιατί οποιαδήποτε αναίρεση αυτής της κατάστασης, – ως αρετή – οποιαδήποτε κατάσταση προνομίων που θα είναι παραλλαγή του “όλοι είσαστε ίσοι, άλλα υπάρχουν κάποιοι πιο ίσοι από τους ίσους” θα αναιρέσει ταυτόχρονα και την αναρχία. Φυσικά η αναρχία δεν αντιλαμβάνεται την ισότητα μέσα από την στρατιωτικού τύπου ομοιομορφία, αλλά μέσα από την πολυμορφία, την  βιοποικιλότητα και την διαφορετικότητα, είμαστε ίσοι όχι μόνο γιατί απλά διαφέρουμε, αλλά και γιατί είμαστε ποικιλοτρόπως διαφορετικοί διαφορετικές.

Να μην ξεχάσω να αναφέρω εδώ ότι οι αναρχικοί πιστοί μέχρι μαζοχισμού στο “η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδια της εργατικής τάξης” και προεκτείνοντας το στο σήμερα “η απελευθέρωση της εκμεταλλευομένης -καταπιεσμένης κοινωνίας είναι έργο της ίδια της κοινωνίας” δεν το παίζουν απελευθερωτές, πρώτον γιατί λίγο πολύ μέσα στις κοινωνικές συνθήκες αυτές βρίσκονται και δεύτερο είναι ενάντια στη πρωτοπορία με την εξουσιαστική μορφή που πήρε. Οι αναρχικοί/ες είναι κοινωνικοί πρωτεργάτες, αισθητήρες και ωθητήρες.

Όσο για την βια των αναρχικών που πολλά λέγονται και  γράφονται από τους συντηρητικούς  που «καταδικάζουν την βια από όπου και αν προέρχεται», επειδή πολλοί από αυτούς/ες είναι και χριστιανοί θα τους πω αυτό που είπε ο Ιησούς ο Ναζωραίος “ … ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω …”, εμείς οι αναρχικοί δεν πολεμάμε τους ανθρώπους άλλα τις νοοτροπίες και τους θεσμούς. Ο αναρχικός (και καθόλου ειρηνιστής) Ερίκο Μαλατέστα (1853-1932) έλεγε “… αν, προκειμένου να νικήσουμε, θα ‘πρεπε να στήσουμε κρεμάλες στις πλατείες, θα προτιμούσα να χάσουμε …”,  επισης ο ιδιος έγαφε: “… όταν χτυπάμε την τωρινή κοινωνία, αντιπαραθέτουμε στην ατομιστική αστική ηθική την ηθική της αλληλεγγύης …”.

Αντιθέτως οι δικοί σας πνευματικοί και ιδεολογικοί- πολιτικοί  πρόγονοι σας (και αρκετοί  νυν – σύγχρονοι – μην ξεχνιόμαστε) έχουν χρησιμοποιήσει συστηματικά τη μαζική βια και τρομοκρατία είτε μέσω του κράτους, είτε ιδιωτικά. Οι θρησκευτικοί προγονοί σας χριστιανοί, μουσουλμάνοι, ιουδαίοι, ινδουιστές, κομφουκιανοί κλπ, αλλά και οι πολιτικοί κοσμικοί  πρόγονοι σας αυτοκρατορικοί, μοναρχικοί, αποικιοκράτες, φασίστες- ναζί, δεξιοί δημοκράτες, αριστεροί σταλινικοί/μπολσεβίκοι και πάσης φύσεως εθνικιστές  έξ ονόματι της δοξασίας ή της ιδεολογίας και των συμφερόντων τους, έχουν προβεί σε μαζικές σφαγές, εξανδραποδισμούς, ακόμα και γενοκτονίες. Όχι μόνο μέσα από κατακτητικούς πολέμους αλλά και στο εσωτερικό των χωρών τους, στους ίδιους  τους λαούς τους. Όλους αυτούς και   εσάς σας ενώνει το αρχαίο αλλά και μακιαβελικό  αξίωμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Οι αναρχικοί μέσα στο βάθος της ιστορίας τους πολέμησαν σφοδρά το αξίωμα  «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», δεν αγίασαν ούτε τον σκοπό, ούτε τα μέσα,  δεν έχουν κάνει μαζικές σφαγές και  εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εχουν συμμετέχει σε κοινωνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις, έχουν συμμετέχει σε εμφύλιους κοινωνικούς απελευθερωτικούς πολέμους, έχουν εκτελέσει μερικούς μισάνθρωπος εξουσιομανείς, και εργοδοτικά καθάρματα (και τον Χίτλερ αν μπορούσαμε θα τον εκτελούσαμε χωρίς κανέναν ενδοιασμό) γιαυτό στο περί βίας και τρομοκρατιας  των αναρχικών σας  το επιστέφω με αυτό το – ανεπανάληπτο – που είπε ο Ιησούς  «… Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί…»

Επανερχόμενοι στο ζήτημα των  μέσων και σκοπών ισχυριζόμαστε ότι:  ένας αναρχικός δεν μπορεί να βάλει  βόμβα στο μετρό ή σε μια πλατεία που θα έχει σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν εκατοντάδες ανυποψίαστοι άνθρωποι, ένας αναρχικός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει πληροφορίες από τον εχθρό, μια αναρχική/αναρχικός δεν μπορεί να συμμετέχει στον πλειστηριασμό ενός σπιτιού από κατάσχεση όπως και δεν μπορεί να είναι εργοδότης κλπ .

Όπως λέει ο σύντροφος  Στιούαρτ Κρίστι  « Ένας αναρχικός δεν μπορεί να εγκληματεί ενάντια στην κοινωνία. Αυτό μπορεί να το ισχυρισθεί κανείς με δογματική βεβαιότητα διότι ένας άνθρωπος ένοχος για βιασμό, αντικοινωνικό φόνο, εκμετάλ­λευση, πάθος να κυβερνά, ή για άσκηση εξωτερικού καταναγκασμού πάνω σε άλλους ανθρώπους, αυτομάτως δεν μπορεί πλέον να είναι αναρχικός, όπως δεν μπορεί να είναι χορτοφάγος αυτός που τρώει χοιρινές μπριζόλες, ροστ-μπιφ ή κοκκινιστό αρνί. Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο ένα άτομο κατανοεί την τάδε ή την δείνα ιδεολογία, ή υποστηρίζει την τάδε ή την δείνα οργάνωση, αλλά κατά πόσο είναι αυτό που πρεσβεύει ότι είναι. Να προσθέσουμε ότι τα διαχωριστικά όρια μεταξύ εξουσιαστή και ελευθεριακού πουθενά δεν διακρίνονται καθαρότερα απ’ ό,τι στο έγκλημα.

Ένας αναρχικός συχνότατα στιγματίζεται σαν εγκληματίας από το κράτος, ή μπορεί να αναμειχθεί σε δραστηριότητες που αντιστρα­τεύονται τα συμφέροντα του κράτους. Η αναρχική φιλοσοφία είναι από την φύση της εχθρός του κράτους. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό ένας αναρχικός να αναμειχθεί σε παράνομες δραστηριότητες, ποτέ όμως σε αντικοινωνικές» . (1980)

Επίσης ένα άλλος σύντροφος λέει:

{…} Μια θεωρία της αναρχικής δράσης πρέπει να συμβαδίζει είτε μ’ ένα ορθολογικό, είτε ένα ηθικό αίτημα, χωρίς αυτά τα δύο να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Έτσι θα μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε το πολύ πι­θανό «παράδοξο των συνεπειών», ή, για να το πούμε αλλιώς, τα αθέλητα αποτελέσματα ηθελημένων ενεργειών. Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν μέσα από την αναγκαία συμφωνία σκοπών και μέσων, με την έννοια ότι τα μεν πρέπει να εξαρτώνται από τα δε. Κατά συνέπεια, ο αγώνας για την ελευθερία και την ισότητα πρέπει να διεξάγεται με ελευθεριακά και εξισωτικά εργαλεία, γιατί διαφορετικά θα καταστούν μάταιοι, υλικά και ηθικά, οι ίδιοι οι σκοποί της δράσης, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό.

Αν λάβουμε υπόψη ότι η ιστο­ρία, μην έχοντας έμφυτους ηθικούς σκοπούς, υπακούει κυ­ρίως στη λογική της δύναμης, προκύπτει σαφώς η αναγκαιό­τητα μιας δυναμικής δράσης. Το πρόβλημα της χρήσης της δύναμης είναι, σε τελική ανάλυση, πρόβλημα της χρήσης της βίας. Η αναγκαιότητα της την καθιστά υποχρεωτική για την αναρχική δράση, ταυτοχρόνως όμως την εξαναγκάζει να μην υπερβαίνει τα όρια της «νόμιμης» άμυνας, αφού οφείλει να σέ­βεται τα μεθοδολογικά κριτήρια της συνάφειας μέσων και σκοπών. Ανοίγει έτσι μια σειρά αντιφατικών ζητημάτων, ευρι­σκομένων σε λανθάνουσα κατάσταση.

Πράγματι, αν η αναρ­χία σημαίνει αξιακά μη βία, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άν­θρωπο, πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί το μέσο της βίας, χω­ρίς ν’ αρνούμαστε τη λογική της; Πού ξεκινά και πού τελειώ­νει η αναγκαιότητα της; Και ποιος έχει το δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί; H   δύναμη και στη συγκε­κριμένη περίπτωση η βία, δεν μπορεί να ξεπερνά τα όρια της αρνητικής της λειτουργίας, τα οποία προκύπτουν απ’ το ότι συνιστά ένα εργαλείο του αναρχισμού και σαφώς όχι ένα συν­τακτικό στοιχείο της αναρχίας.  Με αυτά τα δεδομένα, η επαναστατική βία πρέπει να γίνει κατανοητή μόνο ως μια σκληρή αναγκαιότητα, προκειμένου να αποφύγουμε, ακριβώς, το μέσο να γίνει σκοπός.

Η αναρχική δράση προβλέπει τη βία ως αναγκαιότητα για την απελευθέρωση από τη βία των κυβερνώντων και των αφεντικών, όχι όμως για την οικοδόμηση της αναρχίας. Για τον αναρχισμό η βία αποτελεί μέσο και δεν απορρίπτεται a priori αφού, αν η μη βία είναι μια συντακτική αξία της αναρχίας, αυτή, ωστόσο, δίνει προτεραιότητα σε μεγαλύτερες αξίες, όπως είναι η ελευθερία, η ισότητα και η ίδια η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η αναγκαιότητα της βίας, ωστόσο, δικαιολογείται ως extrema ratio, σχεδόν σαν απρόθυμη αποδοχή της αδυναμίας να πράξουμε διαφορετικά.  Αναμφίβολα, η βία γίνεται μια ηθική επιταγή όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου πρέπει να δράσουμε ενεργά προκειμένου να εμποδίσουμε την περαιτέρω διατήρηση της καταπίεσης. {…} Νίκο Μπέρτι,(1998).

Ο αναρχισμός εκτός από ένα πολιτικό ρεύμα είναι και ένα ρεύμα ηθικής μόνο που αντιλαμβάνεται αυτή την ηθική όχι σαν αυτόφωτη – αυτόνομη από αρχές και άξιες –  όπως οι αστοί, αλλά σαν ετερόφωτη (σαν την σελήνη που φωτίζεται από τον ήλιο), με αυτό θέλουμε να πούμε ότι η ηθική μας εκπηγάζει από τον αξιακό μας κόσμο και όχι το αντίθετο, φερ’ ειπείν η κατάργηση της εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο δεν είναι μόνο ένα πολιτικό  αξιακό αίτημα αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της ηθικής, ενώ απορρίπτει το ιησουιτικό – μακιαβελικό δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μεσα». Εδώ  πολύ σωστά έλεγε μια  συντρόφισσα :

«Καμιά επανάσταση δε μπορεί να γίνει μέσο απελευθέρωσης για τον άνθρωπο, αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να την προωθήσουν δεν είναι ταυτόσημα στο πνεύμα και στην προοπτική με τους σκοπούς που θέλουν να επιτύχουν.

Η επανάσταση… είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα τ’ άλλα η επανεκτίμηση και ο φορέας νέων αξιών. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της νέας ηθικής, που εμπνέει τους ανθρώπους μ’ ένα καινούργιο νόημα για τη ζωή και τις εκδηλώσεις της, ενώ στις κοινωνικές σχέσεις, είναι ο διανοητικός και πνευματικός αναπλάστης.» Έμμα Γκόλντμαν, (1869 – 1939)

β) Η  πρώτη  συλλογική πηγή μας

Λέω πρώτη  γιατί η δεύτερη  είναι η Παρισινή Κομμούνα του 1871, τρίτη το συνέδριο που έγινε στο Σαιντ Ιμιέ της Ελβετίας το 1872 που θεμελίωσε τις βάσεις για την κοινωνική αναρχία, ενώ η τέταρτη είναι το  διεθνές αναρχικό  συνεδρίου του  του 1900  στο Παρίσι που καθιέρωσε τον αναρχικό κομμουνισμό. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι  δεν είναι του παρόντος να αναφερθούμε  περιληπτικά ή διεξοδικά  στην Παρισινή Κομμούνα.

1) Λίγους μήνες αργότερα  από την δημοσίευση του μανιφέστου των 60 εργατών δημιουργείται από τους εργάτες η πρώτη μορφή αυτοοργάνωσης στην σύγχρονη εποχή. Στις 28-8-1864, σ’ όλο τον κόσμο ακούστηκε ηχηρότερος από εκείνον των 60 εργατών αυτός ο μεγάλος λόγος: «Η χειραφέτηση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών». Αυτός ο λόγος ειπώθηκε στο Σαιν Μάρτινς Χωλ στο Λονδίνο, σε μια συνέλευση εργατικών αντιπροσώπων που εκπροσωπούσαν πολλά έθνη της Ευρώπης. Το μικρό απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το μανιφέστο αυτής της συνέλευσης που δημιούργησε την Πρώτη Διεθνή:

 {…} «… Πιστεύοντας ότι η χειραφέτηση των εργαζομένων θα πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων, ότι οι προσπάθειες των εργαζομένων θα πρέπει να τείνουν στην καθιέρωση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για όλους και στην εξάλειψη κάθε ταξικής κυριαρχίας … ότι η χειραφέτηση της εργασίας δεν είναι ούτε τοπικό, ούτε εθνικό, αλλά κοινωνικό πρόβλημα που αφορά όλες τις χώρες… δηλώνουμε ότι αυτή η διεθνής ένωση, καθώς και όλα τα άτομα ή οι ομάδες που συμμετέχουν σ’ αυτήν, θα αναγνωρίσουν ως βάση της συμπεριφοράς τους απέναντι σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια, την δικαιοσύνη, την ηθική, χωρίς καμία διάκριση χρώματος, θρησκείας και εθνικότητας, θεωρώντας καθήκον τους να απαιτήσουν για όλους τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη …». {…}

2) Η  δεύτερη  συλλογική πηγή μας 

Αποσπάσματα των αποφάσεων του συνεδρίου που έγινε στο Σαιντ Ιμιέ της Ελβετίας το 1872 και θεμελίωσε τις βάσεις για την κοινωνική αναρχία. Το μότο έχει δοθεί από τότε γιατί οι σύντροφοι έθεσαν σαν ισοδύναμες αξίες την ελευθερία και την κοινωνική ισότητα, εν ολίγοις την κοινωνική αλληλεγγύη. Οποιαδήποτε ερμηνεία που κατηγοριοποιεί αυτές τις αξίες σαν πρώτη ή δεύτερη, σαν ανώτερη ή κατώτερη υποβιβάζει την αναρχία σε φιλελεύθερες ή ελιτίστικες λογικές.

{…} Η Φύση της πολιτικής δράσης του προλεταριάτου.

 Θεωρώντας ότι το να θέλει κανείς να επιβάλλει στο προλεταριάτο μια γραμμή συμπεριφοράς η ένα ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα ως μόνη οδό η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική του χειραφέτηση είναι μια αξίωση τόσο παράλογη όσο και αντιδραστική (…) ότι οι βλέψεις του προλεταριάτου δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο παρά μόνο τη θεμελίωση μιας απόλυτα ελεύθερης οργάνωσης και μιας απόλυτα ελεύθερης ομοσπονδίας, που θα βασίζονται στην εργασία και στην ισότητα όλων και θα είναι εντελώς ανεξάρτητες από κάθε πολιτική κυβέρνηση, και ότι αυτή η οργάνωση και αυτή η ομοσπονδία δε μπορούν να είναι παρά το αποτέλεσμα της αυθόρμητης δράσης του ίδιου του προλεταριάτου, των εργατικών ενώσεων και των αυτόνομων κοινοτήτων. Θεω­ρώντας ότι κάθε πολιτική οργάνωση δε μπορεί παρά να είναι η οργάνωση της κυριαρχίας προς όφελος των τάξεων και σε βάρος των μαζών, και ότι το προλεταριάτο αν θελήσει να καταλάβει την πολιτική εξουσία, θα γίνει κι αυτό μια κυ­ρίαρχη και εκμεταλλεύτρια τάξη. το συνέδριο του Σαιντ Ιμιέ, δηλώνει :

α. Η καταστροφή κάθε πολιτικής εξουσίας από τα πάνω είναι το πρώτο καθήκον του προλεταριάτου.

β. Κάθε οργάνωση που καταλαμβάνει την πολιτική εξουσία, ακόμη και αν ονομάζεται προσωρινή και επα­ναστατική, για να εξασφαλίσει αυτή την καταστροφή, δε μπορεί να είναι παρά μια απάτη, και θα είναι τόσο επικίνδυνη για το προλεταριάτο, όσο και οι κυβερνήσεις που υπάρχουν σήμερα.

γ. Αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό για να επιτύχουν την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης, οι προλετάριοι όλων των χωρών πρέπει να θεμελιώσουν, έξω από τα πλαίσια κάθε αστικής πολιτικής, την αλληλεγγύη της επαναστατικής δράσης. {…}

δ) Η  τρίτη  συλλογική πηγή μας 

Στο Διεθνές Συνέδριο των αναρχικών  στο Παρίσι το 1900 (το οποίο απαγορεύτηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση και έγινε υπό συνθήκες παρανομίας). Η Μαρία Κόρν στην εισήγηση της ανάφερε: «η επιθυμία για την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπινου υποκειμένου μας ωθεί προς την τελειότερη μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης. Δεν είμαστε κομμουνιστές παρόλο που είμαστε αναρχικοί, αλλά ακριβώς γιατί είμαστε αναρχικοί», κάτι που υιοθετήθηκε σαν αξίωμα από αυτό το συνέδριο.

Επίσης, τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ ́ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού». Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ ́ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός «ο αναρχισμός δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός και πρώτα απ ́ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού».

Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα: «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ ́ τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ ́την κοινή μας δράση, απ ́ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».

Ο Κόλλιν Γουόρντ, (1924-2010) γράφει σχετικά (να υπογραμμίσουμε  ότι αναφέρεται σε ειδική επαναστατική οργάνωση, αλλά θέτει  και ερώτημα για  κοινωνικές δομές ).

{…}  Ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι ́αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ’ εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση και ότι πρέπει να είναι:

1) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.

Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα. Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της.

Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν’ αναπτυχθούν. Αλλά απ’ αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν’ απαντήσουμε:

«Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές». Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σαν μία κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν’ αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ’ ένα ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ’ την άποψη δύο ειδών κοινωνικών θεσμών:

1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.

2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ’ την ορολογία του εργατικού συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής οργάνωσης.

Αυτά θεωρήθηκαν σαν μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς γνωρίζουμε λίγα σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία των ομοσπονδιών.

«Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζωρτζ Γούντκοκ, (1912-1995) στη βιογραφία του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ’ το πιο απλό επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό περισσότερο κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ’ αυτό το πρωτογενές επίπεδο, η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την ίδια έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία.{…}

VII. Παραμένοντας πάντα αθεράπευτα «ρομαντικοί» επαναστάτες, σε μια εποχή που η κοινωνική επανάσταση (ως κοινωνικό «πέρασμα») φαντάζει αδύνατη, συνεχίζουμε να οραματιζόμαστε την επαναστατική προοπτική ως ανοιχτότητα προς την πραγματική ελευθερία, την κοινωνική πραγματική δικαιοσύνη και  την πραγματική ισότητα. Εν ολίγοις, συνεχίζουμε να αρνούμαστε το τέλος της κοινωνικής ιστορίας.

Οσοι/όσες μας προσάψουν τον χαρακτηρισμό του τύπο: “αυτοί είναι δογματικοί που ψάχνουν την ιδεολογική καθαρότητα” τους απαντάμε ότι:

“… Ποτέ δεν νομίσαμε/νομίζουμε ότι η αναρχία είναι ένα δόγμα, μια απαραβίαστη θεωρία, κάτι που λατρεύεται από τους πιστούς της. Όχι! H ελευθερία που διεκδικούμε τρέφει ακατάπαυτα τις ιδέες μας, τις ανυψώνει προς νέους ορίζοντες, και τις τοποθετεί έξω από τα στενά πλαίσια κάθε τυποποίησης … οι νέες κοινωνικές φόρμες και ελευθερίες περιμένουν αυτούς/αυτές που θα τις δημιουργήσουν …”

Ο σύντροφος Ρούντολφ Ρόκερ, (1873-1958)  περίπου το 1910 έγραφε:

“Κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυ­μία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα. Όταν τίθενται ζητήματα τέτοιου είδους, η επιστήμη φθάνει στα όριά της, διότι κάθε πιθανότητα στηρίζεται μόνο σε υποθέ­σεις που δεν μπορούν να υπολογισθούν, να ζυγιστούν ή να μετρηθούν. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η θεμελίωση μίας κοσμοαντίληψης, όπως για παράδειγμα ο σο­σιαλισμός, είναι δυνατόν να επικαλείται τα αποτελέσμα­τα της επιστημονικής έρευνας, εν τούτοις δεν είναι δυ­νατό να γίνει η ίδια επιστήμη, διότι η πραγμάτωση των στόχων της δεν εξαρτάται από προκαθορισμένες, ντετερμινιστικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τα φυσικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει νόμος στην ιστορία που να μας δείχνει την πορεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής δρα­στηριότητας. Οποτεδήποτε, μέχρι στιγμής, έγινε προσπά­θεια να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, καθίστατο αμέσως εμφανής η παντελής παιδαριωδία αυτής της απόπειρας.”

Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι-εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί) ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκενρωτικές οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!» Όπως γράφει ένας σύντροφος:

 «Δεν πρέπει να φοβόμαστε να δανειστούμε, οφείλουμε ό­μως να παραμείνουμε αμετακίνητοι στις ιδέες μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε τόπους ελευθεριακού πειραματισμού, όπου θα μπορούμε να ζούμε και να δοκιμάζουμε μορφές αυτοκυβέρνησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, λέγοντας όχι στη δι­δαχή ενός και μόνο μοντέλου, ναι σε πολλά περισσότερα.

Πολυσθενείς, πολυκεντρικοί και άκεντροι τόποι, χωρίς τυπικές ή άτυπες ιεραρχίες και γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους, ικανοί να γεννούν καινοτομίες και πολιτιστικές ανατροπές, να είναι δημιουργι­κοί και χωρίς προκαταλήψεις, αποτελώντας παραδείγματα για το πώς μπορεί να φτιαχτεί και να υπάρξει μια κοινωνία. Στιγμές συλλογικής αυτοκυβέρνησης, ελευθεριακά κοινωνικά κέντρα, ελευθεριακά συνδικάτα, ελευθεριακά σχολεία, ελευθεριακοί δήμοι οργανωμένοι από τα κά­τω, δυνατότητα για όποιον επιθυμεί να προβεί σε κοινούς πει­ραματισμούς και οτιδήποτε άλλο έρχεται στο μυαλό που αντι­προσωπεύει και δείχνει την κοινωνία την οποία επιθυμούμε». Αντρέα Πάπι, (1994)

Συμπληρώνοντας τον σύντροφο Πάπι υποστηρίζουμε ότι: Το σύστημα θα επιδιώξει –  ήδη επιδιώκει – να επιλύσει το οικολογικό ζήτημα, την οικολογική κρίση που δημιούργησε σε βάρος του κοινωνικού προωθώντας τον οικοκαπιταλισμό, ή εκεί που θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο η οικολογική κρίση θα επιβάλει «οικολογική δικτατορία» με την έννοια ότι θα παρθούν μέτρα και απαγορεύσεις για τους πολλούς και ασυδοσία για τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ.

Γιαυτό αυτοί που κινούνται αντισυστηματικά και στην κατεύθυνση ανατροπής του καπιταλισμού και του κράτους χρειάζεται να εντάξουν την κοινωνική ανατρεπτική οικολογία στο καθημερινό τους λεξιλόγιο, χρειάζεται να επεξεργαστούν ένα τρίπτυχο κριτικής, δράσης και ανατροπής του υπάρχοντος αίσχους, μέσα από ένα πρόταγμα που αφορά το κοινωνικό το θεσμικό και το οικολογικό ως μια αδιαίρετη ενότητα.

Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη θέση βάσει της όποιας μόνον ελευθεριακά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή κομουνιστική κοινωνία. Αυτή είναι και η σημασία της άποψης του Μπακούνιν (η οποία θεωρήθηκε σαν ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε ότι «η ελευθερία μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία».

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το αναρχικό – αντιεξουσιατικό κίνημα πρέπει να είναι ένας μικρόκοσμος της νέας κοινωνίας, η οποία, τοιουτοτρόπως, έρχεται στο φως «δημιουργημένη μέσα στο κέλυφος της παλιάς».

Η νέα ανθρωπότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί για να ζήσει σε μια κοινότητα χωρίς κυριαρχία, εάν καθοδηγείται από επαναστατικές ελίτ (κάτοχοι του μυστικού της φύσης του επαναστατικού κινήματος), ή εάν οι δομές των επαναστατικών οργανώσεων είναι διαμορφωμένες με βάση τα μοντέλα τυπικά ή άτυπα των ιεραρχημένων οργανώσεων της αστικής κοινωνίας.

Οι ελευθεριακές δομές πρέπει, αντιθέτως, να εμπεριέχουν την ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης, της υπευθυνότητας, της αυτοδιεύθυνσης, της αυτοπειθαρχίας και της ελεύθερης δραστηριότητας. Η νέα ανθρωπότητα όταν και εφόσον θελήσει να λέγεται νέα πρέπει να δημιουργηθεί όχι διά μέσου μιας νέας κατάκτησης της εξουσίας, αλλά με τη δημιουργία νέου τύπων ανθρωπίνων κοινωνικών σχέσεων.

VIII. Η κοιλιά και η συνείδηση

Σήμερα παρ όλη την τεράστια φτώχεια στις λεγόμενες υπό ανάπτυξη χώρες ή την φτωχοποίηση μεγάλων πληθυσμιακών κομματιών στον λεγόμενο αναπτυγμένο κόσμο, δεν διαφαίνονται εκείνες οι συνθήκες για την υπέρβαση και ανατροπή αυτής της κατάστασης από τις καταπιεσμένες – εκμεταλλευόμενες τάξεις, γιατί η ανατροπή αυτής της τάξης πραγμάτων όπως και των παλιότερων δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα κοιλιάς, (φτώχεια, ένδεια κλπ). Η καταπιεσμένη ανθρωπότητα αν δεν έχει  ένα προταγματικό όραμα να μεταβεί κάπου, σε μια νέα κατάσταση, σε έναν νέο κόσμο  δεν πάει πουθενά, ή όταν εξεγείρεται σαν τον  αρτέμονα κοχλία που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του διεκδικεί ή αναπαράγει αυτό που υπήρξε ή υπάρχει, έγραφα σε μια  μπροσούρα  το 2008.

{…} Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την εποχή μας όπου κανείς δε μένει – άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο – ανεπηρέαστος από αυτήν. Αυτό φυσικά ισχύει και για τους αναρχικούς ανεξάρτητα αν ιστορικά είναι δικαιωμένοι στην κριτική τους τόσο για την σάπια ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία όσο και για την ριζοσπαστική εκδοχή της, τον μπολσεβικισμό. Ειναι οτι  η σοσιαλιστική προοπτική της ανθρωπότητας βάλτωσε και μετά βούλιαξε στους παγωμένους βάλτους της Σιβηρίας και από προοπτική ευτοπικής απελευθέρωσης, έγινε δυστοκία και χίμαιρα στα μάτια των προλετάριων της σημερινής εποχής, ενώ ο ρεπουμπλικανικός νεοφιλελευθερισμός μάς έχει μετατρέψει σε μικροϊδιοκτήτες της αθλιότητας και παθητικές ιδιωτικοποιημένες πληθυσμιακές στοίβες οπαδών – ψηφοφόρων – καταναλωτών.

Το χάσιμο της έννοιας της «society will» (κοινότητας θελήσεων), είναι που δυσκολεύει εμάς και τους προλετάριους της σημερινής εποχής στη συλλογική μας συγκρότηση. Είναι περισσότερο το χάσιμο του ονείρου για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή της πίστης ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία από άνθρωπο σε άνθρωπο, και λιγότερο οι λύσεις που προσφέρει ο καπιταλισμός που σχίζουν την κοινότητά μας. Πόσο μάλλον, από τη στιγμή που ο κοινωνικός δαρβινισμός «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων», δηλαδή ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός του «ο σώσον εαυτό σωθήτο» έχουν γίνει καθολικά καθημερινά φαινόμενα.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν επικράτησε μέσα από καμιά ηρωική μάχη για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έδωσε καμιά τέτοια μάχη. Ήρθε και θρονιάστηκε στην παρακμή των σοσιαλιστικών ιδεών από τη στιγμή που αυτές έγιναν μπολσεβίκικη σταλινική εκδοχή, και στη ρεφορμιστική του έκδοση σοσιαλ-φιλελευθερισμός.

 Εάν ο σοσιαλισμός είναι σε κρίση, αναφέρει ο Κόλιν Γουόρντ, αυτό συμβαίνει «ακριβώς επειδή το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα προσανατολίστηκε προς τη διεύρυνση της κρατικής εξουσίας και όχι προς τον περιορισμό και τελικά την κατάργηση της». Η χρεοκοπία σε πλανητική κλίμακα της μαρξιστικής ιδεολογίας και γενικότερα του κρατικού πνεύματος του σοσιαλισμού είχε ως μία από τις πιο πρόσφατες συνέπειές της την αναβίωση του φιλελευθερισμού, που διαβρώνει προοδευτικά όχι μόνο τις εδώ και δεκαετίες κοινωνικές κατακτήσεις των λαϊκών τάξεων, αλλά και την ίδια την ιδέα της δημόσιας υπηρεσίας.

Η ελευθεριακή – αναρχική σκέψη οφείλει να επαναδιατυπώσει ένα κοινοτικό πρόταγμα, έτσι ώστε «ο έλεγχος της κοινότητας, εάν και όταν καταστεί αποτελεσματικός, να αποτελέσει μια συντριπτική πρόκληση όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους διαχειριστές του κεφαλαίου και της οικονομίας». Ο «νέος» αναρχισμός οφείλει να στηρίξει τη «συλλογική δράση ως εναλλακτική λύση απέναντι στην ιδιωτικοποίηση ή στην κρατική ρύθμιση».

Η κοινοτική ιδέα του αναρχισμού θα μπορέσει να έχει μια πραγματική δυνατότητα εφαρμογής σε ευρεία κλίμακα, μόνο στο μέτρο που τα νέα αντιφιλελεύθερα κινήματα θα είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δόγματα της αριστεράς του κράτους: «Είναι πέραν κάθε αμφισβητήσεως, ότι τον επόμενο αιώνα (συμ.τ. συν, ο Γουόρντ αναφέρεται στον 21ο αιώνα) τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας πρέπει να επανεξεταστούν, προκειμένου να δημιουργηθεί μία κοινωνία πρόνοιας πάνω στα ερείπια του κράτους πρόνοιας».

Η εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί λοιπόν παρά να προέλθει από μία σύγχρονη ανάγνωση της κοινοτικής παράδοσης του αναρχισμού: η «κοινωνία της πρόνοιας», όπως την αποκαλεί ο Γουόρντ, οφείλει να είναι αποκεντρωμένη και οργανωμένη πάνω σε ελευθεριακές, αμεσοδημοκρατικές, συνομοσπονδιακές βάσεις». {…}

Ζούμε σε μια εποχή που δεν είναι καν προεπαναστατική, αντιθέτως σε πολλά σημεία είναι οπισθοδρομική, αντεπαναστατική. Παράλληλα (και αυτό δεν συμβαίνει πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας) ενώ είναι ώριμες οι αντικειμενικές συνθήκες – προς την επαναστατικότητα -λόγω της πολύπλευρης κρίσης του συστήματος, ο υποκειμενικός παράγοντας, τα υποκείμενα που βιώνουν και υφίστανται την κρίση παραμένουν συνειδησιακά ταξικά ανώριμα και αδρανή.

Εδώ για εμάς τους κοινωνικούς αναρχικούς μπαίνουν δυο θέματα – ερωτήματα διλληματικού χαρακτήρα και είναι τα εξής: πως γίνεται να κρατάμε το κοινωνικό ζήτημα ανοικτό (για μας η ταξική κυριαρχία δεν εδράζεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και στην ιεραρχία και κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο) χωρίς να γινόμαστε φολκλόρ ή γραφικοί; Πως γίνεται να ανεβάσουμε την ταξική επαναστατική συνείδηση (με την σημερινή έννοια) αυτών και εμάς που υφίστανται τις συνέπειες της συστημικής κρίσης χωρίς να περιχαρακωθούμε και να περιοριστούμε σε ένα πόλεμο, ή συλλογικές και ατομικές μάχες χαρακωμάτων;

Ο άνθρωπος είναι και προϊόν των κοινωνικών συνθηκών και κοινωνικό υποκείμενο, αν δεν αναπτύξουμε έναν “στρατηγικό δυϊσμό επειδή η φύση δεν αγαπάει τα κενά, κάτι άλλο (ως ψευδεπίγραφο) θα έρθει να αντικαταστήσει την αναρχική κριτική και αισθαντικότητα, έτσι που οι κοινωνικοί αναρχικοί/ες θα φαντάζουν σαν αυτές τις αχνές φυσιογνωμίες στους ζωγραφικούς πινάκες που κυνηγούν ανεμόμυλους. Εδώ πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά ότι, από την μια αν ακολουθήσουμε κάποιες ρεφορμιστικές (μεταρρυθμιστικές) πολιτικές ελοχεύει ο κίνδυνος να αφομοιωθούμε από το σύστημα, από την άλλη αν παραμείνουμε μόνο επαναστατικοί ελοχεύει ο κίνδυνος να απομονωθούμε από την κοινωνική πραγματικότητα και αποτραβηγμένοι από την καθημερινότητα να καταντήσουμε αναχωρητές, ή κλειστές θρησκευτικού τύπου σέκτες. Να γιατί στις μέρες μας (το τονίζω στις μέρες μας ) είναι επίκαιρη η ρήση που λέει “και με την μεταρρύθμιση και με την επανάσταση” αυτό εννοώ ως στρατηγικό δυϊσμό.

Σε μια επαναστατική περίοδο τα ζητήματα που τίθενται  είναι διαφορετικά. Όπως έχει δείξει η κοινωνική ιστορία (την οποία πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, αν δεν θέλουμε να μας κλείνει πονηρά το μάτι), είναι ότι στα πλαίσια μιας επανάστασης, η σχέση μεταξύ προγράμματος και πράξης  παίρνει δραματική οξύτητα.

Εκεί συναντώνται:

α. Η παλιά κοινωνία, μια κοινωνία που πεθαίνει αλλά ανθίσταται.

β. Ο αυθορμητισμός των μαζών που επιζητά την οργάνωση μιας νέας κοινωνίας.

γ. Οι επαναστάτες, αυτοί που έχουν μελετήσει και επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα μέσα στα σκοτάδια των διώξεων, μέσα από τις ρωγμές του παλιού κόσμου.

Είναι φανερό ότι από αυτήν την άποψη, δύο είναι τα σημαντικά προβλήματα που εμφανίζονται συνεχώς  κατά την κοινωνική επαναστατική διαδικασία :

α. Το ένα αναφέρεται στη δυνατότητα ύπαρξης μιας κοινωνίας χωρίς καταναγκασμούς, μιας κοινωνικής οργάνωσης, μιας αυτοθέσμισης της κοινωνικής ζωής που θα βασίζεται στην αυτονομία των ατόμων και των κοινοτήτων. Εν προκειμένω μιας αντιεξουσιαστικής  οργάνωσης της κοινωνίας ως ένα όλον.

β. Το άλλο αναφέρεται στη σχέση που πρέπει να εδραιωθεί στο εσωτερικό της υπάρχουσας κοινωνίας, μιας ταξικής, ιεραρχικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας, ανάμεσα στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων που “πρέπει” να κάνουν την επανάσταση  και τη μειοψηφία των επαναστατών  που “θέλουν’’ να την κάνουν.  Ανάμεσα σ΄ αυτά τα προβλήματα που περιγράψαμε σχηματικά, εμφανίζονται και τα προβλήματα που αναφέρονται στην ταξική συνείδηση   την κονωνική κατάσταση και στο πρόγραμμα για την αλλαγή.

Ως προς το πρώτο, είναι πια γνωστό ότι οι αναρχικοί επιμένουν πως υπάρχει η δυνατότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης χωρίς  κυριαρχία και ιεραρχία, και οικονομικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο η οποία θα βασίζεται στις ελεύθερες συμφωνίες, την αμοιβαιότητα μεταξύ των ανθρώπων και στην κοινωνική αλληλεγγύη. Η οργάνωση της ελευθεριακής κομμουνιστικής κοινωνίας είναι ο βασικός πυρήνας της αναρχικής θεωρίας, όπως και η ιδέα ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει εδώ και τώρα, στο παρόν της καθημερινής ζωής και όχι σε ένα υποθετικό μέλλον όπου, χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, θα καταλήξουμε στην εξαφάνιση των τάξεων και στο μαρασμό του κράτους.

Πράγμα που σημαίνει – και αυτό αναφέρεται στο δεύτερο πρόβλημα που τέθηκε προηγουμένως –  ότι στο εσωτερικό  της πάλης των τάξεων (με τη σημερινή ευρύτερη έννοια), έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα στο  σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και σε συνάρτηση με ένα ελευθεριακό επαναστατικό πρόγραμμα, η θεωρητική και πρακτική κριτική των σχέσεων εξουσίας (κυριαρχίας) θα πρέπει να γίνεται τόσο με βάση τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εφικτή οργάνωση των αναρχικών, όσο και με βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και την μειοψηφία στο εσωτερικό των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα.

“Πρέπει να απαλλαγούμε από το αστικό  ρομαντισμό. Θέλω να πω: να δούμε τις μάζες  σε προοπτική. Δεν υπάρχει ο ομοιογενής λαός αλλά το πλήθος των ανθρώπων που διαφέρουν μεταξύ τους, που είναι χωρισμένοι σε κατηγορίες. Δεν υπάρχει η επαναστατική θέληση των μαζών αλλά επαναστατικές στιγμές κατά τις οποίες οι μάζες λειτουργούν ως κινητήριος μοχλός’’, γράφει πολύ σωστά από το 1925 κιόλας ο Καμίλο Μπερνέρι,(1897 -1937). Πώς να οργανωθούμε – ή να μην οργανωθούμε – λοιπόν; Να περιμένουμε πότε θα φτάσει η επαναστατική στιγμή; Να θεωρήσουμε ως συνώνυμα τον αυθορμητισμό της μάζας και την αυτονομία της;

Είναι σαφές ότι για τους αναρχικούς η ταξική συνείδηση δεν είναι “εξωγενής” ως προς την τάξη. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοποριακή ομάδα που πρέπει να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το προλεταριάτο ( με την σημερινή του έννοια). Ωστόσο, η συνείδηση αυτή δεν είναι ούτε “ενδογενής”. Είναι αποτέλεσμα της επαναστατικής διαδικασίας. Είναι η επεξεργασία του προγράμματος από μέρους των διαφορετικών  επαναστατικών ομάδων οι οποίες, σε συνάρτηση με την επιμέρους συνείδηση που έχουν για τη διαδικασία, αγωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας.

Αυτή η επιμέρους συνείδηση εκφράζεται με τις ιδέες, τις ιδεολογίες, τις θεωρητικές αντιλήψεις. Χάρη σε αυτές συναντώνται, έρχονται σε επαφή, οργανώνονται οι επαναστάτες και όχι μόνο σε σχέση με την ταξική τους θέση. Αλλά, όπως επεσήμανε ο Μπακούνιν, “οι ιδέες μπορούν να επιδράσουν μόνο πάνω στα άτομα. Οι μάζες παραμένουν αδιάφορες ή εχθρικές εφόσον οι ιδέες τους δεν συναντώνται και δεν συνδέονται με τα ίδια τους τα ένστικτα, με τη μοιραία κίνηση που τους επιβάλλεται από την οικονομική τους κατάσταση”.

Επανερχόμενοι στο σήμερα και στο τώρα, στην μουντή και απόκοφα σιωπηρή εποχή από πλευράς συλλογικών (μαζικών) κοινωνικών αγώνων, την ταξική πάλη – απο πάντα –  δεν την αντιλαμβανόμαστε γραμμικά αλλά δυναμικά, άλλοτε είναι σε άνοδο- κορύφωση και άλλοτε  σε πτώση – κάμψη, φυσικά πρέπει και χρειάζεται να εντάξουμε στην ταξική πάλη και νέα θεματολογία λχ την κλιματική αλλαγή ως «νέο καιρικό μέτωπο» (γιατί σε εμάς τις κατώτερες τάξεις έχουν μεγαλύτερη επίπτωση οι συνέπειες από την κλιματική αλλαγή), το γενικότερο οικολογικό, το διατροφικό (έλεγχος των τροφίμων από πολυεθνικές, νοθεία, μεταλλαγμένα κλπ) το θεσμικό και πολλά ακόμα,

 Ο τοίχος της κοινωνικής αδράνειας ή αδιαφορίας απλώνεται μπροστά μας, και αν πάμε και πέσουμε πάνω του με 100 χιλιόμετρα ταχύτητα θα γίνουμε χαλκομανία, τι χρειάζεται να κάνουμε; να πάρουμε το καλεμάκι και σιγά, σιγά να υποσκάψουμε τα θεμέλια του ώστε να πέσει. Φυσικά εδώ θα πουν κάποιοι/ες πονηροί και ανυπόμονοι, γιατί δεν παίρνουμε τον δυναμίτη να τον ρίξουμε ατάκα και επιτόπου; ε΄μπας περιπτώσει στην υποτιθέμενη (που δεν είναι και τόσο υποτιθέμενη) ερώτηση απαντώ με βεβαιότητα ότι πρέπει να  δούμε και να αρχίσουμε με το πρωταρχικό – πρωτόλειο που ειναι και βεβαιωμένη  διαπίστωση  ότι, αν δεν υπάρξει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων που να ενδιαφερθεί για τα κοινά, την δημόσια σφαίρα, τι να ριζοσπαστικοποιήσουμε τους εαυτούς μας ή τις κολώνες φωτισμού των πεζοδρομίων ;

Τώρα το πως μπορεί να δημιουργηθεί ή να μην δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα (όχι από το μαζάνθρωπος αλλά από το πολλοί μαζί) ανθρώπων είναι μια άλλη συζήτηση. Η επανάσταση όποτε και όταν υπάρξει, είναι πάντα ένα προταγματικό συλλογικό – μαζικό κοινωνικό φαινόμενο, η εξέγερση είναι άρνηση και είναι πάντα προ-επαναστατική. Με αυτό που λέω δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγουμε ή να μην προετοιμάζουμε την εξέγερση ατομική ή συλλογική ενάντια τις κατάφωρες διακρίσεις και αδικίες από τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι διαχειριστές και κυβερνώντες του συστήματος, και να περιμένουμε την μεγάλη νύκτα που θα πάρει μπροστά η κοινωνική Επανάσταση.

Στο ζήτημα ή στα ζητήματα στρατηγικής υποστηρίζουμε ότι ο στρατηγικός δυϊσμός δεν είναι κάτι καινούργιο, κάτι που εφευρέθηκε από εμάς, αλλά μια παλιά στρατηγική των κοινωνικών αναρχικών μάλιστα από την εποχή του Μπακούνιν, που έθετε στην αντίληψη του εκτός από την επαναστατική προοπτική και τους αγώνες για την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την κατάκτηση περισσότερων ελευθερίων από τον λαό, μέσα στο υπάρχων σύστημα. Τελειώνοντας  εξηγούμαστε – διευκρινίζουμε (γιατί οι πονηροί/ες περιμένουν στην γωνιά, καραδοκώντας) όταν εννοούμε ρεφορμιστικές πολιτικές δεν εννοούμε συμμετοχή στους αστικούς κρατικούς θεσμούς, ή σε αστικές διαδικασίες (εκλογές κλπ).

Ένας σύντροφος λέει χαρακτηριστικά:

{…} Τόσο η θεωρία όσο και η πρακτική του αναρχισμού αποκτούν νόημα μόνο όταν είναι επαναστατικές. Αλλά η διάκριση που συνήθως γίνεται από τους αναρχικούς, ανάμεσα σε επαναστατικές και ρεφορμιστικές ενέργειες, στη βάση της είναι αντιφατική: θεωρούνται επαναστατικές οι βίαιες ενέργειες, και ρεφορμιστικές οι μη βίαιες. Όμως αυτός ο διαχωρισμός δεν λαμβάνει υπ’ όψη του, τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών, Είναι αναγκαίο να ξεπεράσουμε αυτή την περιορισμένη οπτική, και να εξετάσουμε τις μεταβολές που μπορεί να φέρει στην κοινωνία μια συγκεκριμένη πράξη, ανεξάρτητα αν είναι βίαιη ή «ειρηνική». Επομένως, πιστεύω ότι είναι καλύτερο να εγκαταλειφθεί αυτός ο διαχωρισμός με σεβασμό στις ενέργειες του ατόμου, αφού κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός συνόλου ενεργειών, βίαιων και μη βίαιων, να προκαλέσουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία.

  Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κατανοήσουμε ποιές ενέργειες είναι δυνατόν να υπερνικήσουν την «αντίσταση» του παρόντος κοινωνικού μορφώματος. Πώς μπορούν να δημιουργήσουν πρόβλημα στο σύστημα, όπως επίσης και να ξεκινήσουν μια διαδικασία που θα συμβάλλει στη δημιουργία μιας ελευθεριακής κοινωνίας. Το πρόβλημα σήμερα είναι να ανακαλύψουμε την ισορροπία ανάμεσα στην «επαναστατική» και τη «ρεφορμιστική» πρακτική, στοχεύοντας μέρα με τη μέρα, στη ριζοσπαστική αλλαγή. Αν δεν μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο, ο αναρχισμός σήμερα είναι καταδικασμένος να παραμείνει ένα κίνημα για τη διάχυση των ιδεών, χωρίς καμιά ουσιαστική επίδραση στην κοινωνία, και επιπλέον με τα χαρακτηριστικά μιας μικρής αίρεσης. {…}  Χόρστ  Στογουάσερ, (1984)

IX. «Τα σχέδια των αναρχικών έχουν αποδειχθεί πολύ πρακτικά και πολύ απειλητικά. Εκτέθηκαν και συχνά καταδικάστηκαν ως ανεφάρμοστα, ως αντιστρατευόμενα την ανθρώπινη φύση. Αλλά «γι’ αυτό αξίζει να τα εφαρμόσουμε και γι’ αυτό τα προτείνει κάποιος. Γιατί τι άλλο είναι ένα πρακτικό σχέδιο; Ένα πρακτικό σχέδιο είναι ή ένα σχέδιο που έχει ήδη υλοποιηθεί, ή ένα σχέδιο που θα μπορούσε να υλοποιηθεί υπό τις υπάρχουσες συνθήκες –αλλά ακριβώς τις υπάρχουσες συνθήκες αποδοκιμάζει κανείς, ενώ κάθε σχέδιο που θα αποδεχόταν αυτές τις συνθήκες, είναι κακό και ανόητο».

{…} Αναρχισμός σημαίνει ένα εκτεταμένο δίκτυο ατόμων και ομάδων που παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις, ελέγχουν την ζωή τους και αναπτύσσουν την ατομικότητά τους. Ατομικότητα σημαίνει το να αναπτύσσει κανείς τα χαρίσματά του και όχι να εγείρει εγωϊστικές αξιώσεις στους άλλους. Την κοινωνική οργάνωση αυτών των δικτύων την έχουν οραματισθεί υπό την μορφή κομμουνών, συμβουλίων και συνδικάτων, άνθρωποι που ζουν και εργάζονται, βοηθώντας ανιδιοτελώς ο ένας τον άλλον· τη δε οργάνωση της εργασίας/ζωής την έχουν οραματισθεί ως αποκεντρωτική, μεταξύ αλληλεπιδρώντων ατόμων τα οποία ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις αυτόνομα και ισότιμα.

Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να οικοδομηθεί επί τη βάσει μιας σειράς αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες θα μπορούν ελεύθερα να δημιουργούν ομοσπονδίες ή δεσμούς μεταξύ τους. Ο καταμερισμός των πόρων, που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή λόγω του κλίματος, της γεωγραφικής θέσης και της αφθονίας της περιοχής σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, θα γίνεται έξω από τα πλαίσια της σημερινής διαδεδομένης πρακτικής ή του συμφέροντος που ικανοποιείται από κερδοσκοπικές ανταλλαγές και εκμεταλλευτικά προνόμια. Το κριτήριο του Είναι, έγκειται στην πνευματικότητα της σύνδεσης μιας ζωής με κάθε ζωή. Η αυτονομία της κοινότητας κάποιου, καθώς και η δέσμευσή του απέναντι σ’ αυτούς με τους οποίους βρίσκεται σε άμεση επαφή, δεν μειώνει την αναγνώριση των αναγκών των άλλων εκτός ομάδος, όπως δεν μειώνει και το ουσιαστικό κοινό στοιχείο τους, την ανθρωπιά τους.

Για μας, αναρχισμός είναι η ηθική αρχή του αυτεξούσιου, της μη βίας, καθώς και μια διαρκής αναζήτηση της τελειότητας, της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνικής ευημερίας. Ο αναρχισμός είναι μια ηθική αρχή που λαμβάνει την μορφή κανόνων κοινωνικής οργάνωσης, όπως την μορφή της αποκέντρωσης, της αδιαμεσολάβητης κοινοτικής αυτονομίας και της αυτάρκειας. Ως μια αρχή της οργάνωσης των ενεργειακών πόρων, της τεχνολογίας και της παραγωγής και διανομής στην οικονομία, ο αναρχισμός ταυτίζεται με την αποκέντρωση.

Στη θέση της παραγωγής της πυρηνικής ενέργειας, του πετρελαίου από πετρελαιούχο σχιστόλιθο ή της αεριοποίησης του άνθρακα –τρόποι παραγωγής ενέργειας που απαιτούν συγκεντρωτική, εντατικής χρήσης κεφαλαίου ανάπτυξη και είναι καταστροφικοί για το περιβάλλον, προτείνονται η ηλιακή, η παλιρροϊκή και η αιολική ενέργεια, συνοδευόμενες από αρχιτεκτονικές καινοτομίες. Η ανάπτυξη αυτών των μορφών ενέργειας απαιτεί αποκέντρωση της προσφοράς και της κατανομής. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις ατόμων και οι ενεργειακές τους ανάγκες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω αποκεντρωμένων πηγών ενέργειας. Κατά συνέπεια, η μη καταστροφική παραγωγή και διανομή ενέργειας πρέπει να συνοδεύεται από αποκεντρωμένες μορφές ζωής.

Παρομοίως, οι οικονομικοί τρόποι ανάπτυξης γιγαντισμός, πολυπλοκότητα, συγκεντρωτικός έλεγχος εντατικής χρήσης κεφαλαίου– της μαζικής καταστροφής και η εκβιομηχάνιση, οδηγούν αναπόφευκτα στον τερματισμό της ανάπτυξης. Αυτός ο αναπόφευκτος τερματισμός απαιτεί μια οικονομική οργάνωση θεμελιωμένη σε μια επιταχυνόμενη παραγωγή μάλλον εντατικής χρήσης της εργασίας παρά του κεφαλαίου.

Η οικονομία πρέπει να στηρίζεται μάλλον στη συμμετοχική εργασία πάρα στην υψηλή, ενεργοβόρα και εξοβελίζουσα τον εργάτη τεχνολογία. Η ίδια η τεχνολογία πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να μην είναι βίαιη, να σέβεται την φύση, τα άτομα που την χρησιμοποιούν και τα προϊόντα. Μια τέτοια οικονομία θα είναι προφανώς λιτή όσον αφορά την κατανάλωση και, φυσικά, δεν θα είναι ούτε ενάντια στην τεχνολογία, ούτε ενάντια στη γνώση. Η δημιουργία και η εφαρμογή ενδιάμεσης τεχνολογίας και γνώσης πρέπει να συνδέεται με την ελευθερία και την ανάπτυξη όλων των ατόμων, διότι κάθε άτομο μέσω της αξιοπρέπειας της δραστηριότητας του, ολοκληρώνει τον εαυτό του και τους άλλους. Η εργασία δεν πρέπει να αποτελεί λειτουργία του απομονωμένου ατόμου, ούτε το άτομο να είναι ένα αντικείμενο, ένας χειραγωγούμενος συντελεστής στα μέσα παραγωγής.

Οι αναρχικοί έχουν εκπονήσει και εφαρμόσει πολυάριθμα δημιουργικά προγράμματα. Έχουν οργανώσει κοινόβια και «τράπεζες» και έχουν αναπτύξει την αυτοδιεύθυνση στην γεωργία, στο εργοστάσιο, στην κοινότητα και στην ομοσπονδία. Έχουν οργανώσει αγρότες, εργάτες, πάρα πολλούς ανθρώπους, στην βάση της μη βίας και της ελπίδας για απελευθέρωση από την σημερινή και τη μελλοντική τυραννία. (Σ.τ.σ.: «Στην βάση της μη βίας» σημαίνει ότι η βάση των διαρθρωτικών διευθετήσεων ήταν μη βίαιη. Δεν θέλουμε να αφήσουμε να εννοηθεί ότι αυτά τα προγράμματα και οι διευθετήσεις δεν αντιμετωπίστηκαν με βία (π.χ. Μεξικό, Ουκρανία, Ισπανία, Ιταλία, Αργεντινή κλπ), ούτε ότι οι αναρχικοί/σοσιαλιστές δεν απάντησαν με βία υπερασπίζοντας την αυτονομία τους.) Ωστόσο, όλες αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν στην συνειδητοποίηση ότι τα θεσμικά μέσα δε θα μπορούσαν να προκαλέσουν καμία μεταμόρφωση της καρδιάς του ανθρώπου. Μόνο μέσα απ’ αυτήν τη μεταμόρφωση θα μπορούσε να αναδυθεί μια «νέα» κοινωνία.{…} Λάρυ Τιφτ – Ντένις Σάλιβαν, (1982)

Εν κατακλείδι

«… Ανάμεσα στις πολιτικές θεωρίες, ο αναρχισμός συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που επεξεργάστηκαν, με τη μεγαλύτερη πληρότητα και αυθεντικότητα, ένα πρόταγμα κοινωνικής μεταβολής προς την κατεύθυνση του κοινοτισμού. Η πιο χαρακτηριστική πλευρά του ελευθεριακού κοινοτισμού πηγάζει από το γεγονός ότι ο αναρχισμός στοχεύει στη δημιουργία μιας κοινωνίας, στην οποία συνυπάρχουν ταυτοχρόνως και η ατομική ελευθερία και η κοινωνική ισότητα, και γι’ αυτό προτείνει φιλόδοξα τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής οργάνωσης, όπου, για να χρησιμοποιήσουμε τη διάσημη έκφραση του Μπένζαμιν Κονστάν, η ελευθερία των αρχαίων και η ελευθερία των μοντέρνων μπορούν να συνυπάρχουν, δίνοντας τόπο σε μία κοινωνική ισορροπία που δεν έχει ανάγκη καμία θεσμική μορφή καταναγκασμού.

Από αυτήν την άποψη, φαίνεται ιδιαιτέρως ελκυστική η έκφραση που επινοήθηκε, εδώ και μερικά χρόνια, από τον Alain Ritter. Αυτός χρησιμοποίησε, προκειμένου να προσδιορίσει τον κεντρικό αξιολογικό πυρήνα του αναρχισμού, την παράδοξη έκφραση «ατομικιστικός κοινοτισμός». «Ο ανθρωπολογικός τύπος που προτείνεται ως επιθυμητός από τον αναρχισμό», έχει γράψει σε ένα άλλο κείμενο ο Αmedeo Bertolo, «δεν βρίσκεται εξ ολοκλήρου ούτε στο κοινωνικό ούτε στο άτομο, αλλά σε μία συνεχή και ανεπίλυτη ένταση ανάμεσά τους. Εάν κυριαρχεί το κοινωνικό, ακόμα και υπό δημοκρατική μορφή, υπάρχει τυραννία. Εάν κυριαρχεί το άτομο, υπάρχει αποσύνθεση και απώλεια του νοήματος.

Η αναρχία είναι ζηλότυπα ατομικιστική, αλλά και γενναιόδωρα κοινοτική. Και έχει πλήρη συνείδηση ότι το άτομο που είναι ανεπανάληπτο είναι αναπόφευκτα και κοινωνικό προϊόν και κοινωνικό υποκείμενο.

Ο αναρχισμός, προτείνοντας τη σαφή πραγμάτωση της αναρχίας, στοχεύοντας δηλαδή στη δημιουργία μιας ελευθεριακής και εξισωτικής κοινωνίας, χωρίς εξουσία, ή όπως θα ήταν πιο σωστό να πούμε χωρίς κυριαρχία, στην οποία οι διαχωρισμένες διαστάσεις του πολιτικού και του οικονομικού ενσωματώνονται μέσα στη διάσταση του κοινωνικού, είναι, ούτως ειπείν, εκ φύσεως προδιατεθειμένος να συλλάβει αυτή την κοινωνία με όρους έντονα κοινοτικούς: προκειμένου σε μια τέτοια οργάνωση η κοινωνική ζωή να μη μεταμορφώνεται σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, είναι πράγματι απαραίτητο τα άτομα που συγκροτούν αυτή την κοινωνία να μετέχουν στις ίδιες αξίες, να δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης αναμεταξύ τους και να είναι πρωταγωνιστές στις διαδικασίες λήψεως των αποφάσεων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή.

Εν ολίγοις, για να μπορεί να υπάρξει η αναρχία, είναι απαραίτητο τα άτομα, από τη στιγμή που θα απελευθερωθούν από τους καταναγκαστικούς μηχανισμούς, τους επιβεβλημένους από την κυριαρχία, να δημιουργήσουν μια αλληλέγγυα κοινότητα και να αναπτύξουν την ατομικότητά τους μέσα από μια κοινοτική κατεύθυνση …»

 «… Το αναρχικό κίνημα, εμπνεόμενο και αντλώντας τα πιο δημιουργικά και προοδευτικά στοιχεία από την παράδοση του διαφωτισμού, του ορθολογισμού και του επαναστατικού ουμανισμού, επηρεαζόμενο από προγενέστερα επαναστατικά αλλά και μεταρρυθμιστικά κοινωνικά-λαϊκά κινήματα, δημιουργείται συναντώντας τις νέες κοινωνικές σχέσεις και συνθήκες της αστικής κοινωνίας και του καπιταλισμού και μέσα σε αυτές αποκτά την ιστορικότητα του.

Όπως και άλλα επαναστατικά κινήματα, τοποθετείται στην αιχμή των συγκρούσεων του κοινωνικού ταξικού πολέμου και εκεί διαμορφώνονται οι αξιακές του σταθερές. Η μεγάλη του διαφορά είναι, πως οι αναρχικοί, ως μέλη της κοινωνίας, αρνήθηκαν όχι μόνο να αποδεχθούν το κοινωνικό συμβόλαιο, (που μετατράπηκε σε συνταγματικό χάρτη, σε καταστατική λειτουργία του κράτους), αρνήθηκαν την ιδέα του συμβιβασμού και της συνεργασίας των τάξεων, αλλά και τα στάδια μετάβασης στην νέα αταξική κοινωνία (προσωρινό εργατικό κράτος, δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της εργατικής κυβέρνησης, κ.λ.π).

Πάλεψαν, παλεύουν και αγωνίζονται αφενός για την αποκάλυψη αυτής της απάτης και την απόρριψη αυτών των αντιλήψεων και αφετέρου για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας για την οργάνωση της κοινωνίας από τα κάτω, από το μερικό στο ολικό και της οριζόντιας σχέσης και διασύνδεσης των ατόμων και των κοινοτήτων, όσον αφορά τον τρόπο και τις διαδικασίες λήψης και υλοποίησης των αποφάσεων. Αλλά και μιας νέας κοινωνικής συνθήκης για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ του ατόμου«ιδιώτη» και του «συνόλου»–κοινωνίας, ούτως ώστε ούτε το άτομο να καταδυναστεύει και να εκμεταλλεύεται το σύνολο,ούτε το σύνολο να καταπιέζει και να συνθλίβει το άτομο.

Το αναρχικό κίνημα, σαν γνήσιο τέκνο της σοσιαλιστικής παράδοσης , αγωνίζεται για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο ενώ προσβλέπει στον αντιαυταρχικό ελευθεριακό κομμουνισμό. O καθένας οφείλει να γνωρίζει πως το ιδανικό μας, εκφρασμένο με την λέξη αναρχία, παρμένο από μια προγραμματική λογική του σοσιαλισμού και οργανωμένο με ένα ελευθεριακό τρόπο, πάντα ήταν γνωστό ως κοινωνικός αναρχισμός ή αναρχικός κομμουνισμός .

Σχεδόν ολόκληρη η αναρχική φιλολογία, από το τέλος της Α’ Διεθνούς, ανήκει στην κομμουνιστική σχολή του σοσιαλισμού (οι δύο μεγαλύτερες σχολές στις οποίες χωριζόταν ο σοσιαλισμός ήταν από την μια πλευρά, ο κρατικός σοσιαλισμός και από την άλλη πλευρά, ο αναρχικός ελευθεριακός κομμουνισμός).

Κατ ́ αυτόν τον τρόπο ένας αντιεξουσιάζων (libertarian) – ελευθεριάζων που προτάσσει την ελευθερία σε αναντιστοιχία με την κοινωνική και πολιτική ισότητα, είναι αστός ή μικροαστός φιλελεύθερος που επικαλείται την τυπική ελευθερία, η οποία είναι η συστημική ελευθερία (ελευθερία σε βάρος της ισότητας). Ενώ ένας αντιεξουσιαστής (libertaire)- ελευθεριακός, είναι κοινωνικός επαναστάτης, αφού για αυτόν αποτελεί προϋπόθεση η κοινωνική και πολιτική ισότητα για το πέρασμα στην ουσιαστική ατομική και κοινωνική ελευθερία

Από την άλλη, ένας εξουσιαστής σοσιαλιστής ή κομμουνιστής από φόβο στις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες και μην έχοντας εμπιστοσύνη στην κοινωνική και πολιτική διαίσθηση και κρίση του εργαζόμενου λαού, καταπατά και συνθλίβει τις συλλογικές και ατομικές ελευθερίες. Εδώ και πάνω από 90 χρόνια υποστηρίζουμε ότι η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση και το μετέπειτα «ανατολικό μπλοκ» που διευθυνόταν από τους Μπολσεβίκους (κομμουνιστικά κόμματα), ήταν μια ταξική κοινωνία στην οποία το κράτος, η αγορά και το μισθωτό σύστημα διατηρήθηκαν, δίνοντας τη δυνατότητα σε μια μικρή κομματική-κρατική, γραφειοκρατική ελίτ να εξαναγκάζει την πλειοψηφία του λαού να εργάζεται γι’ αυτήν. Δεν ήταν, γι’ αυτό το λόγο, τίποτα παραπάνω από μια καπιταλιστική οικονομία που αναλαμβάνεται από το Κράτος και επιβάλλεται δια μέσου της γραφειοκρατίας του. Ο μπολσεβίκικος σοσιαλισμός ήταν και είναι ο κρατικά οργανωμένος καπιταλισμός …»

Προσθήκες

1. Για την τεχνο-γραφειοκρατία με μια υψηλή δόση “ρομαντικού ιδεασμού” παραθέτω ένα απόσπασμα απο γραφόμενα του Μπακούνιν (όχι ότι δεν έχουν γραφτεί – αν είναι δυνατόν – από τότε περιεκτικότερα και πιο πληρέστερα κείμενα) αλλά γιατί είναι ωραίο να βλέπεις αυτές τις πρωτόλειες αλλά σημαντικές κριτικές.

Η ορθή κριτική που άσκησε ο Μπακούνιν και οι αναρχικοί για την μορφή που θα πάρει ο αυταρχικός σοσιαλισμός, τον οποίον (μην ξεχνάνε) ονόμασε ο Μαρξ επιστημονικό σοσιαλισμό και η διαμάχη του Μπακούνιν και του Μαρξ θα διατηρεί πάντοτε τη σημαντικότητά της, η καταδίκη εκ μέρους του Μπακούνιν του μαρξιστικού εξουσιασμού υπερβαίνει το μαρξισμό και ισχύει για όλους τους εξουσιασμούς πασών των ιδεολογιών.

Ο Μπακούνιν, στο έργο του «Θεός και Κράτος», αντιμετωπίζει τους έμφυτους κινδύνους ενός συστήματος που ενώνει την πολιτική εξουσία με την τεχνικο-επιστημονική επιτηδειότητα. Φοβάται ότι το αυθόρμητο της ζωής καταστρέφεται, εξ αιτίας της «άνωθεν» επιβολής των αναπτυξιακών σχεδίων των επαϊόντων. Επειδή διακατέχεται από μία αξιοσημείωτη εμπιστοσύνη προς τη δημιουργική ικανότητα των ελευθέρα συνεργαζομένων ατόμων, συμπεραίνει ότι ή ζωή είναι «μία υπόθεση απείρως μεγαλύτερη της επιστήμης». Υποστηρίζει ότι τα συγκεντρωτικά σχέδια, όποιες και αν είναι οι αξίες τους, περιορίζουν τη δημιουργικότητα και την υπευθυνότητα των προσώπων- εμποδίζουν, παρά τις υποσχέσεις μιας μελλοντικής απελευθέρωσης, τη γενική εξέλιξη αυτών των τυπικά ανθρωπίνων ιδιοτήτων. Δημιουργείται, τοιουτοτρόπως, «μία κοινωνία όχι ανθρώπων άλλα ζώων».

Επί πλέον, μολονότι αποδέχεται την υπόθεση ότι τα σχέδια υποκινούνται από καλές προθέσεις («εμπνέονται από την πιο αγνή αγάπη για την αλήθεια»), υποστηρίζει ότι δε συμβαίνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα, διότι εισέρχεται στο παιχνίδι ένα ακόμη κίνητρο: ή διατήρηση της εξουσίας και των προνομίων των σχεδιαστών.

Αυτές οι κριτικές αποτελούν, εν μέρει, μια διεύρυνση εκείνων πού είχαν διατυπωθεί εναντίον τον πιο παραδοσιακών μορφών της γραφειοκρατικής κυριαρχίας, αλλά στην περίπτωση του τεχνικο-επιστημονικού ελέγχου πρέπει να εξετασθούν και άλλοι παράγοντες.

Ένας από τους σπουδαιότερους είναι ο φενακισμός των κοινωνικών διαδικασιών, ο παραγόμενος από την εξειδίκευση που καθίσταται συνεχώς μεγαλύτερη, εξ αιτίας μιας εκτεταμένης και περίπλοκης τεχνολογίας. Η ολοκληρωμένη παιδεία της κοινωνίας, την οποία εγκωμίασαν ο Μπακούνιν και πολλοί άλλοι αναρχικοί, γίνεται όλο και πιο «ακατόρθωτη», η ελλιπής διάδοση της γνώσης, των τεχνικών ικανοτήτων και του ελέγχου οδηγεί τη νέα κυρίαρχη τάξη των τεχνο-γραφειοκρατών προς μία μορφή κυριαρχίας άνευ προηγουμένου.

«…Έτσι δε θα υπάρξουν πια τάξεις, αλλά μία κυβέρνηση – και σημειώστε το καλά, μία κυβέρνηση εξαιρετικά πολύπλοκη, ή όποια, μι όντας ευχαριστημένη, όπως όλες οι άλλες σύγχρονες κυβερνήσεις, με το να κυβερνά και να διαφεντεύει πολιτικά τις μάζες. Θα τις διευθύνει και οικονομικά, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση της παραγωγής και της «δίκαιης» διανομής των αγαθών, της γεωργίας, της δημιουργίας και της ανάπτυξης των εργοστασίων, καθώς και την οργάνωση και τον έλεγχο του εμπορίου, ακόμη και την επένδυση των κεφαλαίων στην παραγωγή μέσω ενός μοναδικού τραπεζίτη, δηλαδή του Κράτους.

Όλη αυτή ή δραστηριότητα θα απαιτήσει πολλές γνώσεις και πάρα πολλούς εγκεφάλους, θα είναι το βασίλειο της επιστημονικής ευφυΐας, το πιο αριστοκρατικό, δεσποτικό, αλαζονικό και περιφρονητικό άπ’ όλα τα καθεστώτα. Θα υπάρξει μία νέα τάξη, μία νέα ιεραρχία αληθινών ή ψευδοεπιστημόνων και ό κόσμος θα διαιρεθεί μεταξύ μίας κυρίαρχης μειοψηφίας τεχνοκρατών και μίας τεράστιας άμαθους πλειοψηφίας. Και τότε, αλίμονο στις αμαθείς μάζες!…» Μιχαήλ Μπακούνιν

H γραφειοκρατία οικονομική ή πολιτική είναι μια μορφή οργάνωσης κατά την οποία οι αποφάσεις παίρνονται στην κορυφή, τις οποίες πρέπει να υπακούουν οι από κάτω και μεταφέρονται διαμέσου μιας σειράς διαταγών όπως σε ένα στρατό. Mια γραφειοκρατία δεν είναι μια αληθινή κοινότητα, η οποία προϋποθέτει ένα σύνδεσμο ίσων ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις από κοινού και τις μεταφέρουν έξω από το σύνδεσμο επίσης από κοινού.

Δεν είμαστε της άποψης ότι η επιστήμη και η τεχνολογία είναι ουδέτερες, το αντίθετο μάλιστα θεωρούμε – συνεχίζοντας την κριτική του Μπακούνιν – ότι σε μεγάλο βαθμό ειδικότερα η τεχνολογία υπηρετεί πιστά τα συμφέροντα του καπιταλισμού. Δεν είμαστε έτσι γενικά ενάντια στην επιστήμη και την τεχνολογία, ούτε είμαστε πριμιτιβιστές (πρωτογονιστές, άλλο ένα σάπιο ρεύμα ιδεών που διείσδυσε στην αναρχία προς δόξα της σύγχυσης, τελικά η αναρχία είναι τόσο ανοικτή που μπάζει από παντού, ή είναι σημεία των καιρών;) σε κάποιες σελίδες ενός βιβλίου σκιαγραφώ ένα περίγραμμα μιας μελλοντικής υποτιθέμενης κοινωνίας και στο σημείο που εξετάζουμε λέω:

«… Η κυριαρχία της επιστήμης (ως νέα θρησκεία) και της τεχνολογίας πάνω στην κοινωνία και οι γνώσεις που παράγονται και που ελέγχονται και καρπώνονται από τις ολιγαρχίες – αντικαθίσταται από την ισορροπία μεταξύ » του δέντρου της ανθρώπινης γνώσης» -κοινωνικής εμπειρίας και των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας, στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και του ατόμου.

Η πνευματική και η γνωστική ιδιοκτησία, αντικαθίσταται από τη γνώση και τη δημιουργικότητα σαν κοινωνικά αγαθά και ως τέτοια, ελεύθερα προσβάσιμα σε όλη την κοινωνία.

Οι διαταραγμένες και καταρρέουσες ισορροπίες του φυσικού περιβάλλοντος, απόρροια της απληστίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος για κυριαρχία, επέκταση και κέρδος, αντικαθίστανται από ένα οικονομικο-κοινωνικό σύστημα μη διαταραγμένο από κοινωνικές ανισότητες και γι ́ αυτό οικολογικά ισορροπημένο. Η κυριαρχία απέναντι στην φύση και το περιβάλλον αντικαθίσταται από την κατανόηση της φύσης, την διατήρηση της ισορροπίας και την συνεργατική σχέση μ ́ αυτή …» Εδώ φυσικά δεν θα παραλείψουμε να προτείνουμε το αλησμόνητο βιβλίο του του Πιοτρ Κροπότκιν “Προς τους Νέους”

2. Μπορούμε να δούμε  ότι στην ιστορία δεν υπάρχει μόνο  μια γραμμική τάση προς την εξέλιξη του ανθρώπου, υπάρχει και η ανέλιξη, η οπισθοδρόμηση και ο αναχρονισμός, αυτόν τον αναχρονισμό ζούμε τώρα σε συνθήκες μετά την σπάνη που έλεγε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν.

Βλέπουμε  δηλαδή ότι  θα ήταν αρκετό μόνο το 4% της περιουσίας των 225 πλουσιότερων κεφαλαιοκρατών για να εξασφαλιστεί τροφή για όλους τους κατοίκους της Γης.

Ζούμε σ’ ένα πλανήτη όπου διαβιούν 7 δισεκατομμύρια άνθρωποι. Σ’ αυτόν τον πλανήτη λιγότεροι από 2.000 άνθρωποι κατέχουν περιουσία που -σύμφωνα με τη “λίστα Forbes”- έχει εκτιναχτεί στα 6,4 τρισεκατομμύρια δολάρια, αλλά την ίδια ώρα το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού (3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι) στερείται την πρόσβαση σε βασικά αγαθά για την ανθρώπινη ύπαρξη: Τροφή, καθαρό νερό, οποιαδήποτε κοινωνική υποδομή (στέγη, ηλεκτρικό, αποχέτευση, παιδεία, στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας, περίθαλψης, κλπ.). Ποτέ στο παρελθόν η ανθρωπότητα δεν ήταν τόσο απελπιστικά και ισοπεδωτικά ομοιόμορφη. Ποτέ στο παρελθόν δε συσσωρεύτηκε τόσος πολύς κοινωνικός πλούτος σε τόσο λίγα χέρια, σε σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση η λεγόμενη εποχή της πρωτοσυσσώρευσης του κεφαλαίου στην Βρετανία του 18oυ -19ου αιώνα που αναλύει με ένα αξιοθαύμαστο τρόπο ο Καρλ Μαρξ στο “Το κεφάλαιο” φαντάζει αθώα ξεθωριασμένη γκραβούρα.

Αλλά εκτός από την τεράστια φτώχεια στις υποανάπτυκτες χώρες του λεγόμενου “τρίτου κόσμου” , και στις μητροπόλεις και ιδίως στην ημιπεριφέρεια (υπό ανάπτυξη χώρες) του καπιταλισμού αυξάνεται τόσο η σχετική όσο και η πραγματική φτώχεια. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων θα μπορούσε να εξασφαλίσει να έχουν όλοι απ΄ όλα και προπαντός τα βασικά. Αλλά το 1/6 της ανθρωπότητας είναι θύμα υποσιτισμού. Ποτέ στο παρελθόν της ανθρώπινης ιστορίας δεν έχει καταγραφεί τέτοιας έκτασης  ανισότητα  που καλύτερα να την ονομάζουμε καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Θα αρκούσαν οι περιουσίες των 7 πλουσιότερων καπιταλιστών για να εξαλειφθεί για πάντα η φτώχεια. Φυσικά υπάρχει μια «λεπτομέρεια»: Αν ο καπιταλισμός είχε τέτοιες ευαισθησίες και ηθική, δε θα ήταν καπιταλισμός. Οι άρχουσες πολιτικό οικονομικές ελίτ και οι διάφοροι επαΐοντες διανοούμενοι που τις υπηρετούν εξαπολύουν σε παγκόσμιο επίπεδο ένα τρίπτυχο κατηγοριών σε όσους ασκούν κριτική – πολεμική σε αυτή την τάξη πραγμάτων, το τρίπτυχο αυτό εδράζεται στο ότι, όλοι αυτοί που κριτικάρουν και εναντιώνονται έμπρακτα σε αυτή την τάξη πραγμάτων είναι ηθικολόγοι και λαϊκιστές ή τρομοκράτες .

Ο καπιταλισμός, ένα κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση και κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο, έχει ως κινητήρια δύναμη για την ύπαρξή του την μεγιστοποίηση του κέρδους. Του όλο και μεγαλύτερου κέρδους άρα και κυριαρχίας αφού είναι αντίθετος και απορρίπτει σαν ανάξιο, ηθικολογικό και ξεπερασμένο το αρχαίο ρητό «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος»,Πρωταγόρας.

“… Ορίστε το πραγματικό πρόσωπο του σύγχρονου ολοκληρωτισμού που λέγεται «φιλελεύθερη δημοκρατία», αλλά που τώρα πρέπει να αποκαλούμε με το αληθινό του όνομα: το ολοκληρωτικό εμπορικό σύστημα. Το ολοκληρωτικό εμπορικό σύστημα πραγματοποίησε αυτό που κανένας άλλος ολοκληρωτισμός δεν κατάφερε πριν από αυτόν: την ενοποίηση του κόσμου κατ’ εικόνα του...

Το κυρίαρχο σύστημα ορίζεται, λοιπόν, από τη διεισδυτικότητα της εμπορικής ιδεολογίας. Απασχολεί παράλληλα όλο το χώρο και τους τομείς της ζωής. Λέει μονάχα: «Παράγετε, πουλήστε, καταναλώστε, συσσωρεύστε!» Έχει μετατρέψει το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων σε εμπορικές σχέσεις και αντιμετωπίζει τον πλανήτη μας ως εμπόρευμα.. Αναγνωρίζει μόνο ένα δικαίωμα: το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Ο μόνος θεός που λατρεύει είναι το χρήμα…». Ζαν Μπριέν

Σε ένα παλιό κείμενο – Μάρτης 2008 – είχα γράψει: «…  Στο έμπα του νέου αιώνα του εκσυγχρονισμού, της τεχνολογίας και του μινιμαλιστικού κενού, της νεωτερικότητας όπως την ονομάζουν οι αστοί διανοούμενοι, έχουμε να αντιμετωπίσουμε από τις εκδοχές της πολιτικής ολιγαρχίας, από την φιλελεύθερη και την σοσιαλ-φιλελεύθερη που κλίνουν όλο και περισσότερο προς τον αυταρχισμό, μέχρι τις θεοκρατικές δημοκρατίες τύπου Ιράν και τις λαϊκές δημοκρατίες τύπου Κίνας.

Η «νέα» παγκόσμια εποχή χαρακτηρίζεται από πολυποίκιλες κοινωνικο-οικονομικές συνιστώσες, που ο τρόπος της παραγωγικότητά τους κυμαίνεται από τον καπιταλισμό παλαιού τύπου «εντάσεως εργασίας», μέχρι τον καπιταλισμό νέου τύπου «εντάσεως κεφαλαίων», μεταπρατικές (ραντιέρικες) παλαιού τύπου μέχρι εμπορευματικές νέου τύπου, άντλησης κεφαλαίων από βρόμικες μολυσματικές βαριές βιομηχανίες παλαιάς τεχνολογίας. αλλά και από τη λεγόμενη «νέα οικονομία» γνώσης, πληροφορικής, υψηλής τεχνολογίας, πράσινης οικο-οικονομίας, χρηματιστηριακού και τραπεζικού κεφαλαίου. Χαρακτηρίζεται επίσης, από την «ανήθικη» οικονομία, λαθρεμπόριο όπλων, ναρκωτικών, δουλεμπόριο γυναικών, παιδιών και οικονομικών μεταναστών.

Το παγκόσμιο, αλλά και σε κάθε κράτος χωριστά οικονομικό-κοινωνικό περιβάλλον, οι σχέσεις και ο τρόπος παραγωγής, χαρακτηρίζονται από τάσεις «εργασιακού μεσαίωνα» και «νεοφεουδαρχικής» συσσώρευσης κεφαλαίων και πλούτου των εταιριών με μορφές ολιγοπωλιακές και μονοπωλιακές, που όλο και περισσότερο συμπράττουν, συνενώνονται και συγχωνεύονται σε πολυεθνικά καρτέλ λόγω του ανταγωνισμού. Αυτά τα πολυεθνικά καρτέλ, τείνουν να επηρεάζουν με σκοπό να καθορίζουν προς όφελος τους σε πλανητική κλίμακα τις πολιτικές εξελίξεις και τα πολιτικο -κοινωνικά συστήματα…»

Επίμετρο

«… Από την εποχή που εμφανίστηκε η πατριαρχία, η ιεραρχία, η ταξική και πολιτική κυριαρχία στην ανθρωπότητα  και μέχρι σήμερα,  όλα τα συστήματα, θρησκευτικά ή κοσμικά – πολιτικά  είναι συστήματα διαχείρισης των ανθρώπων. Διαχείριση των από κάτω, από τους από πάνω, δηλαδή από τις εκάστοτε κυρίαρχες θρησκευτικές, πολιτικές και οικονομικές ελίτ, στο όνομα της τάξης που εκπροσωπούν.

Θα έρθει ο καιρός που θα περάσουμε από τα συστήματα διαχείρισης των ανθρώπων στα συστήματα διαχείρισης των πραγμάτων… και από το “βασίλειο” της αναγκαιότητας στο “βασίλειο” της ελευθερίας …”  Κάτω η κυριαρχία…» Γ. Μ

Tο Κομμουναριάτο

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την οικουμένη, το Κομμουναριάτο **

«… Όταν θα αντιλαλεί η ηχώ και ο κουρνιαχτός που θα αναγγείλει
τα οδοφράγματα των κομμούνων του Παρισιού του 21ου αιώνα,
οι τσαρλατάνοι ποιητές θα σωπάσουν, ή θα αναγκαστούν να σωπάσουν.
Οι νέες κομμούνες περιμένουν αυτούς – αυτές που θα τις
δημιουργήσουν… 
… ήδη έχουν ξεκινήσει, σε μικρές γαίες έχουν ακουμπήσει,
τα μεγάλα τους όνειρα απλώνουν, στις φυλλωσιές της Lacandona
και στους βράχους της Rojava …»  Γ. Μ

Γιώργος Μεριζιώτης

Πειραιάς – Δραπετσώνα  15/4/2013

Σημείωση:

*) Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Απρίλιο  του 2013,  με αφορμή την δημοσίευση “Ενάντια στην αναρχία ως κοινωνική πρόνοια” και συζήτηση που έγινε εδώ: Ενάντια στην αναρχία ως κοινωνική πρόνοια  προστεθήκαν κάποιες παράγραφοι τον Σεπτέμβριο του 2018.

(https://athens.indymedia.org/post/1456329/)

**) Για μια σκιαγράφηση των νέων ταξικών διαστρωματώσεων που δημιουργεί ο καπιταλισμός, αλλά και μια πρώτη επαφή με τον νεολογισμό το “Κομμουναριάτο” ως  εμπλουτισμός της έννοιας του Προλεταριάτου δείτε εδώ: Ποιο είναι το Κομμουναριάτο;

ΠαραπομπέςΒιβλιογραφία:

Παραπομπές:

Οι πνευματικοί και ταξικοί μας πρόγονοι (Μέρος τέταρτο)

Σχετικά με την ονομασία ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ (Ο πόλεμος των εννοιών- ορισμών)

Πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης (από το αποτυχημένο παρελθόν στο επιτυχημένο μέλλον;)

Οι στατιστικές του αίσχους,η αθλιότητα της φιλανθρωπίας και η αλληλεγγύη

Προοίμιο για μια παγκόσμια ιστορία της ατιμίας

Η δημοκρατία τους, η νεωτερικότητα και το πολιτικό ψέμα

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα ή αναρχικά μέσα και σκοποί;

Η αναρχική κοινωνιολογία του φεντεραλισμού και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Το νέο καιρικό μέτωπο

Όψεις του σύγχρονου ολοκληρωτισμού: Β’ έλεγχος της διατροφής

Το νησί του Πάσχα και η εντροπία

Η παγκόσμια ανισορροπία και η επαναστατική δύναμη της οικολογίας

Βιβλιογραφία:

 Μιχαήλ Μπακούνιν «Θεός και Κράτος»

Ρούντολφ Ρόκερ “Η ανεπάρκεια του οικονομικού υλισμού

Λάρυ Τιφτ – Ντένις Σάλιβαν “Ο αγώνας για να είναι κανείς άνθρωπος

Γιώργος Μεριζιώτης «Σύνοψη του κοινωνικού αναρχισμού

Μάρεϊ Μπούκτσιν «Τι είναι ο κομμουναλισμός; Η δημοκρατική διάσταση του αναρχισμού»

Νίκο Μπέρτι “Πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά: Αναρχία

Γιώργος Μεριζιώτης «Οργάνωση και αγώνας για την αναρχία

Αμεντέο Μπερτόλο “Πέρα από τη δημοκρατία ΑΝΑΡΧΙΑ

Μάρεϊ Μπούκτσιν   «Ξαναφτιάχνοντας την κοινωνία»

Γιώργος Μεριζιώτης «Το ζήτημα της οργάνωσης [2η έκδοση]

Μάρεϊ Μπούκτσιν «Τί είναι Κοινωνική Οικολογία»

Κόλιν Γουορντ “Η θεωρία της αυθόρμητης τάξης”

Εντουάρντο Κολόμπο “Είμαι Αναρχικός !

Λουίτζι Φάμπρι «Αστικές επιδράσεις στον αναρχισμό«

Πιοτρ Κροπότκιν “Προς τους Νέους

Εμβαθύνοντας στο νόημα της κοινωνικής αναρχία: Μέρος Δεύτερο

Εμβαθύνοντας στο νόημα της κοινωνικής αναρχίας  όλη η μπροσούρα σε  pdf:Εμβαθύνοντας στο νόημα της κοινωνικής αναρχίας

Πηγή: https://autonomidrasi.com/

 

heating-furnace-repair-dayton-ohio 2

Γνωμικό | This entry was posted in ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, Κείμενα του Γιώργου Μεριζιώτη and tagged , , . Bookmark the permalink.

One Response to Εμβαθύνοντας στο νόημα της κοινωνικής αναρχίας:Μέρος Πρώτο

  1. Παράθεμα: Οι πνευματικοί και ταξικοί μας πρόγονοι | avrakotos

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s